← Ελλάδα

ΑΠ 207/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ψευδής καταμήνυση, Ψευδορκία μάρτυρα

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 207 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ψευδής καταμήνυση, Ψευδορκία μάρτυρα. Περίληψη: Ψευδής καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα. Στοιχεία των εγκλημάτων αυτών. Ψευδορκία δια-πράττει και ο ψευδομηνυτής, όταν βεβαιώνει ενόρκως το ψευδές περιεχόμενο της μηνύσεώς του. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για τα ανωτέρω εγκλήματα του κατηγορουμένου. Απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως. Αριθμός 207/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Νικόλαο Δαμασκόπουλο και Σωτήριο Φέλιο, περί αναιρέσεως της 6291/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Μαραβέλια. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1311/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της από το άρθρο 1 παρ. 6 του Ν. 3327/2005, όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτή, τιμωρείται με φυλάκιση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται : α) η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, β) ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και γ) να απέβλεπε με αυτήν στο να κινηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του ψευδομηνυτή. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση της παρ. 1 αυτού από το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3327/2005, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιονυ ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήμ αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει τοατος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται : α) ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Ψευδορκία διαπράττει και ο ψευδομηνυτής όταν βεβαιώνει ενόρκως το ψευδές περιεχόμενο της εγκλήσεώς του ενώπιον του αρμόδιου οργάνου στο οποίο την υποβάλλει, ως αληθινό, παρότι γνωρίζει ότι είναι ψευδές. Και ναι μεν δεν προβλέπεται από το νόμο η κατά την υποβολή της μηνύσεως ή εγκλήσεως ένορκη βεβαίωση του μηνυτή για το αληθές του περιεχομένου της μηνύσεως ή εγκλήσεώς του, πλην όμως, γενόμενη, θεμελιώνει, συντρεχόντων και των λοιπών παραπάνω στοιχείων, το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα, αφού τούτο καθόλου δεν διαφέρει από την περίπτωση της ψευδούς μαρτυρικής κατάθεσης. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά. τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά χωριστά Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά ίο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, συντρέχει, όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 6291/2009 απόφασή του δέχτηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά : "Ο κατηγορούμενος στην Αθήνα στις 11-12-2001 υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την με ... μήνυση, με την οποία κατεμήνυσε τον παθόντα, διατεινόμενος ότι ο τελευταίος, που διετέλεσε πρόεδρος της Κεντρικής Λαχαναγοράς Εμπόρων, ισχυρίσθηκε σε μέλη της Γενικής Συνέλευσης του ΣΕΚΛΑ ότι αυτός (κατηγορούμενος) προέβη δήθεν σε απόπειρα κατά της ζωής του στις 27-6-2001, που είχε ως αποτέλεσμα να θέσει σε άμεσο κίνδυνο την υγεία και τη ζωή του και ότι λόγω του γεγονότος αυτού στερήθηκε επί μακρό χρονικό διάστημα τη δυνατότητα να εργάζεται και να συμμετέχει στην επίλυση των προβλημάτων του κλάδου του και ότι τα γεγονότα αυτά ήταν ψευδή. Με την αναφορά των παραπάνω περιστατικών πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος του άρθρ. 228 ΠΚ και είναι πλέον θέμα αποδείξεως για το στοιχείο της γνώσεως (αντικειμενικό στοιχείο). Ειδικότερα ο κατηγορούμενος που είχε διαφορές με το μηνυτή, με αφορμή τη συνδικαλιστική τους δράση στο χώρο της Κεντρικής Λαχαναγοράς Αθηνών, όπου και οι δύο διατηρούν καταστήματα χονδρικής πώλησης οπωροκηπευτικών προϊόντων, στην περιοχή ... στις 27-6-2001 διερχόμενος με το αυτοκίνητό του λίγα μέτρα από την κύρια πύλη εισόδου - εξόδου της ... συνάντησε τον εγκαλούντα ο οποίος ήταν πεζός και συνομιλούσε με τον ευρισκόμενο εντός του οχήματός του συνάδελφό του .... Εκείνη τη στιγμή ο κατηγορούμενος ακινητοποίησε το όχημά του και αφού απηύθυνε στο μηνυτή προκλητικές και υβριστικές φράσεις του επιτέθηκε και τον κτύπησε με απότομη κίνηση της κεφαλής στη μετωπιαία χώρα της κεφαλής του, στη βάση της ρινός. Από το κτύπημα αυτό ο μηνυτής έπεσε στο έδαφος ανήμπορος να αντιδράσει, οπότε ο κατηγορούμενος τον κλώτσησε και στη πλάτη, ενώ προσπαθούσε να ανασηκωθεί από το έδαφος. Από τα κτυπήματα που ο κατηγορούμενος του επέφερε, αυτός υπέστη κάταγμα των ρινικών οστών και υποσκληρίδιο αιμάτωμα, το οποίο εξελίχθηκε σε υποξύ υποσκληρίδιο αιμάτωμα στο δεξιό τμήμα του εγκεφάλου του. Για την αποκατάσταση της σωματικής βλάβης υποβλήθηκε στις 1-8-2001 σε δύο κρανιοτρήσεις δεξιά και σε αφαίρεση του προαναφερθέντος υποσκληριδίου αιματώματος, οπότε αποφεύχθηκε έτσι η επιδείνωση της υγείας του εγκαλούντος. Δεδομένου ότι ο τραυματισμός του ήταν αρκετά σοβαρός και θα μπορούσε να είχε μοιραίο αποτέλεσμα για τη ζωή του, όπως επανειλημμένα διαγνώστηκε από ιατρικές εξετάσεις, ο εγκαλών εύλογα είχε πειστεί ότι ο κατηγορούμενος αποσκοπούσε σε αφαίρεση της ζωής του. Εξετέρου ο κατηγορούμενος γνώριζε άμεσα αφενός ότι τα πιο πάνω γεγονότα αποτελούσαν το περιεχόμενο ψηφίσματος που ο αδελφός του εγκαλούντος ..., διότι ο ίδιος ο εγκαλών τελούσε υπό ανάρρωση, έφερε προς ψηφοφορία στη Γ.Σ. του ... την 9-10-2001, ότι με την αξιόποινη συμπεριφορά του, είχε εδραιώσει την πεποίθηση στον παθόντα πως στόχευε πράγματι να θέσει σε άμεσο κίνδυνο την υγεία και τη ζωή του και αφετέρου ότι λόγω του γεγονότος αυτού στερήθηκε επί μακρό χρονικό διάστημα την δυνατότητα να εργάζεται και να συμμετέχει στην επίλυση των προβλημάτων του κλάδου του, εξαιτίας της σοβαρότητας των πληγμάτων, ο λόγος εξάλλου για τον οποίο κινήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξης για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως με ενδεχόμενο δόλο, που τελικώς μετετράπη κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό σε βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη, πράξη για την οποία παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος ενώπιον του Μ.Ο.Δ. .... Τελικά, με την 14/18-1-2008 απόφαση του ΜΟΔ ... κρίθηκε κατά πλειοψηφία (6-1) ένοχος κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας για την πράξη της βαριάς μη σκοπούμενης σωματικής βλάβης και έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για την πράξη που έλαβε χώρα στην '... στις 27-6-2001, απόφαση που κατέστη ήδη αμετάκλητη (βλ.... βεβαίωση Πρωτ. Πειραιά). Επομένως, συνάγεται αδιαμφισβήτητα από όλα τα ανωτέρω ότι ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο που κατέθεσε τη μήνυση σε βάρος του εγκαλούντος ενεργούσε με ειδικό άμεσο δόλο, αφού γνώριζε καλά ότι τα γεγονότα που ο τελευταίος με τον αδελφό του, είχε ισχυρισθεί ήταν αληθή και παρά ταύτα, άσχετα με τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό τους, επικαλούμενος τ' αντίθετα, ανέφερε ψευδώς με την ως άνω μήνυσή του, ότι αυτός (εγκαλών) τέλεσε την αξιόποινη πράξη της δυσφήμησης, για την οποία αθωώθηκε αμετάκλητα με την 3987/2008 απόφαση του Μον. Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Δεν ενήργησε από δεδικαιολογημένη αιτία και πιστεύοντας ότι δεν είχε διαπράξει τίποτε το μεμπτό, αλλά υπέβαλε στην έγκληση με προφανή σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του εγκαλούντος. Περαιτέρω, το περιχόμενο της μήνυσής του ο κατηγορούμενος βεβαίωσε ενόρκως κατά την υποβολή της, στις 11-12-2001 εξεταζόμενος ως μηνυτής ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, αλλά και στις 21-4-2003 ενώπιον του Πταισματοδίκη Πειραιά στη διάρκεια της προανάκρισης, κατόπιν της ανωτέρω μηνύσεως. Αποδείχθηκαν πλήρως δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αποδιδομένων στον κατηγορούμενο αξιοποίνων πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας κατ' εξακολούθηση, απορριπτομένων ως ουσιαστικά αβασίμων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του κατηγορουμένου". Ακολούθως στο διατακτικό της αποφάσεώς του το Δικαστήριο όρισε τα εξής : " Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι : με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που τιμωρούνται από το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές και ειδικότερα: Ι) Στην... στις 11/12/2001 εν γνώσει καταμήνυσε άλλον ενώπιον της αρχής ψευδώς ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν. Συγκεκριμένα με μήνυση που κατάθεσε ενώπιον του αρμόδιου Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών και η οποία πήρε ... καταμήνυσε τον παθόντα Ψ ότι: "ο μηνυόμενος, ο οποίος διετέλεσε πρόεδρος της Κεντρικής Λαχαναγοράς Εμπόρων ισχυρίστηκε σε μέλη της Γενικής Συνέλευσης του ΣΕΚΛΑ.. ότι ενώ προέβην δήθεν σε απόπειρα κατά της ζωής του στις 27/6/2001, η οποία είχε δήθεν ως αποτέλεσμα να θέσει σε άμεσο κίνδυνο την υγεία και τη ζωή του, και ότι λόγω αυτού του γεγονότος δήθεν στερήθηκε επί μακρό χρονικό διάστημα τη δυνατότητα να εργάζεται και να συμμετέχει στην επίλυση των προβλημάτων του κλάδου του...". Τα παραπάνω είναι ψευδή αφού ο κατηγορούμενο προκάλεσε πράγματι επεισόδιο σε βάρος του μηνυτή, και μάλιστα παραπέμφθηκε τελεσίδικα για να δικαστεί για την πράξη της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης, προέβη δε στην πράξη αυτή με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του παθόντος για την πράξη αυτή. ΙΙ) Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Συγκεκριμένα : 1) Στην ... στις 11/12/2001 εξεταζόμενος ενόρκως ως μηνυτής ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών κατά την κατάθεση της μήνυσης σε βάρος του παθόντος, επιβεβαίωσε τη μήνυση, όπως ακριβώς παραπάνω στο στοιχείο Ι και 2) Στον ... στις 21-/4/03 εξεταζόμενος ενόρκως ς μηνυτής ενώπιον του Πταισματοδίκη Πειραιά κατά την προανάκριση ύστερα από τη μήνυση που είχε υποβάλει, επιβεβαίωσε τη μήνυση όπως ακριβώς στο στοιχείο Ι. Τα παραπάνω είναι ψέματα αυτό δε ο κατηγορούμενος το γνώριζε". Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε συνολική ποινή φυλακίσεως εφτά

(7)μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίαν. Από την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικάσαν Τριμελές Εφετείο διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα, για τα οποία καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 229 παρ. 1 και 224 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η συνδρομή τόσο των αντικειμενικών όσο και των υποκειμενικών στοιχείων των ανωτέρω εγκλημάτων, δηλαδή το ψευδές της καταμήνυσης και της μετέπειτα ένορκης βεβαίωσης της εγκλήσεως, τη γνώση του ψευδούς αυτών, του ειδικού άμεσου δόλου του κατηγορουμένου και του σκοπού του να διωχθεί ποινικά ο εγκαλών, πράγμα που επέτυχε και ασκήθηκε κατά του τελευταίου ποινική δίωξη για δυσφήμηση του ήδη κατηγορουμένου, για την οποία αθωώθηκε αμετάκλητα. Ειδικότερα για την ψευδή καταμήνυση αναφέρεται στο σκεπτικό ότι το έγκλημα για το οποίο ψευδώς καταμήνυσε ο κατηγορούμενος τον εγκαλούντα είναι αυτό της δυσφήμησης, αναφέρει δε και τα περιστατικά που το συνιστούν, ενώ στο διατακτικό δεν αναφέρεται μεν ρητώς το έγκλημα της δυσφήμησης, αλλά σαφώς περιγράφεται αυτό από τα εκτιθέμενα στο διατακτικό περιστατικά. Επομένως είναι αβάσιμες οι σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί του ότι : α) δεν ερευνήθηκαν τα αντικειμενικά στοιχεία των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε, αλλά μόνο τα υποκειμενικά, β) υπάρχει ασάφεια ως προς το έγκλημα για το οποίο καταμήνυσε αυτός τον εγκαλούντα και γ) δεν προκύπτει με σαφήνεια αν τα περιστατικά τα οποία ανέφερε στην έγκλησή του και συνιστούν την καταμήνυση, είναι αληθή ή ψευδή. Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, καθώς και τα δικαστικά έξοδα του παρασταθέντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ και 176, 183 του Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 17-9-2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 6291/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ, καθώς και τα δικαστικά έξοδα του παρασταθέντος πολιτικώς ενάγοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων
(500)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου
  2. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.