← Ελλάδα

ΑΠ 2081/2007 — Επανάληψη διαδικασίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2081 / 2007 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Αμετάκλητη καταδίκη για κα-κουργηματική απάτη, προσφυγή στο ΕΔΔΑ η οποία έγινε δεκτή και επανάληψη της διαδικασίας με απόφαση του Αρείου Πάγου. Επακολού-θησε η έκδοση αποφάσεως του Αρείου Πάγου η οποία συμμορφώθηκε με τις επιταγές της απόφασης του ΕΔΔΑ αναφορικά με επιταγές, οι οποίες προσκομίστηκαν ήδη σε πρωτότυπο. Φυσική αδυναμία ανακτήσεως ηλεκτρονικών σελίδων που καταστράφηκαν. Λόγοι αναίρεσης Η΄, Α΄ και Δ Αριθμός 2081/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Μιχαήλ Δέτση, Γρηγόριο Μάμαλη-Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα και Θεοδώρα Γκοΐνη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου χ1, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Αριστομένη Τζαννετή και Νικόλαο Φραγκάκη, για αναίρεση της 1647/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρασκευή Τσαμαδού. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 541/

  1. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 του Ποινικού Κώδικα, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη η παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παρ.11 του Ν.2408/1996 και έγινε ευμενέστερη, ώστε να εφαρμόζεται αναδρομικά και για πράξεις που είχαν τελεσθεί προηγουμένως (άρθρα 2 του ΠΚ), επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ΄επάγγελμα και κατά συνήθεια. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται η προς το σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση από το δράστη ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή, ένεκα της οποίας ως άμεσο αποτέλεσμα επέρχεται η βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή του τρίτου, ο δε υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ΄επάγγελμα ή κατά συνήθεια και, μετά τη νέα αντικατάσταση της παραγράφου 3 του άρθρου 386 από το άρθρο 14 παρ.4 του Ν.2721/1999, απαιτείται επί πλέον το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. (ήδη 15.000 ευρώ), οπότε η νεότερη αυτή διάταξη αποβαίνει ακόμη ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ. του ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ.1 του Ν.2408/1996, "κατ΄επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη, για πορισμό εισοδήματος". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ΄επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ΄επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για την βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως, η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1647/2005 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ΄είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 28-2-1990 ο κατηγορούμενος, υπάλληλος του τμήματος καταθέσεων και χειριστής εκείνη την ημέρα του τερματικού Ε του υποκαταστήματος της πλατείας Καραϊσκάκη, στην Αθήνα, της πολιτικώς ενάγουσας Εμπορικής Τράπεζας, εκμεταλλευόμενος τη μεγάλη κίνηση και το φόρτο εργασίας του άνω υποκαταστήματος που υπάρχει στο τέλος του μήνα, καθώς και την απουσία για λόγους υγείας της Προϊσταμένης του τμήματος καταθέσεων. Β1, με σκοπό να βλάψει την τράπεζα αφαίρεσε και απέκρυψε ένα ασυμπλήρωτο καρνέ επιταγών με αριθμούς ....... μέχρι ........ Στη συνέχει με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας αντίστοιχα την περιουσία του ΟΣΕ και της Εμπορικής Τράπεζας, μετέδωσε από το τερματικό Ε του υποκαταστήματος της πλατείας Καραϊσκάκη, όπου, όπως προαναφέρθηκε, εργαζόταν, χωρίς να αποδειχθεί απασχόληση άλλου υπαλλήλου εκείνη την ημέρα στο τερματικό αυτό, μήνυμα στη μνήμη του κεντρικού υπολογιστή της εν λόγω Τράπεζας, με το οποίο συσχέτισε τους αριθμούς των άνω επιταγών, του καρνέ επιταγών που αφαίρεσε, με το λογαριασμό καταθέσεων όψεως .......... του ΟΣΕ, ως εάν ο τελευταίος είχε λάβει το καρνέ αυτό με τους νομίμους εκπροσώπους του. Για τη συγκάλυψη δε της μεταδόσεως του άνω επιλήψιμου μηνύματος και τη δυσχέρανση του ελέγχου των αρμοδίων υπαλλήλων της Εμπορικής Τράπεζας ο κατηγορούμενος κατέστρεψε εν μέρει το περιεχόμενο του ημερολογίου του τερματικού Ε με την αφαίρεση από τον εκτυπωτή της σελίδας που αποτύπωνε το επιλήψιμο μήνυμα και την επανατοποθέτηση του ημερολογίου με σύνδεση των δύο άκρων της διακοπής της κανονικής εκτυπώσεως με τσάκισμα υπό τη μορφή σαΐτας. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος, αφού συμπλήρωσε τις επιταγές με αριθμούς ........, ........, .........., ..........., ........, ........ και ....... (7 τον αριθμό) που είχαν κατασχεθεί και προσκομίσθηκαν ήδη εν πρωτοτύπω, με τα αντίστοιχα ποσά των δραχμών 2.640.000, 2.880.000, 3.450.000, 3.200.000, 3.150.000, 3.100.000 και 2.050.000, αριθμητικά και ολογράφως, έθεσε σ'αυτές ημερομηνίες εκδόσεως (....... στις επιταγές με αριθμούς ......, ........, .......... και ....... και ....... στις υπόλοιπες), τόπο εκδόσεως την Αθήνα, το όνομα του φερόμενου ως κομιστή Γ1 και τα ονόματα των φερομένων ως εκδοτών εκπροσώπων του ΟΣΕ ....... και ........., τις υπογραφές των οποίων απομιμήθηκε, πρόσθεσε δε με κατασκευασμένη (πλαστή) σφραγίδα πάνω από τις υπογραφές αυτών την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος ΑΕ (ΟΣΕ)" και σε άλλο σημείο του σώματος των επιταγών ανέγραψε τον αριθμό του πιο πάνω λογαριασμού που τηρούσε ο ΟΣΕ στο άνω υποκατάστημα, της πλατείας Καραϊσκάκη, της Εμπορικής Τράπεζας. Ο εν λόγω Γ1 ήταν πελάτης του άνω υποκαταστήματος και σε χρόνο που δεν διακριβώθηκε, πάντως προγενέστερο της 28-2-1990, είχε λησμονήσει την αστυνομική του ταυτότητα στο ταμείο της Τράπεζας και την έλαβε στην κατοχή του και απέκρυψε ο κατηγορούμενος. Τέλος, ο κατηγορούμενος με τη συνέργεια τρίτου άγνωστου προσώπου, στο οποίο παρέδωσε τις πλαστογραφημένες επιταγές και την άνω ταυτότητα, ώστε τούτο να εμφανισθεί ως ο κομιστής των επιταγών αυτών Γ1, παρέστησε ψευδώς στους υπαλλήλους των υποκαταστημάτων της Εμπορικής Τράπεζας, στα οποία στις 5-3-1990 εμφανίσθηκαν οι πλαστογραφημένες επιταγές, ότι αυτές είχαν πράγματι εκδοθεί από τους νόμιμα εξουσιοδοτημένους προς τούτο εκπροσώπους του ΟΣΕ σε χρέωση του λογαριασμού καταθέσεων όψεως του υποκαταστήματος Καραϊσκάκη και σε διαταγή του φερόμενου ως κομιστή Γ1, με αποτέλεσμα να παραπλανηθούν οι εν λόγω αρμόδιοι υπάλληλοι και να εξοφλήσουν στον άγνωστο κομιστή τις επιταγές αυτές σε χρέωση του αντίστοιχου λογαριασμού του ΟΣΕ με το συνολικό ποσό των 20.470.000 δραχμών, κατά το οποίο ο κατηγορούμενος και ο άγνωστος συνεργός του ωφελήθηκαν παράνομα με αντίστοιχη βλάβη αρχικά της περιουσίας του ΟΣΕ και στη συνέχεια, μετά την αποκάλυψη της αλήθειας, της Εμπορικής Τράπεζας, η οποία αποζημίωσε τον ΟΣΕ. Τα πιο πάνω αποδείχθηκαν ειδικότερα: 1) από τα προσκομιζόμενα αναμφισβήτητης γνησιότητας αποσπάσματα των εγγραφών στην μνήμη του κεντρικού υπολογιστή (ηλεκτρονικού κέντρου της Εμπορικής Τράπεζας), από τα οποία προκύπτει κατά τρόπο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση ότι η σύνδεση του καρνέ των ενδίκων επιταγών έγινε με τον προαναφερθέντα λογαριασμό καταθέσεων του ΟΣΕ με μήνυμα που μεταδόθηκε στις 28-2-1990 από το τερματικό Ε' του υποκαταστήματος της πλατείας Καραϊσκάκη (....) της Εμπορικής Τράπεζας, 2) από το γεγονός ότι από τις υφιστάμενες διαδικασίες ασφάλειας των μηχανογραφημένων εφαρμογών ήταν αδύνατο να αλλοιωθούν τα πιο πάνω στοιχεία από το προσωπικό του ηλεκτρονικού κέντρου, αφού το ηλεκτρονικό κέντρο μπορεί να επεξεργασθεί πληροφορίες που στέλνονται από τα υποκαταστήματα μόνον, 3) από το αναμφισβήτητο γεγονός ότι κατά την κρίσιμη ημερομηνία (28-2-1990) το τερματικό Ε' του υποκαταστήματος της πλατείας Καραΐσκάκη χειρίστηκε αποκλειστικά ο κατηγορούμενος και κατά συνέπεια δεν μπορούσε να είναι άλλος από τον κατηγορούμενο αυτός που έστειλε το επιλήψιμο μήνυμα στον κεντρικό υπολογιστή της Τράπεζας και που έκανε την καταστροφή της σελίδας του ημερολογίου που αποτύπωνε το επιλήψιμο μήνυμα, καθώς και την επανασύνδεση αυτού με την τεχνική της σαΐτας, 4) από τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της γραφής και υπογραφής του κατηγορουμένου, που αναφέρει ο πραγματογνώμονας ......... στην έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και τα οποία γνωρίσματα συνάντησε και στα χειρόγραφα στοιχεία των επίμαχων επιταγών και στις υπογραφές που υπάρχουν σ'αυτές, 5) από τον τρόπο γραφής του κατηγορουμένου που συναντάται και στις πλαστογραφημένες επιταγές, όπως βεβαίωσε η τότε προϊσταμένη του τμήματος καταθέσεων Β1 και για τον οποίο (τρόπο) αυτή του είχε κάνει υποδείξεις διορθώσεως, έγραφε δηλαδή, όπως είναι γραμμένο και στις ένδικες πλαστογραφημένες επιταγές, μετά την εντολή "πληρώσατε σε διαταγή" "τον κύριον" αντί "του κυρίου", ενώ τα ποσά ήταν με κόμμα και στο τέλος με "τελεία" και "παύλα", όπως συνήθιζε ο κατηγορούμενος, 6) από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ήταν ένας από τους λίγους υπαλλήλους του τμήματος καταθέσεων που γνώριζε τον αριθμό του λογαριασμού του ΟΣΕ και τους εξουσιοδοτημένους κατά την περίοδο εκείνη υπαλλήλους τούτου (ΟΣΕ) για την έκδοση επιταγών και 7) από τις καταθέσεις των περισσοτέρων μαρτύρων κατηγορίας, χωρίς να μπορεί να συναχθεί διαφορετική κρίση από τις καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων. Περαιτέρω, συνεχίζει στο αιτιολογικό του το Πενταμελές Εφετείο, όσον αφορά την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο κατ΄επάγγελμα τέλεση του πιο πάνω εγκλήματος της απάτης κατ΄εξακολούθηση, αποδείχθηκε ότι συντρέχει εν προκειμένω η επιβαρυντική αυτή περίσταση, αφού ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη αυτή όχι ευκαιριακά αλλά βάσει οργανωμένου σχεδίου με διαμόρφωση σχετικής υποδομής και οργανωμένης ετοιμότητας με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, από την οποία προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, κατά την έννοια της κατ΄επάγγελμα τελέσεως του εγκλήματος, όπως αυτή ορίζεται με το άρθρο 13 στ' ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ.1 του ν.2408/
  2. Ειδικότερα, τα περιστατικά που θεμελιώνουν την επιβαρυντική αυτή περίσταση και αποδείχθηκαν πλήρως από τα άνω αποδεικτικά στοιχεία είναι ότι είχε οργανωθεί προηγουμένως το σχέδιο που στη συνέχεια εκτελέσθηκε με τη συνεργασία του κατηγορουμένου με τον άγνωστο τρίτο συνεργό του, η οργάνωση δε περιλάμβανε την υπεξαγωγή της ταυτότητας που είχε απολέσει ο κάτοχός της Γ1 την αφαίρεση του καρνέ των επιταγών, την κατασκευή πλαστής σφραγίδας του ΟΣΕ, την επιμελημένη πλαστογράφηση των επιταγών και τη χρησιμοποίηση του τερματικού για τον επηρεασμό των στοιχείων του κεντρικού υπολογιστή της Τράπεζας για την παραπλάνηση των αρμόδίων υπαλλήλων αυτής με τις πλαστογραφημένες επιταγές, σχέδιο το οποίο οργανώθηκε και εκτελέσθηκε κατά τρόπο, ώστε να είναι δυσχερής η αποκάλυψή του, ενόψει της χρησιμοποιήσεως του ηλεκτρονικού υπολογιστή ως μέσου για την παραπλάνηση των τρίτων. Από τα περιστατικά δε αυτά προκύπτει ο σκοπός του κατηγορουμένου για πορισμό εισοδήματος, με τη δημιουργία της κατάλληλης πιο πάνω υποδομής, από την οποία προκύπτει και η πρόθεση για επανειλημμένη τέλεση της πράξεως. Τέλος, το Πενταμελές Εφετείο δέχεται, αναφορικά με την επελθούσα ζημία από την προκείμενη απάτη, ότι αυτή (ζημία) προξενήθηκε τελικώς εις βάρος της περιουσίας της πολιτικώς ενάγουσας Εμπορικής Τράπεζας, αφού προηγουμένως απειλήθηκε να ζημιωθεί η περιουσία του ΟΣΕ, γιατί με βάση τα αποδειχθέντα πιο πάνω περιστατικά κατ΄αρχάς η εξόφληση των πλαστογραφημένων πιο πάνω επιταγών έγινε με χρέωση του λογαριασμού του ΟΣΕ με το συνολικό ποσό των 20.470.000 δραχμών, το οποίο, όμως, τελικά κατέβαλε η Εμπορική Τράπεζα στον ΟΣΕ, με αποτέλεσμα μόνη ζημιωθείσα από την απάτη του κατηγορουμένου να είναι η Εμπορική Τράπεζα κατά το άνω ποσό των 20.470.000 δραχμών. Εξ άλλου, συνεχίζει στο αιτιολογικό του το Δικαστήριο της ουσίας, από τα άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι δεν φυλάσσονται πέραν της πενταετίας στα αρχεία της Εμπορικής Τράπεας οι πρωτότυπες ηλεκτρονικές σελίδες του κεντρικού υπολογιστή αυτής. Συνεπώς το έτος 1998, όταν το πρώτον υποβλήθηκε σχετική αίτηση (για την προσκόμιση των άνω σελίδων) στο Πενταμελές Εφετείο, δεν υπήρχε δυνατότητα παραδοχής του αιτήματος αυτού, αφού ήδη από το έτος 1995 είχαν καταστραφεί τα προσωρινά μαγνητικά αρχεία. 'Αλλωστε και εάν προσκομίζοντο οι πρωτότυπες σελίδες του κεντρικού υπολογιστή το αποτέλεσμα της δίκης θα ήταν το ίδιο για τον κατηγορούμενο, αφού αποδείχθηκε περίτρανα η ακρίβεια και η γνησιότητα των με αριθμούς 19 και 20 εγγράφων που έχουν εκδοθεί από τη μνήμη του κεντρικού ηλεκτρονικού υπολογιστή. Εξάλλου, εάν ο κατηγορούμενος αμφισβητούσε την ακρίβεια και τη γνησιότητα των άνω εγγράφων, θα ζητούσε, ευθύς ως κλήθηκε στον Ανακριτή ή έστω στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο την προσαγωγή των μαγνητικών αρχείων του κεντρικού ηλεκτρονικού υπολογιστή της Εμπορικής Τράπεζας, και όχι το πρώτον ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου. Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, οι ένδικες επιταγές προσκομίσθηκαν και κατάτέθηκαν εν πρωτοτύπω από την εξετασθείσα μάρτυρα γραμματέα του Εφετείου Μαρία Αναγνωστοπούλου, στα χέρια της οποίας ευρίσκοντο ήδη από το έτος 1999, οπότε και κατασχέθηκαν σε εκτέλεση της αναγνωσθείσας πιο πάνω αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου και αποτέλεσαν αντικείμενο εξετάσεως από όλους τους παράγοντες της δίκης. Με βάση τα περιστατικά αυτά και τη διευκρίνιση ότι πρόκειται εν προκειμένω περί του εγκλήματος της κοινής απάτης του άρθρου 386 ΠΚ, αφού η βλάβη της περιουσίας της Εμπορικής Τράπεζας επήλθε με την προαναφερθείσα παραπλάνηση των αρμοδίων υπαλλήλων της, η οποία επιτεύχθηκε και με τη χρησιμοποίηση του ηλεκτρονικού υπολογιστή ως μέσου απλώς για την παραπλάνησή τους, ώστε να αποκλείεται το ειδικό έγκλημα του άρθρου 386 ΑΚ του ΠΚ., το Πενταμελές Εφετείο κατέληξε στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεώς του ότι πρέπει α) να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την άνω πράξη της απάτης κατ΄εξακολούθηση και κατ΄επάγγελμα, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 13 εδ. στ', 98 και 386 παρ.1 και 3 του ΠΚ, υπό τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2α του ίδιου Κώδικα, και β) να απορριφθεί ως αβάσιμη η σχετική ένσταση του κατηγορουμένου, αφού ήδη προσκομίσθηκαν εν πρωτοτύπω οι ένδικες επιταγές και υπάρχει φυσική αδυναμία προσκομίσεως εν πρωτοτύπω των μαγνητικών αρχείων του Κεντρικού ηλεκτρονικού υπολογιστή της πολιτικώς ενάγουσας για τον προαναφερθέντα λόγο, γι'αυτό δε καταδίκασε αυτόν σε ποινή φυλακίσεως τριών ετών και έξι μηνών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Περαιτέρω, από τις ενέργειες του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου που παρατίθενται κατά τα ανωτέρω στην προσβαλλόμενη απόφαση, η ενέργειά του, και συγχρόνως παραδοχή του Δικαστηρίου, ότι εκείνος αμέσως και αυτοπροσώπως "μετέδωσε από το τερματικό Ε του υποκαταστήματος της πλατείας Καραϊσκάκη, όπου, όπως προαναφέρθηκε, εργαζόταν, χωρίς να αποδειχθεί απασχόληση άλλου υπαλλήλου εκείνη την ημέρα στο τερματικό αυτό, μήνυμα στη μνήμη του κεντρικού υπολογιστή της εν λόγω (Εμπορικής) Τράπεζας, με το οποίο συσχέτισε τους αριθμούς των άνω επιταγών (από ...... έως .......), του καρνέ επιταγών που αφαίρεσε, με το λογαριασμό καταθέσεων όψεως ........ του ΟΣΕ, ως εάν ο τελευταίος είχε λάβει το καρνέ αυτό με τους νομίμους εκπροσώπους του", αρκεί να αποτελέσει πράξη πραγματώσεως απ'αυτόν (αναιρεσείοντα) της αντικειμενικής υποστάσεως της απάτης, για την οποία καταδικάσθηκε, και συγκεκριμένα πραγματώσεως του στοιχείου της αντικειμενικής υποστάσεως που αφορά τη ψευδή παράσταση ότι ο ΟΣΕ είχε εκδώσει τις επίμαχες επιταγές σε χρέωση του ειρημένου λογαριασμού του στην Εμπορική Τράπεζα. Τούτο δε, ανεξαρτήτως αν ο αναιρεσείων προηγήθηκε χρονικά της πράξεως του άγνωστου συμμετόχου, ο οποίος, κατά τις παραδοχές επίσης του Πενταμελούς Εφετείου, ήταν αυτός που εμφανίσθηκε ψευδώς ως ο κομιστής των πλαστών επιταγών στους υπαλλήλους των υποκαταστημάτων της πολιτικής ενάγουσας Τράπεζας, με αποτέλεσμα αυτοί, αφού προφανώς συμβουλεύθηκαν και τον κεντρικό ηλεκτρονικό υπολογιστή της Τράπεζας, να παραπλανηθούν και να εξοφλήσουν τις επίμαχες επιταγές με χρέωση του ανωτέρω λογαριασμού του ΟΣΕ. Συνεπώς, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα με ποια ακριβώς ενέργεια του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και σε ποιο χρόνο εξαπατήθηκαν, κατά τα ανωτέρω, οι υπάλληλοι των υποκαταστημάτων της Εμπορικής Τράπεζας και δεν υπάρχει καμία αντίφαση μεταξύ αυτού (αιτιολογικού) και του διατακτικού της αποφάσεως, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων, εντεύθεν δε κατ΄ορθή εφαρμογή του νόμου το Πενταμελές Εφετείο καταδίκασε αυτόν ως αυτουργό της εν λόγω απάτης, συντρεχόντων βεβαίως και των λοιπών όρων του εγκλήματος αυτού. Η λοιπή δραστηριότητα του αναιρεσείοντος που αναφέρεται στην κατάρτιση των πλαστών επιταγών και την εν γένει προπαρασκευή της απάτης, δεν συνιστά πράγματι συμπεριφορά του κατηγορουμένου, οδηγούσα στην εξαπάτηση, αλλά, όπως ειδικά αναγράφεται και στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως (σελ. 72), θεμελιώνει την επιβαρυντική περίσταση της κατ΄επάγγελμα τελέσεως, γιατί περιλαμβάνεται στην οργάνωση και το σχεδιασμό των αξιοποίνων πράξεων (στην υποδομή). Τέλος, δεν υπάρχει αντίφαση ούτε και από την παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως (σελ. 69) ότι κατά την κρίσιμη ημερομηνία (28-2-1990) το τερματικό Ε' του υποκαταστήματος της πλατείας Καραϊσκάκη (της Εμπορικής Τράπεζας) χειρίστηκε αποκλειστικά ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, ενώ προηγουμένως στο ίδιο σκεπτικό (σελ. 66) αναφέρεται ότι δεν αποδείχθηκε απασχόληση άλλου υπαλλήλου εκείνη την ημέρα (28-2-1990) στο ίδιο τερματικό Ε' . Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται από τον 'Αρειο Πάγο για τον αναιρετικό έλεγχο, αποδεικνύονται τα εξής: Με την υπ'αριθ. 1560/1998 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ο αναιρεσείων κατηγορούμενος καταδικάσθηκε, κατ΄έφεση, για την ίδια ακριβώς πιο πάνω πράξη της κακουργηματικής απάτης, η απόφαση δε αυτή έγινε αμετάκλητη μετά την απόρριψη της κατ΄αυτής ασκηθείσας αιτήσεως αναιρέσεως με την υπ'αριθ. 1796/1999 απόφαση του Αρείου Πάγου. Για την καταδίκη του αυτή ο αναιρεσείων προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) με την υπ'αριθ. 59506/2000 προσφυγή του κατά της Ελλάδος, παραπονούμενος για παραβίαση του άρθρου 6 παρ.1 και 3 εδ. δ' της ΕΣΔΑ, που συνίσταται στο ότι τα φωτοτυπικά αντίγραφα των κρισίμων πιο πάνω επτά

(7)επιταγών, καθώς και των πιο πάνω υπ'αριθ. 19 και 20 σελίδων του Κεντρικού ηλεκτρονικού υπολογιστή της πολιτικώς ενάγουσας Εμπορικής Τράπεζας ήταν ανεπαρκή αποδεικτικά στοιχεία και έπρεπε η γνησιότητα και καταλληλότητά τους να αποτελέσουν αντικείμενο αποτελεσματικής αποδεικτικής διαδικασίας, ώστε να πληρωθούν οι απαιτήσεις της δίκαιης δίκης. Το ΕΔΔΑ με την από 9-5-2003 απόφασή του έκανε δεκτή την προσφυγή του αναιρεσείοντος, αφού διαπιστώθηκε ότι υπήρξε παραβίαση του ανωτέρω άρθρου 6 παρ.1 και 3 εδ. δ' της ΕΣΔΑ : α) λόγω της υπερβολικής διάρκειας της εις βάρος του ποινικής διαδικασίας και β) λόγω της αρνήσεως των δικαστικών αρχών να διατάξουν την προσκομιδή των πρωτοτύπων των άνω εγγράφων (επτά επιταγών και των οικείων ηλεκτρονικών σελίδων του άνω κεντρικού ηλεκτρονικού υπολογιστή), τα οποία χρησίμευσαν ως βάση για την καταδίκη του αναιρεσείοντος. Στη συνέχεια, ύστερα από αίτηση του τελευταίου, εκδόθηκε η 159/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την ειρημένη 1560/1998 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Επακολούθησε η έκδοση της προσβαλλόμενης (με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως) πιο πάνω υπ'αριθ. 1647/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία και πάλι καταδικάσθηκε, κατά τα ανωτέρω, ο αναιρεσείων για την ειρημένη αξιόποινη πράξη της απάτης σε βαθμό κακουργήματος και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως τριών ετών και έξι μηνών. Το Δικαστήριο που εξέδωσε την εν λόγω αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση συμμορφώθηκε με τις επιταγές της από 9-5-2003 αποφάσεως του ΕΔΔΑ. Ειδικότερα, προσκομίσθηκαν ενώπιόν του, αναγνώσθηκαν και στη συνέχεια λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν, κατά τους ορισμούς των διατάξεων των άρθρων 177, 178 και 179 ΚΠοινΔ, τα πρωτότυπα των επίμαχων πιο πάνω επτά
(7)επιταγών. Δεν κατέστη, όμως, δυνατό να προσκομισθούν στο Δικαστήριο της ουσίας και τα πρωτότυπα των οικείων πιο πάνω ηλεκτρονικών σελίδων του κεντρικού ηλεκτρονικού υπολογιστή της πολιτικώς ενάγουσας Εμπορικής Τράπεζας, γιατί, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν φυλάσσονται, λόγω παρόδου πενταετίας, στα αρχεία της εν λόγω Τράπεζας. Υπήρχε, δηλαδή, εν προκειμένω αντικειμενική αδυναμία συμμορφώσεως του Δικαστηρίου με το σκέλος αυτό της αποφάσεως του ΕΔΔΑ, για τους λόγους της οποίας (αδυναμίας) υπάρχει, σύμφωνα με όσα λεπτομερώς προεκτέθηκαν, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, Επίσης, στη συνέχεια, το Πενταμελές Εφετείο με ειδική αιτιολογία εκθέτει ότι η προσκομιδή των πρωτοτύπων των προαναφερθεισών ηλεκτρονικών σελίδων του κεντρικού ηλεκτρονικού υπολογιστή της Εμπορικής Τράπεζας δεν θα μετέβαλε την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του, η οποία στηρίχθηκε όχι μόνο στα προσκομισθέντα αναμφισβήτητης γνησιότητας αποσπάσματα των εγγραφών στη μνήμη του άνω κεντρικού υπολογιστή (ηλεκτρονικού κέντρου της Εμπορικής Τράπεζας), από τα οποία προκύπτει κατά τρόπο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση ότι η σύνδεση του καρνέ των ενδίκων επιταγών με τον ειρημένο λογαριασμό καταθέσεων του ΟΣΕ έγινε με μήνυμα που μεταδόθηκε στις 28-2-1990 από το τερματικό Ε' του υποκαταστήματος της πλατείας Καραϊσκάκη (.....) της Εμπορικής Τράπεζας, αλλά και σε πολλά άλλα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία αναφέρονται λεπτομερώς στην προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, η μη συμμόρφωση από το Πενταμελές Εφετείο, που εξέδωσε την απόφαση αυτή, με το άνω σκέλος της άνω από 9-5-2003 αποφάσεως του ΕΔΔΑ, οφειλόμενη κατά τα ανωτέρω σε αντικειμενική αδυναμία, δεν μπορεί να οδηγήσει σε αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ούτε, άλλωστε, αποτελεί αυτή ειδικό λόγο από τους περιοριστικώς διαλαμβανομένους στο άρθρο 510 παρ.1 ΚΠοινΔ, λόγους αναιρέσεως, Ούτε, περαιτέρω, εξαιτίας των προεκτεθέντων παραβιάστηκε εν προκειμένω κάποιο υπερασπιστικό δικαίωμα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και κατά συνέπεια δεν επήλθε καμία απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, αλλ΄ούτε το Δικαστήριο της ουσίας υπερέβη την εξουσία του, αποδεσμευθέν από το πόρισμα της άνω αποφάσεως του ΕΔΔΑ, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η' και Α' ΚΠοινΔ πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει, να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ), καθώς και η δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 3 Φεβρουαρίου 2006 (υπ'αριθ. πρωτ. 406/10-2-2006) αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 1647/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα α) στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ, και β) στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" εκ πεντακοσίων
(500)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουλίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Νοεμβρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.