← Ελλάδα

ΑΠ 2078/2010 — Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Εφέσεως απαράδεκτο

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2078 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Εφέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Απαράδεκτο αιτήσεως αναιρέσεως με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου που απέρριψε έφεση ως απαράδεκτη. ΑΡΙΘΜΟΣ 2078/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ- ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμόν 43801/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμε-λειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Ιουλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1074/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 308/30-9-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: (Ι) Το Τριμελές Πλημμε-λειοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 43801/2010 απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) την υπ' αριθμ. 8256/1-6-2009 έφεση, κατά της υπ' αριθμ. 115009/2000 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών του Χ. Κατά της απόφασης αυτής του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών άσκησε ο ανωτέρω και δη ο ίδιος την από 22/7/2010 αναίρεση με επίδοση της οικείας δήλωσης στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 23/7/2010 (για τους εκεί αναφερόμενους λόγους). (ΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ.2 ΚΠοινΔ "Η αναίρεση κατά της καταδικαστικής απόφασης μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση ...... και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου......". Σαφώς συνάγεται από την άνω διάταξη ότι η αναφερόμενη σ' αυτή δυνατότητα ασκήσεως της αναίρεσης και με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου αφορά αποκλειστικά καταδικαστική και μόνον απόφαση, ήτοι τέτοια με την οποία κηρύσσεται ο κατηγορούμενος ένοχος για αξιόποινη πράξη και του επιβάλλεται ποινή γι' αυτή (βλ. ΑΠ 2378/2005 ΠΧρ 2006 σελ.620, ΑΠ 5/2000 Ολ. - κ.α.) Τέτοια (καταδικαστική) απόφαση δεν είναι αυτή που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη - αφού το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης.(βλ. ΑΠ 1345/2008, ΑΠ 273/2007, ΑΠ 134/2004 κ.α.). Συνεπώς αναίρεση που ασκήθηκε κατά αποφάσεως που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ασκήθηκε "χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή της" και ως τέτοια είναι απαράδεκτη (άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω να κηρυχθεί απαράδεκτη η από 22/7/2010 αναίρεση του Χ κατά της υπ' αριθμ. 43801/2010 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 509 παρ. 1 και 474 παρ. 1 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι το ένδικο μέσο γενικά, επομένως και η αναίρεση κατ' αποφάσεως, ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής της περιφέρειας που κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Κατ' εξαίρεση, προκειμένου για καταδικαστικές αποφάσεις, η αναίρεση μπορεί να ασκηθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Στην έννοια, όμως, της καταδικαστικής αποφάσεως, δεν περιλαμβάνεται και εκείνη που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη ή ανυποστήρικτη, αφού με αυτή το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως, αλλ' απλώς διαπιστώνει το απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου. Επομένως, προκειμένης αποφάσεως με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως απαράδεκτη, η αναίρεση πρέπει αναγκαίως να ασκηθεί στο γραμματέα του δικαστηρίου που την εξέδωσε κ.λ.π. και δεν μπορεί να ασκηθεί με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Εξάλλου κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε κατά βουλεύματος ή αποφάσεως, χωρίς να τηρηθούν οι οριζόμενες για την άσκηση αυτού διατυπώσεις, το αρμόδιο να κρίνει επ' αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλίο) μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, καλούμενους προς τούτο, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως και την καταδίκη του ασκήσαντος αυτό στα δικαστικά έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 22 Ιουλίου 2010 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 43801/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως, η έφεση του κατηγορουμένου ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 115009/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Η αίτηση αναιρέ-σεως ασκήθηκε με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Ενόψει όμως, του ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν είναι καταδικαστική, η αίτηση είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (476 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22 Ιουλίου 2010 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 43801/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμε-λειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμ-βρίου
  1. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 31 Δεκεμβρίου
  2. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.