← Ελλάδα

ΑΠ 2065/2014 — Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2065 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Περίληψη: Η διάταξη του άρθρου 19 παρ 3 ν. 1569/1985 κατά την οποία είναι ασυμβίβαστη η ιδιότητα του ασφαλιστικού υπαλλήλου με την ιδιότητα του ασφαλιστικού συμβούλου, δεν επάγεται ακυρότητα της σύμβασης εργασίας που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων. Παραβίαση της διάταξης του αρθ. 103 παρ 7 του Συντάγματος δεν υπήρξε, αφού 1) οι επίμαχες συμβάσεις είχαν ήδη καταρτισθεί πριν από την έναρξη ισχύος της και 2) η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εξηρτημένης εργασίας, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Αριθμός 2065/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πήτα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων:

  1. Α. Γ. του Μ., κατοίκου ...,
  2. Α. Μ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κων/νο Βερβεσό και δεν κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-11-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2396/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2139/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-3-2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ανδρέας Δουλγεράκης ανέγνωσε την από 4-11-2011 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Βασιλείου Λυκούδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος ων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 652 Α.Κ. και 6 του Ν. 763/1943, που κυρώθηκε µε την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ µετά την εισαγωγή του Α.Κ. µε το άρθρο 38 του Εισ.Ν.ΑΚ, προκύπτει ότι σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας υπάρχει όταν αυτός που παρέχει την εργασία του µε µισθό, αδιαφόρως του τρόπου που καθορίζεται και καταβάλλεται, τελεί κατά την εκτέλεσή της σε νοµική εξάρτηση από τον εργοδότη, εκδηλούμενη µε το δικαίωµα του τελευταίου να ασκεί εποπτεία και έλεγχο της παρεχόμενης εργασίας και να παρέχει οδηγίες ως προς το χρόνο, τόπο και τρόπο παροχής της, κατά τρόπο δεσµευτικό για το µισθωτό. Ο χαρακτηρισµός της σχέσης γίνεται µετά από εκτίµηση όλων των περιστάσεων για να κριθεί σε ποια σχέση βρίσκεται ο µισθωτός έναντι του εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νοµικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συµβαλλόµενα µέρη στη συµβατική τους σχέση. Είναι όµως δυνατό ο µισθωτός να συνδέεται µε τον εργοδότη του και µε άλλες, εκτός της σύμβασης εργασίας, συµβάσεις, όπως µε σύµβαση µεσιτείας, σύµβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, σύµβαση έργου. Ειδικότερα ο υπάλληλος ασφαλιστικής εταιρίας µπορεί να συμφωνήσει µε αυτήν τη λήψη αµοιβής για τη µεσολάβησή του προς σύναψη ασφαλιστικών συµβάσεων µεταξύ της εταιρίας αυτής και τρίτων, αν οι συµβάσεις αυτές ήθελαν καταρτισθεί κατόπιν της µεσολάβησης του. Αν ο υπάλληλος της ασφαλιστικής εταιρίας υποχρεούται, κατά τη συµφωνία µε την εργοδότριά του, στην κατά τα ανωτέρω µεσολάβησή του, τότε η συµφωνία αυτή έχει χαρακτήρα σύμβασης εργασίας και µπορεί να αποτελεί µέρος της ευρύτερης σύμβασης εργασίας του εν λόγω υπαλλήλου. Αν, όµως, συµφωνήθηκε µεταξύ της ασφαλιστικής εταιρίας και του υπαλλήλου της ότι αυτός έχει απλώς την ευχέρεια και όχι υποχρέωση για την κατά τα ανωτέρω µεσολάβηση, τότε πρόκειται για διαφορετική σύµβαση, ήτοι, κατά περίπτωση, εκείνη της σύμβασης έργου ή µεσιτείας κατά το άρθρο 703 Α.Κ., η οποία συνάπτεται παράλληλα προς τη σύµβαση εργασίας, που συνδέει τον εν λόγω υπάλληλο µε την εργοδότριά του ασφαλιστική εταιρία. Διαφορετικές από τις ανωτέρω ρυθµίσεις δεν εισήχθησαν µε το ν.δ. 400/1970 "περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως", διότι ο νόµος αυτός µε το να επιτρέπει µε το άρθρο 27 παρ. 4 στους υπαλλήλους των ασφαλιστικών εταιριών να µεσολαβούν έναντι αµοιβής για τη σύναψη ασφαλιστικών συµβάσεων µόνο µεταξύ των εταιριών ή των πρακτορείων, όπου υπηρετούν, και τρίτων, ακόµη και αν δεν πληρούν τις από τις παρ. 1-3 του ίδιου άρθρου 27 απαιτούμενες προϋποθέσεις για την άσκηση του ανεξάρτητου επαγγέλµατος, δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε χαρακτηρισµό της για τη µεσολάβηση αυτή συµφωνίας του υπαλλήλου µε την ασφαλιστική εταιρία, στην οποία εργάζεται, αλλ' αφήνει στα µέρη να διαμορφώσουν ελεύθερα τη συµφωνία αυτή και µάλιστα να συμφωνήσουν ότι ο υπάλληλος της ασφαλιστικής εταιρίας θα έχει υποχρέωση ή µόνο ευχέρεια για την ανωτέρω µεσολάβηση. (ΑΠ 325/2001). Τα ανωτέρω ισχύουν αναλόγως και µετά το Ν. 2170/1993 "Τροποποίηση του Ν.Δ. 400/1970 περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως και άλλες διατάξεις" (Α 150), ο οποίος, επίσης, µε το άρθρο 14, µε το οποίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 19 του Ν. 1569/1985, επιτρέπει σε υπάλληλο ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή επιχειρήσεων ασφαλιστικής πρακτόρευσης ή εταιριών µεσιτείας ασφαλίσεων να ασκούν διαμεσολάβηση στη σύναψη ασφαλίσεων για λογαριασµό των επιχειρήσεων στις οποίες εργάζονται ή άλλων συνδεομένων µε αυτές, µετά από έγκριση του εργοδότη του, χωρίς τις προϋποθέσεις του άρθρου
  3. Η σχέση του ασφαλιστικού υπαλλήλου µε τις προαναφερόµενες επιχειρήσεις, για λογαριασµό των οποίων διαµεσολαβεί κατά τα ανωτέρω, είναι σύµβαση έργου και ανεξάρτητη από την σύµβαση εργασίας. Ο ασφαλιστικός σύµβουλος, που είναι φυσικό ή νοµικό πρόσωπο, κατά το άρθρο 16 ν. 1569, όπως αντικαταστάθηκε µε το άρθρο 13 ν. 2170/1993, µελετά την αγορά, παρουσιάζει και προτείνει λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών µε ασφαλιστικές συµβάσεις για λογαριασµό ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή ασφαλιστικών πρακτορείων ή µεσιτών, µε βάση σύµβαση, έναντι προµήθειας, για την πρόσκτηση εργασιών. Ο ασφαλιστικός σύµβουλος δεν έχει δικαίωµα υπογραφής ασφαλιστηρίων. Η ιδιότητα του ασφαλιστικού υπαλλήλου (κατ' άρθρο 19 παρ. 3 ν. 1569/1985 όπως αντικ. µε το άρθρο 14 ν. 2170/1993) είναι ασυµβίβαστη µε την ιδιότητα του ασφαλιστικού συμβούλου. Η αµέσως παραπάνω διάταξη δεν απαγγέλλει ρητώς ακυρότητα της σύμβασης εξαρτηµένης εργασίας που καταρτίζεται µεταξύ µιάς ασφαλιστικής εταιρίας και του µισθωτού της, ο οποίος παραλλήλως έχει την ιδιότητα του ασφαλιστικού συµβούλου, ούτε δε από τον συναγόµενο εκ της ερμηνείας προστατευτικό σκοπό της εν λόγω διάταξης, που συνίσταται στην αποφυγή σύγχυσης των καταναλωτών, µπορεί να εξαγχθεί συµπέρασµα ότι η εν λόγω ρύθµιση αποβλέπει στην επαγωγή ακυρότητας της σύμβασης εργασίας, πράγµα άλλωστε που θα ήταν αντίθετο µε το συνταγµατικώς προστατευόμενο δικαίωµα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και της συµµετοχής στην οικονοµική ζωή της χώρας (άρθρ. 5 παρ. 1 του Συντάγµατος- ΑΠ 1590/2010,ΑΠ 1040/2007). Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, κατ' άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρµογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλµένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερµηνεία είτε µε κακή εφαρµογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, µε την προσβαλλόµενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι ενάγουσες την 1-4-1995 και 1-9-2000 αντίστοιχα, συνήψαν µε την εταιρία ΑΓΡΟTlΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΥΓΕΙΑΣ, η οποία από 31-12-2002 συγχωνεύτηκε µε απορρόφηση από την εναγοµένη, έγγραφη σύµβαση διορισµού παραγωγού ασφαλίσεων, σύµφωνα µε την οποία ανέλαβαν την ευχέρεια (κατά την κρίση τους) µεσολάβησης µεταξύ της εταιρίας και του κοινού για τη σύναψη ασφαλίσεων ζωής, έναντι αµοιβής ποσοστού επί των συµβάσεων που ήθελαν καταρτισθεί κατόπιν της µεσολάβησης τους Τη δε 1-1-1996 και 1-9-2000 αντίστοιχα, συνήψαν εγγράφως νέα σύµβαση που επιγράφεται "παράρτημα-ειδικός όρος σύµβασης έργου", µε την οποία συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα: "Συμφωνείται ότι η ασφαλιστική σύµβουλος (ενν. οι ενάγουσες) πέραν των αναφερομένων στους λοιπούς όρους της προαναφερθείσας σύµβασης έργου, καθηκόντων και υποχρεώσεων της αναλαµβάνει επιπρόσθετα και το ακόλουθο έργο, που αποσκοπεί στην ποιοτική και ποσοτική ανάπτυξη των ασφαλιστικών εργασιών της εταιρίας Το πρόσθετο αυτό έργο συµφωνείται ρητά ως παρεπόµενο σε σχέση µε το κύριο, που είναι η διαµεσολάβηση στη σύναψη ασφαλιστικών συµβάσεων ζωής α) την παροχή κάθε εξυπηρέτησης ασφαλιστικής φύσεως προς τους συμβαλλομένους και ασφαλισµένους της εταιρίας καθώς και την εξυπηρέτηση των ασφαλιστηρίων που αποτελούν το χαρτοφυλάκιο παραγωγής του γραφείου στο οποίο ανήκει ως ασφαλιστική σύµβουλος, ήτοι την ενηµέρωση για τη λειτουργία των ασφαλιστηρίων, παροχή διευκρινήσεων και πληροφοριών για τους ασφαλισµένους κινδύνους και τις παρεχόμενες καλύψεις ή βελτιώσεις καλύψεων, παρακολούθηση εφαρµογής της διαδικασίας εµπρόθεσµης καταβολής των ασφαλίστρων, άµεση προώθηση αναγγελίας ζηµιών και γενικά συνεννόηση µε πελάτες και την εταιρία για την υλοποίηση των όρων των ασφαλιστηρίων, την ταχεία καταβολή των αποζηµιώσεων, την ενηµέρωση πελατών για νέα προϊόντα, άµεση πληροφόρηση της εταιρείας για τυχόν υποδείξεις ή παράπονα των πελατών κλπ. β) Σε συνεργασία µε τον επικεφαλή συντονιστή - υπεύθυνο του γραφείου στο οποίο ιεραρχικά υπάγεται (Εννοεί οι ενάγουσες), να φροντίζει ενδεικτικά για την ενηµέρωση των ασφαλιστικών συνεργατών του γραφείου στα νέα προϊόντα, τη βελτίωση του παρεχόμενου στους πελάτες service, την εξυπηρέτηση πελατών κλπ. Και γ) Κάθε γενικά άλλη πράξη ή ενέργεια προς βελτίωση και ανάπτυξη, ποιοτική και ποσοτική, του χαρτοφυλακίου παραγωγής του γραφείου, στο οποίο ανήκει (ενν. οι ενάγουσες). Το παραπάνω έργο θα εκτελείται από την αντισυμβαλλόμενη (ενν. οι ενάγουσες) χωρίς αυτή να υπόκειται κατά την εκτέλεση του σε συγκεκριµένο ωράριο ή άλλες δεσµεύσεις, αλλά κατά την κρίση της, µε σκοπό να επιτυγχάνεται το µεγαλύτερο (ποιοτικά και ποσοτικά) κάθε φορά αποτέλεσµα. Ειδικά και αποκλειστικά για το παραπάνω παρεχόµενο πρόσθετο παρεπόµενο έργο, η ασφαλιστική σύµβουλος θα αµείβεται ως ακολούθως: . ........ Στα πλαίσια των άνω συµβάσεων τους, οι ενάγουσες κυρίως και πρωτευόντως προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στην εναγοµένη, ασκώντας τα ως άνω αναφερόµενα στη δεύτερη σύµβαση (παράρτημα) καθήκοντα, ενώ η σχέση της ασφαλιστικής παραγωγού είχε εντελώς παρακολουθηµατικό και δευτερεύοντα χαρακτήρα σε σχέση µε την κύρια εργασία τους. Συγκεκριµένα, τοποθετήθηκαν στο Υποκατάστηµα κλάδου ζωής της εναγοµένης στον Πειραιά, χάριν δε του επιδιωκόµενου από την εναγοµένη επιχειρηματικού σκοπού της βελτίωσης και ανάπτυξης ποιοτικής και ποσοτικής του χαρτοφυλακίου παραγωγής του γραφείου στο οποίο ανήκαν, εκτελούσαν τα καθήκοντα του τηλεφωνικού κέντρου, φρόντιζαν για την αλληλογραφία, είχαν την επικοινωνία µε τα άλλα γραφεία, ενημέρωναν για τα τρέχοντα ζητήµατα τους ασφαλιστές, εξυπηρετούσαν τους πελάτες ασφαλισµένους, είχαν την ευθύνη οργάνωσης των εγγράφων του γραφείου (αρχειοθέτηση κλπ), τη διεκπεραίωση των εγγράφων (φωτοτυπίες), τηρούσαν πρωτόκολλο και καταστάσεις εισπραττομένων και ανείσπρακτων ασφαλίστρων, έκαναν τις εξωτερικές εργασίες µε τις Τράπεζες, τηρούσαν κατάσταση µε τα έξοδα του γραφείου και γενικά ήταν επιφορτισμένες µε τη γραµµατειακή υποστήριξη του γραφείου. Την εργασία τους αυτή παρείχαν υπό τις εντολές και τις οδηγίες του εκάστοτε διευθυντή (συντονιστή) του υποκαταστήματος Πειραιά της εναγοµένης και συγκεκριµένα τους Γεώργιο Μαυρέλη και στη συνέχεια Νικόλαο Τσορµπατσίδη, αλλά και υπό την εποπτεία της κεντρικής υπηρεσίας της εναγοµένης, σε συγκεκριµένο 8ωρο ηµερησίως ήτοι τις ώρες λειτουργίας του γραφείου, που ήταν από 9.00' πµ έως 2.00' µµ και από 5.30' µµ έως 8.30' µµ, καθηµερινά από Δευτέρα έως Παρασκευή. Ειδικότερα οι άνω διευθυντές της εναγοµένης, οι οποίοι ήταν µόνιµοι υπάλληλοι αυτής, είχαν το δικαίωµα να δίνουν εντολές και οδηγίες στις ενάγουσες αναφορικά µε τα συγκεκριµένα καθήκοντα που θα ασκεί έκαστη και τον τρόπο άσκησης τους, τον τόπο και το χρόνο παροχής των υπηρεσιών τους (ήτοι στο κατάστηµα Πειραιά και καθόλες τις ώρες λειτουργίας του) και οι τελευταίες υποχρεούνταν να συμμορφώνονται µε αυτές, καθώς και να ασκούν εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συµµόρφωσης αυτών προς τις οδηγίες τους. Η αµοιβή τους δε για την εργασία τους αυτή συνίστατο σε ορισµένο και σταθερό ποσό, µηνιαίως, ανεξαρτήτως του αποτελέσματος της εργασίας τους. Υπό τα δεδοµένα αυτά, η περιγραφόμενη παροχή υπηρεσιών των εναγουσών προς την εναγοµένη έχει τη µορφή σύµβασης εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία είναι ανεξάρτητη και διάφορη της αρχικής σύµβασης του ασφαλιστικού πράκτορα και εποµένως επ' αυτής έχουν εφαρµογή οι διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας". Ακολούθως το Εφετείο µε την προσβαλλόµενη απόφασή του έκρινε ότι οι ενάγουσες αναιρεσίβλητες δικαιούνται από την πιο πάνω εργασιακή τους σχέση µε την αναιρεσείουσα τα ποσά που τους επιδίκασε Με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα εταιρεία προβάλλει ότι το Εφετείο, µε το να δεχθεί µε την προσβαλλόµενη απόφασή του ότι οι αναιρεσίβλητες συνδέονταν µαζί της µε έγκυρη σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας, παρότι κατά το άρθρο 19 παρ. 3 ν. 1569/1985, είναι ασυµβίβαστη η ιδιότητα του ασφαλιστικού υπαλλήλου µε την ιδιότητα του ασφαλιστικού συµβούλου, δεχόµενη ότι η διάταξη αυτή δεν απαγγέλει ρητώς ακυρότητα της µεταξύ αυτών σύμβασης εξαρτηµένης εργασίας, εσφαλµένα ερµήνευσε και εφάρµοσε τις διατάξεις του άρθ.19 παρ. 3 ν. 1569/1985, όπως αντικ. µε άρθρο 14 περ. 1 ν. 2170/1993, καθώς και των άρθρων 648 επ. ΑΚ, και 5 του Συντάγµατος. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιµος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως δικαιολογούσαν τον χαρακτηρισμό της συνδέουσας τους διαδίκους συμβάσεως ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας χωρίς περαιτέρω η παραπάνω διάταξη να επάγεται ακυρότητα της σύμβασης εργασίας που καταρτίστηκε µεταξύ των διαδίκων, σύµφωνα µε όσα προαναφέρθηκαν. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισµό ο οποίος δεν προτάθηκε νόµιµα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν εµπίπτει στις αναφερόµενες υπό στοιχ. α, β, γ εξαιρέσεις. Στην προκείµενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα µε το δεύτερο, από το άρθρο
  4. αρ.1 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, προβάλλει ότι, ως θυγατρική εταιρεία της Α.Τ.Ε, που κατείχε την πλειοψηφία του εταιρικού της κεφαλαίου, υπάγεται στις διατάξεις περί ευρύτερου δηµόσιου τοµέα, όπως οριοθετήθηκε µε το αρ. 1 § 6 ν. 1256/1982, και υπόκειται σε περιορισµούς αναφορικά µε την πρόσληψη προσωπικού και την διαδικασία. Συνεπώς, η κατ' αυτής αγωγή των αναιρεσιβλήτων έπρεπε να απορριφθεί ως µη νόµιµη, διότι, όπως κατά λέξη αναφέρει, κατά τις διατάξεις των άρθρων 103 του Συντάγµατος και 14 του ν. 2190/1994, "απαγορευόταν και απαγορεύεται να συσταθεί νόµιµα εργασιακή σχέση οποιασδήποτε µορφής στον ευρύτερο δηµόσιο τοµέα στον οποίον ανήκαν, ως θυγατρικές της ΑΤΕ, της οποίας µοναδικός µέτοχος µέχρι το Δεκέµβριο του έτους 2000 ήταν το Ελληνικό Δηµόσιο, τόσο η "ΑΓΡΟTlΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΥΓΕΙΑΣ- ΑΓΡΟTlΚΗ Α.Α.Ε.Ζ. Υ." (στο µετοχικό κεφάλαιο της οποίας συµµετείχε η ΑΤΕ κατά τα έτη 1994-1998 κατά ποσοστό 76% και σήµερα κατά 100%), όσο και η καθολική διάδοχος της- εναγοµένη "ΑΓΡΟTlΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" (στο µετοχικό κεφάλαιο της οποίας συµµετείχε η ΑΤΕ κατά το ίδιο χρονικό διάστηµα κατά ποσοστό 83,5% και σήµερα στη ενιαία εταιρεία 100%), χωρίς να τηρηθούν οι διαδικασίες που ορίζει ο νόµος". Όµως η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στην αναίρεσή της ότι πρόβαλε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας το σχετικό ως άνω ισχυρισµό. Και, ναι µεν η νοµική βασιμότητα της αγωγής εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, για να δημιουργηθεί όµως λόγος αναίρεσης, πρέπει, εφόσον για την εφαρµογή του νόµου, που κατά την αναιρεσείουσα παραβιάστηκε, απαιτείται η προβολή εκ µέρους της ισχυρισµού προς αντίκρουση της νοµικής βασιµότητας της αγωγής, να προτείνεται ο ισχυρισµός αυτός στο Εφετείο και να αναφέρεται τούτο στο αναιρετήριο. Στην προκειµένη δε περίπτωση η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στην αναίρεσή της ότι πρόβαλε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας το σχετικό ως άνω ισχυρισµό, που θα µπορούσε να προβάλει. Ανεξαρτήτως τούτων παραβίαση της διάταξης του άρ. 103 παρ.7 του Συντάγµατος δεν υπήρξε, αφού 1)οι επίµαχες συµβάσεις είχαν ήδη καταρτισθεί πριν από την έναρξη ισχύος της (17/4/01, ΑΠ ολ 7/11), και 2) η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισµού από το δικαστήριο της έννοµης σχέσης ως σύµβασης εξαρτηµένης εργασίας, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δηµόσιου και του ευρύτερου δηµόσιου τοµέα (πρβλ Ολ ΑΠ 7/2011,ΟλΑΠ 18/2006). Από το συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώµατος και το παραδεκτό της, από την άποψη του χρόνου προβολής της, πρέπει, κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθµό, να προβάλλονται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώµατος, συγχρόνως δε να γίνεται επίκληση από τον ενιστάμενο του γεγονότος, ότι τα περιστατικά αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώµατος και να διατυπώνεται αίτηµα απόρριψης της αγωγής, µε την οποία ασκείται το δικαίωµα, για την αιτία αυτή(Ολ ΑΠ 47/1983, ΑΠ 823/2010.) Για να είναι όµως παραδεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης θα πρέπει η ένσταση αυτή, εκτός από τη νόµιµη και παραδεκτή πρόταση αυτής στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται τούτο στο αναιρετήριο. Στην προκειµένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα µε τον τρίτο, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προβάλλει την αιτίαση ότι υπό τα εκτιθέµενα στο αναιρετήριο πραγµατικά περιστατικά η προσπάθεια των αναιρεσιβλήτων να εµφανίσουν την διευκόλυνση που αυτή τους παρείχε µε την κατάρτιση σύµβασης ασφαλιστικού συµβούλου, ως υπαγωγή τους σε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας, είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, την καλή πίστη και τον κοινωνικό και οικονοµικό σκοπό του δικαιώµατος και συνιστά απόλυτη καταχρηστική συμπεριφορά. Κατά τις αιτιάσεις δε της αναιρεσείουσας, η προσβαλλόμενη απόφαση, που αναγνώρισε ότι οι ενάγουσες συνδέονταν με αυτήν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, ότι οι συμβάσεις αυτές ήσαν έγκυρες και ότι οι αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων δεν ασκούνται καταχρηστικά, παραβίασε τις διατάξεις των διατάξεων των άρθρων 648 ΑΚ επ. αρθ. 19 ν. 1569/1985, αρθ. 174 ΑΚ, 281 ΑΚ, άρθ.14 επ. ν. 2190/1994 και 103 Συντάγµατος. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο ούτε ερµήνευσε ούτε εφάρµοσε τις διατάξεις αυτές, αφού δεν ερεύνησε ένσταση κατάχρησης δικαιώµατος. Ως λόγος δε από το άρθρο 559 αρ.8 εκτιμώμενος, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι είχε προτείνει νοµίµως την ένσταση αυτή στηριζόμενη στα εκτιθέµενα στο αναιρετήριο πραγµατικά περιστατικά. Κατά τα λοιπά, οι εκτιθέμενες στον αυτό λόγο αναίρεσης αιτιάσεις (ότι υπό τα εκτιθέµενα στο αναιρετήριο περιστατικά δεν καταρτίστηκε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας κλπ), απαραδέκτως προβάλλονται, αφού πλήττουν την ανέλεγκτη περί των πραγµάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να καταδικαστεί δε η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, σύμφωνα με τα άρθρο 183 ΚΠολΔ, όπως, ειδικότερα, ορίζονται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 14-3-2011,αίτηση αναίρεσης της 2139/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου
  5. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό στις 18 Νοεμβρίου
  6. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.