Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2081 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία. Περίληψη: Απάτη κακουργηματική κατά συναυτουργία. Αναίρεση με την επίκληση ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Υπάρχει αιτιολογία. Απορρίπτει την αναίρεση. Αριθμός 2081/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποιν. Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 24 Σεπτεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)χ1 και 2)χ2, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 201/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 8 Σεπτεμβρίου 2008 δύο χωριστές αιτήσεις τους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1433/
- Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου, με αριθμό 421/12-9-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, κατά τα άρθρα 482 και 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ.,, τις με αριθμό 47 και 48 από 8.9.2008 αιτήσεις των χ1 και χ2, για αναίρεση του υπ'αριθμόν 201/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με το οποίο απορρίφθησαν κατ'ουσίαν οι υπ'αριθμόν 36/2007 και 37/2007, αντίστοιχα, εφέσεις αυτών, κατά του υπ'αριθμόν 562/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, που τους παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς για να δικαστούν για απάτη κατά συναυτουργία, από δράστες που διαπράττουν απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και προξενηθείσα συνολική ζημία μεγαλύτερη από 15.000 ευρώ (άρθρα 13στ, 45, 386 παρ. 1, 3α ΠΚ) και εκθέτω τα ακόλουθα: Οι υπό κρίση αιτήσεις έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τους ίδιους τους κατηγορουμένους ενώπιον του γραμματέως του Εφετείου Πειραιώς και στρέφονται κατά βουλεύματος που τους παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη και περιέχουν συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως και δη α) την εσφαλμένη εφαρμογή και την εκ πλαγίου παράβαση της διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ και β) την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρο 139 Κ.Π.Δ. (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. Β'και Δ' Κ.Π.Δ.). Συνεπώς είναι παραδεκτές οι άνω αιτήσεις και πρέπει να συνεκδικασθούν και να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι σ'αυτές λόγοι. Οι λόγοι αυτοί συνίστανται στο ότι α) έχει παραβιαστεί εκ πλαγίου η διάταξη του άρθρου 386 ΠΚ καθ'όσον έχουν εμφιλοχωρήσει αντιφάσεις σχετικά με το γεγονός που φέρεται να συνιστά την ψευδή παράσταση, ήτοι εάν ήταν οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι κύριοι των επιδίκων μετοχών και εάν είχαν τη δυνατότητα μεταβίβασής τους στον εγκαλούντα και σε κάθε τρίτον. Ειδικότερα στο κρίσιμο ζήτημα της αντικειμενικής υπόστασης του άνω διωκομένου εγκλήματος της απάτης, υπάρχουν στο προσβαλλόμενο βούλευμα αντιφατικές και απολύτως αντικρουόμενες παραδοχές, που αφενός παρουσιάζουν τους αναιρεσείοντες κυρίους των μετοχών και δικαιούχους (beneficiary) βάσει συγκεκριμένης πράξης εμπιστεύματος (trust deed) και τους καταλογίζονται ευθύνες ότι υπό τις ανωτέρω ιδιότητές των δεν παρέδωσαν τις μετοχές στον εγκαλούντα και αφετέρου, κατά τρόπο αντιφατικό, αναφέρεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι παρέστησαν ψευδώς ότι ήταν κύριοι και δικαιούχοι των επιδίκων μετοχών και ότι είχαν τη δυνατότητα να μεταβιβάσουν τις μετοχές, ενώ δήθεν δεν την είχαν, β) έχει ωσαύτως παραβιασθεί εκ πλαγίου η διάταξη του άρθρου 386 ΠΚ καθόσον έχουν εμφιλοχωρήσει αντιφάσεις σχετικά με τη φερομένη βλάβη του εγκαλούντος ήτοι εάν έγινε μέτοχος και δικαιούχος των επιδίκων 8 μετοχών ή εάν οι αναιρεσείοντες συνέχισαν να είναι μέτοχοι και δικαιούχοι αυτών και συγκεκριμένα ενώ το προσβαλλόμενο δέχεται ότι ο εγκαλών συνυπέγραψε την από 10.12.93 πράξη παρακαταθήκης, με την οποίαν γινόταν δικαιούχος των 8 επιδίκων μετοχών, δέχεται ακόμη αντιφατικά ότι ο εγκαλών ουδέποτε διαδέχθηκε κάποιον από τους κατηγορουμένους στην έννομη σχέση τους με τις Γ1 και Γ2, ώστε να θεωρείται ότι ο εγκαλών περιήλθε σε ισοδύναμη νομική κατάσταση, γ) δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν την ύπαρξη του υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και δη κατά τη στιγμή της τελέσεως του αδικήματος, αλλά αναφέρει προς τούτο ότι "ο σκοπός προκύπτει και από το ότι, αν και στις 22.11.94 εξοφλήθηκε το δάνειο και έπρεπε οι μετοχές να αποδοθούν στον εγκαλούντα" ήτοι δικαιολογεί τον δόλο με γεγονός που έλαβε χώρα μετά το χρόνο τελέσεως της πράξεως και δ) στο προσβαλλόμενο βούλευμα έχει παραποιηθεί η κατηγορία όσον αφορά το στοιχείο της εξαπάτησης σε τέτοιο βαθμό που για παράσταση άλλων πραγματικών περιστατικών απολογήθηκαν και παραπέμφθηκαν σε πρώτο βαθμό και για παράσταση άλλων περιστατικών παραπέμφθηκαν δια του προσβαλλομένου βουλεύματος να δικαστούν και ειδικότερα ενώ στο 2ο φύλλο του προσβαλλομένου βουλεύματος αναφέρεται ότι οι αναιρεσείοντες "εν γνώσει τους παρέστησαν ψευδώς στον εγκαλούντα ότι τυγχάνουν μέτοχοι και διαχειριστές της εταιρείας και ότι είχαν τη δυνατότητα να πωλήσουν και να μεταβιβάσουν στον εγκαλούντα τις μετοχές, στο φύλλο 16ο αναφέρεται ότι "παρέστησαν ψευδώς ότι είναι οι εγγεγραμμένοι μέτοχοι της άνω εταιρείας και μπορούσαν να του μεταβιβάσουν τις ίδιες μετοχές ως εμπιστευματοδόχοι" και δια του τρόπου αυτού, με τις αυθαίρετες αλλοιώσεις πλήττεται η αιτιολογία του βουλεύματος. Επειδή έλλειψη της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 περ. δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστικού συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους ήχθη στην αποδοχή των ισχυρισμών του μηνυτή και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Περαιτέρω για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας το μεν είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, το δε αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος των, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους. Απαιτείται ακόμη να προκύπτει ότι συνεκτιμήθησαν όλα τα αποδεικτικά στοιχεία. Ακόμη περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συντρέχει όχι μόνο όταν το Συμβούλιο Εφετών δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ "'Οποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Ακόμη κατά την παράγραφο 3 εδ. α' του άνω άρθρου, η απάτη λαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα όταν τελείται "κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια" και το συνολικό όφελος ή η ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. Ειδικότερα, από το άρθρο 13 εδ. στ' του Π.Κ. προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης της απάτης "κατ'επάγγελμα" απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός αυτού να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του ως άνω εγκλήματος. Επίσης κατ'επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. Είναι φανερό ότι τόσο η "κατ'επάγγελμα" όσο και η "κατά συνήθεια" τέλεση αποτελούν νομικές έννοιες των οποίων η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, δι'ο και το παραπεμπτικό βούλευμα πρέπει να θεμελιώνει σε πραγματικά περιστατικά την αντικοινωνικότητα και τη ροπή του δράστη προς διάπραξη άλλων εγκλημάτων στο μέλλον, διαφορετικά είναι αναιρετέο για έλλειψη αιτιολογίας (Α.Π. 2200/2002 ΠΧ ΝΓ/2003 σελ. 762). Στη προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιώς με το υπ'αριθμόν 562/2007 βούλευμά του παρέπεμψε τους ήδη αναιρεσείοντες Χ1 και Χ2 ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για να δικαστούν για το αναφερόμενο στην αρχή της παρούσας κακούργημα της απάτης κατά συναυτουργία. Κατόπιν εφέσεως των κατηγορουμένων εκδόθηκε το υπ'αριθμόν 315/2007 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Κατά του βουλεύματος αυτού ασκήθηκε αναίρεση από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και επ'αυτής εκδόθηκε το υπ'αριθμ. 1288/2008 βούλευμα, δια του οποίου αναιρέθηκε το άνω υπ'αριθμόν 315/2007 βούλευμα και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως. Ούτω η υπόθεση εισήχθη εκ νέου στο Συμβούλιο Εφετών Πειραιά και την 31.7.2008 δημοσιεύθηκε το υπ'αριθμόν 201/2008 βούλευμα του Συμβουλίου αυτού, δια του οποίου, κατά τα ανωτέρω, επικυρώθηκε το εκκαλούμενο βούλευμα 562/
- Κατά του βουλεύματος αυτού ασκήθηκαν από τους κατηγορουμένους οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως. Όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς δέχθηκε ανελέγκτως ότι εκ του υφισταμένου συνολικού αποδεικτικού της δικογραφίας και ειδικότερα τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και τις ανωμοτί του πολιτικώς ενάγοντος, τα εισκομισθέντα έγγραφα, τις απολογίες των κατηγορουμένων και το περιεχόμενο των εκθέσεων εφέσεώς τους, προέκυψαν τα εξής περιστατικά:. Κατά το Κυπριακό δίκαιο, όπως προκύπτει από τις με αριθμ. πρωτ. 599/2004 και 322/2006 νομικές πληροφορίες του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού δικαίου και το με στοιχ. ..... έγγραφο - απάντηση της Νομικής Υπηρεσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι εταιρίες περιορισμένης ευθύνης (company limited), διέπονται από τον "περί εταιριών νόμο", από 21 Ιουλίου 1951, όπως τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε, αναθεωρήθηκε, μεταφράστηκε και ενοποιήθηκε στην ελληνική γλώσσα και περιέχεται στο κεφάλαιο 113 της Νομοθεσίας της Κύπρου. Ο κυπριακός Εμπορικός Νόμος επιτρέπει σε οποιοδήποτε πρόσωπο (αρθρ. 3 αυτού) να συστήσει εταιρία περιορισμένης ευθύνης χωρίς διάκριση, ως προς την ιθαγένεια ή τον τόπο της κατοικίας του. Αλλά τα άρθρα 10, 11, 15 και 19 του νόμου περί ελέγχου συναλλάγματος της Κύπρου (κεφ. 199, όπως τροποποιήθηκε), προβλέπουν ότι πρόσωπο το οποίο διαμένει εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας (μη κάτοικος), δεν μπορεί να αποκτήσει αμέσως ή εμμέσως τίτλο αξιών σε νομικά πρόσωπα εγγεγραμμένα στην Κύπρο, χωρίς την άδεια της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Με βάση αυτό το νόμο παρέχεται εξουσία στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου να εξαρτά την παροχή αυτής της άδειας από συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Η άδεια της Κεντρικής Τράπεζας αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να καταχωρίσει η εταιρία τα ονόματα των μελών της, μη κατοίκων ή των εντολοδόχων τους στο μητρώο μελών, σύμφωνα με το άρθρο 105 κυπρ. ΕΝ. Χωρίς την άδεια αυτή μετοχές ή άλλοι τίτλοι δεν παρέχουν κανένα δικαίωμα στους "κυρίους" τους. Περαιτέρω, για τους μετόχους μη κατοίκους που επιθυμούν την ανωνυμία τους, προβλέπεται η δυνατότητα διορισμού "εμπιστευματοδόχου", με σχετική πράξη σύστασης εμπιστεύματος (trust deed), μέχρι κατ' ανώτατο όριο τεσσάρων κατοίκων-μετόχων-εμπιστευματοδόχων (άρθρ.34, 35, 36, 38 και 40 του νόμου περί εμπιστεύματος, κεφ. 193 της Νομοθεσίας της Κύπρου). Σύμφωνα, όμως, με το άρθρο 16 του νόμου περί συναλλάγματος (Κεφ. 199, όπως τροποποιήθηκε), ο "κάτοικος" δεν μπορεί να ενεργήσει ως εντολοδόχος - εμπιστευματοδόχος για λογαριασμό ενός "μη κατοίκου", χωρίς προηγούμενη άδεια από την Κεντρική Τράπεζα, σύμφωνα δε με τα άρθρα 112 και 113 κυπρ. Ε.Ν. μόνο τα ονόματα των κατοίκων εντολοδόχων - εμπιστευματοδόχων καταχωρούνται στα μητρώα που τηρούνται από τον Έφορο Εταιριών και στο Μητρώο Μελών που τηρείται στην έδρα της εταιρίας. Δηλαδή, στην περίπτωση που μετοχές εταιρίας κατέχονται από ένα πρόσωπο υπό την ιδιότητα του εμπιστευματοδόχου, προς όφελος άλλου δικαιούχου, μέτοχος κατά τον κυπρ. Ε.Ν. θεωρείται ο εμπιστευματοδόχος, ο οποίος είναι πρόσωπο που εγγράφεται ως μέτοχος στο Μητρώο Μελών Εταιρείας και στο Μητρώο του Εφόρου Εταιριών. Ο κυπρ. Ε.Ν δεν διαχωρίζει μεταξύ "ουσιαστικών" ή "κρυπτομένων" μετόχων και "εμπιστευματοδόχων". Ο νόμος αυτός προνοεί για μετόχους, δηλαδή τα φυσικά ή νομικά εκείνα πρόσωπα, τα οποία κατονομάζονται στο ιδρυτικό έγγραφο της εταιρίας ότι λαμβάνουν μετοχές. Στη συνέχεια, οποιεσδήποτε μετοχές κατέχονται από τα εν λόγω πρόσωπα μπορούν να μεταβιβαστούν σε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δε μεταβίβαση κοινοποιείται στον Έφορο Εταιριών με τη συμπλήρωση και καταχώριση σχετικού εντύπου, το οποίο υπογράφεται από μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ή το γραμματέα της εταιρίας. Η διαδικασία μεταβίβασης μετοχών της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης καλύπτεται από τα άρθρα 71-82 κυπρ. Ε.Ν., η δε μεταβίβαση δεν καταχωρείται από την εταιρία παρά μόνο με την προσαγωγή και παράδοση σ' αυτήν κατάλληλου μεταβιβαστικού εγγράφου "instrument of transfer" (αρθρ. 73 κυπρ. Ε.Ν.). Μέσα σε δύο μήνες από την ημερομηνία κατάθεσης στην εταιρία του εγγράφου μεταβίβασης μετοχών, η εταιρία συμπληρώνει και ετοιμάζει για παράδοση τα πιστοποιητικά όλων των τίτλων που μεταβιβάστηκαν (αρθρ. 78
(1)κυπρ. Ε.Ν.). Οποιαδήποτε μεταβίβαση μετοχών ιδιωτικής εταιρίας με μετοχικό κεφάλαιο κοινοποιείται στον Έφορο Εταιριών, κατά τον καθοριζόμενο από τον Έφορο τύπο, μέσα σε δεκατέσσερις ημέρες από την εγγραφή της μεταβίβασης αυτής στο μητρώο μελών της εταιρίας (αρθρ. 113 Α κυπρ. Ε.Ν.). Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι από τον Οκτώβριο του έτους 2004 οπότε φιλελευθεροποιήθηκαν οι επενδύσεις στην Κύπρο, μέτοχοι των ως άνω εταιριών μπορούν να είναι οποιοιδήποτε, ακόμη και μη κάτοικοι της Κύπρου, όπως και πολίτες ευρωπαϊκών ή τρίτων χωρών. Όμως, μέχρι τον Οκτώβριο μήνα του έτους 2004, ως προς τους μη κατοίκους της Κύπρου ίσχυαν όσα προαναφέρθηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση, από την κύρια ανάκριση που διενεργήθηκε για την υπόθεση αυτή, αρχική και συμπληρωματική (δυνάμει του με αριθμ. 1197/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά) και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τις ανωμοτί καταθέσεις του πολιτικώς ενάγοντος, τα έγγραφα της δικογραφίας και τις απολογίες των κατηγορουμένων προέκυψαν τα ακόλουθα: Στις 22.10.1993 συστάθηκε νομίμως στην Κύπρο και εγγράφηκε στα μητρώα εταιριών με αριθμ. ..... εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία, "......¨με έδρα τη Λεμεσό, μετοχικό κεφάλαιο 100 λιρών Κύπρου, διαιρεμένο σε εκατό μετοχές της μιας λίρας η κάθε μία και σκοπό, μεταξύ των άλλων, την αγορά και εκμετάλλευση πλοίων. Ιδρυτικά μέλη της παραπάνω εταιρίας ήταν οι Γ1 και Γ2, οι οποίες κατείχαν από 50% των μετοχών και συγκεκριμένα, τις με αριθμ. 1 έως 50 η πρώτη και 51 έως 100 η δεύτερη. Ακολούθως, στο πλαίσιο της τότε ισχύουσας κυπριακής νομοθεσίας, το εγκατεστημένο στη Λεμεσό της Κύπρου δικηγορικό γραφείο Ζ1, με την από 27.10.1993 αίτηση του προς την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ζήτησε να χορηγηθεί η άδεια στις Γ1 και Γ2 να κατέχουν τις μετοχές της ως άνω εταιρίας για λογαριασμό μη κατοίκων Κύπρου και συγκεκριμένα για λογαριασμό του κατηγορουμένου Χ2 η πρώτη και του κατηγορουμένου Χ1 η δεύτερη. Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου χορήγησε τη σχετική άδεια και υπογράφηκαν στις ....., μεταξύ των ανωτέρω, δύο έγγραφα σύστασης εμπιστεύματος (instruments of trust deed), ένα μεταξύ των Γ1 και Χ2 και ένα μεταξύ των Γ2 και Χ
- Ως εμπιστευματοδόχος (trustee), κάθε μία από τις Γ1 και Γ2 δήλωσε με το αντίστοιχο από τα ως άνω έγγραφα ότι κατέχει τις αναφερόμενες στον πίνακα μετοχές και όλα τα μερίσματα και τόκους που έχουν σωρευθεί ή πρόκειται να σωρευθούν στο ίδιο εμπίστευμα για το δικαιούχο (beneficiary), ήτοι για τον Χ2 η πρώτη και το Χ1 η δεύτερη και τους διαδόχους τους και συμφώνησαν να μεταβιβάσουν, πληρώσουν και χειρίζονται τις μετοχές, μερίσματα και τόκους κατά τον τρόπο που εκείνοι από καιρού εις καιρόν θα τους υποδεικνύουν. Οι ανωτέρω εμπιστευματοδόχοι (Γ1 και Γ2) ήταν υπάλληλοι του προαναφερθέντος δικηγορικού γραφείου, το οποίο είχε αναλάβει, από νομικής πλευράς, τη σύσταση της εταιρίας "........", κατόπιν οδηγιών των κατηγορουμένων, οι οποίοι ενδιαφέρονταν για την αγορά μέσω μιας κυπριακής εταιρίας του υπό κυπριακή σημαία πλοίου "Β1", η δε σχέση που συνέδεε όλους τους ανωτέρω ήταν αυτή του "trust". Ο αγγλοσαξονικός αυτός θεσμός του "trust", που έχει αποδοθεί στην ελληνική νομική ορολογία με τον όρο εμπίστευμα υποδηλώνει την έννομη σχέση που καταρτίζεται, όταν περιουσιακά αντικείμενα τίθενται κάτω από τον έλεγχο ενός προσώπου που καλείται εμπιστευματοδόχος (trustee) προς το συμφέρον ενός άλλου προσώπου, του δικαιούχου (beneficiary) ή για την εκπλήρωση ενός σκοπού. Ούτε ο εμπιστευματοδόχος ούτε ο δικαιούχος είναι κύριοι, κατ' αποκλειστικότητα ο καθένας έναντι του άλλου του περιουσιακού αντικειμένου που μεταβιβάστηκε ως εμπίστευμα. Περαιτέρω, το κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα των συμβάσεων εμπιστεύματος είναι ότι η κυριότητα ή άλλα παρεμφερή δικαιώματα του εμπιστεύματος μεταβιβάζονται στους εμπιστευματοδόχους, οι οποίοι εμφανίζονται προς τα έξω ως οι κύριοι ή οι δικαιούχοι μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων. Στην εσωτερική τους όμως σχέση, η οποία συνδέει τον μεταβιβάζοντα με τον εμπιστευματοδόχο, συμφωνείται, ότι από οικονομική άποψη, ο ουσιαστικός κύριος των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων εξακολουθεί να παραμένει ο μεταβιβάζων, στις οδηγίες του οποίου υπόκειται ο εμπιστευματοδόχος ως προς τη διαχείριση, εκμετάλλευση και διάθεση του εμπιστεύματος (βλ. Χ. Δεληγιάννη - Δημητράκου, Trust και Καταπίστευμα, έκδ. Β', Α. Γιαννόπουλο Ελλνη 1999.988, Α. Γεωργιάδη ΕλλΔνη
- 1041, 1043 και ΣυμβΕφΠειρ 103/2007). Ενόψει των ανωτέρω, το εκ του νόμου δικαίωμα στις μετοχές της εταιρίας ".....", έφεραν οι Γ1 και η Γ2, που είχαν εγγραφεί ως μέτοχοι στο μητρώο μελών της εταιρίας και στο Μητρώο του Εφόρου Εταιριών, οι δε σχετικές μετοχές αυτής μπορούσαν να μεταβιβαστούν εγκύρως μόνο με έγγραφη πράξη υπογεγραμμένη από αυτές (βλ. σχετ. και ΣυμβΕφΠειρ 103/2007), τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από τους κατηγορουμένους είναι αβάσιμα. Περαιτέρω, προέκυψε ότι, την 01.11.1993, οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας ως μέτοχοι και διαχειριστές της εταιρίας με την επωνυμία, "......", που είχε έδρα το επί της οδού .... (...), .... διαμέρισμα του 7ου ορόφου Λεμεσού Κύπρου, η οποία επρόκειτο να αγοράσει το αξιόπλοο και κερδοφόρο πλοίο "Β1", παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον εγκαλούντα ότι είναι οι εγγεγραμμένοι μέτοχοι της πιο πάνω εταιρίας (εγγεγραμμένοι στο μελών της εταιρίας και στο μητρώο Εφόρου Εταιριών) και ότι μπορούσαν να του μεταβιβάσουν οι ίδιοι μετοχές της, ως εμπιστευματοδόχοι, προς όφελος άλλου ως δικαιούχου, ενώ στην πραγματικότητα τα πρόσωπα που είχαν εγγραφεί στα ανωτέρω μητρώα και ως εκ τούτου μπορούσαν να κατέχουν και να μεταβιβάσουν μετοχές της ανωτέρω εταιρίας προς όφελος άλλου δικαιούχου ήταν η Γ1 και η Γ2, στη συνέχεια δε του πρότειναν να αγοράσει οκτώ
(8)μετοχές της πιο πάνω εταιρίας, αντί τιμήματος 25.200 δολαρίων την κάθε μία και να συμμετάσχει έτσι και αυτός ως μέτοχος στα κέρδη από την εκμετάλλευση του πλοίου. Ο εγκαλών, πεισθείς από τις πιο πάνω παραστάσεις των κατηγορουμένων, δέχτηκε την πρόταση τους και κατέβαλε σ' αυτούς τμηματικά το ποσό των 201.600 δολαρίων ΗΠΑ (την 01.11.1993, 101. 771,24 δολ., στις 02.11.1993, 50.000 δολ., στις 19.11.1993, 20.000 δολ. και στις 09.12.1993, 30.149,05 δολ.), το οποίο με βάση την ισοτιμία δολαρίου ΗΠΑ και ελληνικής δραχμής, κατά το χρόνο της καταβολής, ανερχόταν στο ποσό των 49.168.370 δρχ. και κατά το χρόνο ισχύος του άρθρου 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, με το οποίο αντικ. η τρίτη παράγραφος του άρθρου 386 ΠΚ (03.06.1999) σε 62.958.470 δρχ., στις δε 10.12.1993 συνυπέγραψε την από της ίδιας ημερομηνίας πράξη παρακαταθήκης (deed of trust), στην οποία αναφέρεται, μεταξύ των άλλων, ότι οκτώ
(8)από τις μετοχές που ανήκουν στους θεματοφύλακες έχουν στην πραγματικότητα πληρωθεί από το δικαιούχο και επομένως κάτοχος και νομέας αυτών είναι ο δικαιούχος, ότι οι θεματοφύλακες (κατηγορούμενοι), θα τηρήσουν τις μετοχές σε παρακαταθήκη μέχρι την εξόφληση του δανείου που έλαβε η εταιρία από την Τράπεζα ING Bank Ολλανδίας για την αγορά του πλοίου, ότι οι θεματοφύλακες θα τηρήσουν σε παρακαταθήκη για το δικαιούχο και τους διαδόχους του τις μετοχές ως μέτοχοι και όλα τα μερίσματα και τα ποσοστά συμμετοχής που προκύπτουν ή θα προκύψουν από αυτές, ότι οι θεματοφύλακες θα μεταβιβάζουν, θα καταβάλουν και θα ασχοληθούν με τα μερίσματα και τα ποσοστά συμμετοχής κατά τον τρόπο που θα υποδεικνύει κατά καιρούς ο δικαιούχος και ότι η συμφωνία θα ερμηνεύεται από κάθε άποψη σύμφωνα με την αγγλική νομοθεσία (όρος 8). Περαιτέρω, στις 10.12.1993, η εταιρία ¨......." αγόρασε από την εταιρία, "..... LTD", αντί τιμήματος 6.300.000 δολαρίων ΗΠΑ, το προαναφερθέν πλοίο "Β1", το οποίο μετονομάστηκε, αρχικά σε "Β2", στις 14.04.1994 σε "Β3" και στις 17. 11.1998 σε "Β4", από δε της αγοράς του, από την ανωτέρω εταιρία, τη διαχείριση αυτού ανέλαβε η εταιρία "...... LTD", συμφερόντων των κατηγορουμένων, που είχε καταστατική έδρα στη Λιβερία, Γραφείο στην Ελλάδα, επί της οδού ..... αριθμ. .... στον Πειραιά και διηύθηναν οι κατηγορούμενοι, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι στις 10.03.1999 το πλοίο πωλήθηκε στην εταιρία "......... LTD", αντί 3.396.800 δολαρίων ΗΠΑ και μετονομάστηκε σε "Β5", χωρίς όμως μέχρι τότε οι κατηγορούμενοι να παραδώσουν στον εγκαλούντα τις ως άνω μετοχές, αλλ' ούτε και να του καταβάλουν την αναλογία επί του τιμήματος πώλησης του πλοίου. Ενόψει των ανωτέρω, η παραπάνω συμφωνία δεν μπορούσε να παραγάγει έννομα αποτελέσματα, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα, μόνον οι Γ1 και Γ2μπορούσαν να μεταβιβάσουν τις μετοχές της εταιρίας. Και ναι μεν σύμφωνα πάντα με τις οδηγίες των κατηγορουμένων ως δικαιούχων (beneficiaries), δηλαδή στο πρόσωπο που θα υποδείκνυαν οι τελευταίοι, κατά τις πρόνοιες που διαλαμβάνονται στα από ..... έγγραφα εμπιστεύματος, αλλά με έγγραφο μεταβίβασης μετοχών υπογεγραμμένο από τις ίδιες και με εγγραφή της μεταβίβασης αυτής στο μητρώο των μελών της εταιρίας και κοινοποίηση στον 'Εφορο Εταιριών και μάλιστα κατόπιν αδείας της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, αφού ο εγκαλών δεν ήταν κάτοικος Κύπρου. Εάν οι οκτώ
(8)μετοχές είχαν μεταβιβαστεί στον εγκαλούντα θα μπορούσε και αυτός να συστήσει εμπίστευμα με τον τρόπο που προαναφέρθηκε (ύστερα από έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κλπ.). Σκοπός όμως των κατηγορουμένων, που ενεργούσαν από κοινού και μετά από συναπόφαση, δεν ήταν να μεταβιβάσουν τις εν λόγω μετοχές στον εγκαλούντα, αφού κατά τα προεκτεθέντα δεν είχαν τέτοια δυνατότητα, αλλά να προσπορίσουν στους εαυτούς τους και στην δικών τους συμφερόντων διαχειρίστρια πλοίων εταιρία με την επωνυμία, "..... LTD", παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του εγκαλούντος, με την είσπραξη από τον τελευταίο του ανωτέρω χρηματικού ποσού των 201.600 δολαρίων ΗΠΑ, ως τιμήματος πώλησης σ' αυτόν οκτώ
(8)μετοχών, χωρίς οι μετοχές αυτές να παρέχουν δικαίωμα στον εγκαλούντα. Προς τούτο δήλωσαν εν γνώσει τους ψευδώς σ' αυτόν τα παραπάνω και έτσι με την προαναφερθείσα θετική απατηλή συμπεριφορά τους οι κατηγορούμενοι παραπλάνησαν τον εγκαλούντα και τον έπεισαν να καταρτίσει την ανωτέρα συμφωνία και να τους καταβάλει το συνολικό ποσό των 201.600 δολαρίων ΗΠΑ, ως τίμημα για την αγορά οκτώ
(8)μετοχών της ως άνω εταιρίας, ενέργεια στην οποία δεν θα προέβαινε αν γνώριζε την αλήθεια. Από την πράξη αυτή των κατηγορουμένων ο εγκαλών ζημιώθηκε κατά το πιο πάνω ποσό που πλήρωσε για την αγορά των οκτώ
(8)μετοχών, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων που το έλαβαν χωρίς να το δικαιούνται ως τίμημα για την πώληση των οκτώ
(8)μετοχών, αφού αυτοί, κατά τα προεκτεθέντα, δεν μπορούσαν να μεταβιβάσουν στον εγκαλούντα τις ως άνω μετοχές. Την ανωτέρω πράξη της απάτης οι κατηγορούμενοι τέλεσαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, δεδομένου ότι παραπλάνησαν τον εγκαλούντα, βάσει ειδικού σχεδίου και υποδομής, υποδεχόμενοι τα θύματα τους, όπως και τον εγκαλούντα, σε πολυτελή γραφεία στην ..... αριθμ......τον Πειραιά, προφασιζόμενοι ότι είναι σοβαροί και ευυπόληπτοι επιχειρηματίες, επί πλέον δε επανειλημμένα έχουν διαπράξει τέτοιες πράξεις με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος και αφετέρου καταδεικνύουν ως στοιχείο της προσωπικότητας τους σταθερή ροπή προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, με σκοπό πορισμού εισοδήματος, όπως άλλωστε, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο εξαπάτησαν και το Ε1 τον οποίο έπεισαν να καταβάλει σ' αυτούς το ποσό των 25.200 δολαρίων ΗΠΑ, για την αγορά μιας μετοχής της ανωτέρω εταιρίας, πράξη για την οποία ας σημειωθεί ότι οι κατηγορούμενοι έχουν ήδη παραπεμφθεί για να δικαστούν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Πειραιώς, με το με αριθμ. 103/2007 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου τούτου (η εναντίον του ως άνω βουλεύματος αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε από τους κατηγορουμένους, απορρίφθηκε ως αβάσιμη, με την με αριθμ. 1035/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου), το δε συνολικό περιουσιακό όφελος που αποκόμισαν και η ζημία που προξενήθηκε στην περιουσία του εγκαλούντος υπερβαίνει το χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ. Τέλος πρέπει να σημειωθεί, 1) ότι ο εγκαλών ουδέποτε έλαβε στα χέρια του τις ως άνω μετοχές και ουδέποτε διαδέχτηκε έναν από τους κατηγορουμένους στην έννομη σχέση τους με τις Γ1 και Γ2 αντιστοίχως (ως προς τις 8 μετοχές), ώστε να θεωρείται ότι αυτός (εγκαλών) περιήλθε σε ισοδύναμη νομική κατάσταση με αυτή που θα βρισκόταν αν η από ..... σύμβαση εμπιστεύματος ήταν έγκυρη και ότι έτσι έλαβε ισοδύναμο με τη μεταβίβαση των μετοχών περιουσιακό αντιστάθμισμα, αλλ' ούτε και οι Γ1 και Γ2 μπορούσαν να ενεργήσουν ως εμπιστευματοδόχοι για λογαριασμό του εγκαλούντος, ενός μη κατοίκου της Κύπρου, χωρίς προηγούμενη άδεια της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου η οποία δεν υπήρξε, 2) ο σκοπός των κατηγορουμένων να αποκομίσουν ως περιουσιακό όφελος το ως άνω χρηματικό ποσό των 201.600 δολαρίων ΗΠΑ, προκύπτει και από το ότι, αν και στις 22.11.1994 εξοφλήθηκε το δάνειο και έπρεπε οι μετοχές να αποδοθούν στον εγκαλούντα, εντούτοις οι κατηγορούμενοι δεν τις απέδωσαν σ' αυτόν, ούτε το έτος 1994 αλλ' ούτε και μετά την υποβολή της μήνυσης, 3) οι κατηγορούμενοι, αν και το έτος 1999 πώλησαν το πλοίο στην εταιρία ".......LTD", αντί τιμήματος 3.396.800 δολαρίων ΗΠΑ, ουδέν απέδωσαν στον εγκαλούντα από το ποσό αυτό και 4) το μετοχικό καθεστώς της εταιρίας "........" εξακολουθεί να παραμένει αναλλοίωτο. Με βάση τα παραπάνω δεδομένα προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής των κατηγορουμένων για παραπομπή τους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Πειραιώς, για να δικαστούν για την αποδιδόμενη σ' αυτούς πράξη της απάτης, που τελέστηκε από κοινού, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό περιουσιακό όφελος αυτών και αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ (5.000.000 δρχ.). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο με το εκκαλούμενο με αριθ. 562/2007 βούλευμα του παρέπεμψε τους κατηγορουμένους-εκκαλούντες στο ακροατήριο του αρμόδιου Δικαστηρίου, του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Πειραιώς, για να δικαστούν ως υπαίτιοι της ανωτέρω πράξης, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 13 περ. στ', 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 51, 52 και 386 παρ. 1 - 3α' ΠΚ, δεν έσφαλε. Aπό τα άνω διαλαμβανόμενα προκύπτει σαφώς ότι το πληττόμενο βούλευμα αναφέρει όλα εκείνα τα περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος. Με τις παραδοχές αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα έχει πλήρη, σαφή και συγκεκριμένη αιτιολογία και ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις παρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 386 Π.Κ. και δεν παρατηρείται μεταξύ του σκεπτικού και διατακτικού καμία αντίφαση και δεν υφίσταται έλλειψη αιτιολογίας. Ειδικότερα, όσον αφορά εις ένα έκαστο προβαλλόμενο λόγο αναιρέσεως, σημειώνουμε τα εξής: α) ουδεμία αντίφαση υπάρχει ούτε αντικρουόμενες παραδοχές στο βούλευμα, όσον αφορά στο ποιός είναι μέτοχος και κύριος των μετοχών και διαχειριστής αυτών. Η κατά των αναιρεσειόντων κατηγορία συνίσταται στο ότι "εν γνώσει παρέστησαν ψευδώς στον εγκαλούντα Ψ1 ότι είναι μέτοχοι και διαχειριστές... ενώ το αληθές είναι ότι δεν ήταν μέτοχοι και διαχειριστές της άνω εταιρίας και μέτοχοι ήταν οι Γ1 και Γ2......". Στο ιστορικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος αναφέρεται ότι "δηλαδή στη περίπτωση που μετοχές εταιρείας κατέχονται από ένα πρόσωπο υπό την ιδιότητα του εμπιστευματοδόχου, προς όφελος άλλου δικαιούχου, μέτοχος θεωρείται ο εμπιστευματοδόχος....... Περαιτέρω το κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα των συμβάσεων εμπιστεύματος είναι ότι η κυριότητα ή άλλα παρεμφερή δικαιώματα του εμπιστεύματος μεταβιβάζονται στους εμπιστευματοδόχους (εν προκειμένω οι Γ1 και Γ2) οι οποίοι εμφανίζονται προς τα έξω ως οι κύριοι ή δικαιούχοι μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων". Συνεπώς ουδεμία αντίφαση υφίσταται στα ανωτέρω, όπως διατείνονται οι αναιρεσείοντες. β) Επίσης ουδεμία αντίφαση υπάρχει στα διαλαμβανόμενα στο βούλευμα ότι "στις 10.12.93 ο εγκαλών συνυπέγραψε την από ιδίας ημερομηνίας πράξη παρακαταθήκης" και ότι "ουδέποτε διαδέχθηκε έναν από τους κατηγορουμένους στην έννομη σχέση τους με τις Γ1 και Γ2, ώστε να θεωρείται ότι αυτός περιήλθε σε ισοδύναμη σχέση" καθόσον το βούλευμα δέχεται ότι "Εν όψει των ανωτέρω η παραπάνω συμφωνία δεν μπορούσε να παραγάγει έννομα αποτελέσματα, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα, μόνον οι Γ1 και Γ2 μπορούσαν να μεταβιβάσουν τις μετοχές της εταιρίας". γ) Επίσης όσον αφορά στο δόλο των κατηγορούμένων, το γεγονός ότι το βούλευμα αναφέρει ότι "ο σκοπός των κατηγορουμένων προκύπτει και από το ότι αν και στις 22-11-1994 εξοφλήθηκε το δάνειο και έπρεπε οι μετοχές να αποδοθούν στον εγκαλούντα" ήτοι ως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες το βούλευμα αναφέρεται σε γεγονός μεταγενέστερο της πράξεως, σημειώνουμε ότι το ανωτέρω αναφέρεται απλά ως ενισχυτικό του δόλου των κατηγορουμένων, τούτο δε υποδηλώνεται και από τον συμπλεκτικό σύνδεσμο 'και.... ενώ στα φύλλα 17 και 18 αναφέρονται τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το δόλο αυτών, ως προαναφέρεται. δ) Αβάσιμος είναι ο λόγος ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα έχει παραποιηθεί η κατηγορία, ως προαναφέρεται καθόσον η κατηγορία παρέμεινε ως είχε στο πρωτοβάθμιο εκκαλούμενο βούλευμα ενώ τα πραγματικά περιστατικά ελευθέρως δύνανται να εκτιμηθούν από το εκκαλούμενο βούλευμα. Όμως εδώ σημειώνουμε ακόμη ότι οι αναιρεσείοντες αναφέρουν ως αντιφατικά τα διαλαμβανόμενα στο φύλλο 2 και στο φύλλο 16 του βουλεύματος. Όμως στο φύλλο 2 αναφέρεται η εισαγγελική πρόταση, στην οποίαν το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν παραπέμπει ούτε αναφέρεται. Επειδή κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν κατ' ουσίαν οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως. Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α ---------------Προτείνω: 1) να απορριφθούν οι υπ'αριθμόν 47 και 48 από 8.9.2008 αιτήσεις των Χ1 και Χ2, αντίστοιχα, περί αναιρέσεως του υπ'αριθμόν 201/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά και 2) να επιβληθούν τα έξοδα της διαδικασίας αυτής στους άνω αιτούντες. Αθήνα 12 Σεπτεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2, με αριθμό 47/8-9-2008 και 48/8-9-2008, κατά του υπ' αριθμό 201/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με το οποίο απορρίφθηκαν κατ' ουσία, οι εφέσεις τους, κατά του υπ' αριθμό 562/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, που τους παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πειραιώς, προκειμένου να δικαστούν για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατά συναυτουργία, από δράστες που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και προξενηθείσα ζημία μεγαλύτερη των 15.000 ευρώ, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπα που δικαιούνται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση,( άρθρα 463, 473 παρ.1, 474, 482 παρ.1 περ. α, και 484 παρ.1 του Κ.Π.Δ). Γι' αυτό, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξεταστούν περαιτέρω για την ουσιαστική βασιμότητά τους, συνεκδικαζόμενες, λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους. Κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 386 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με άρθρο 1 παρ.11 του ν. 2408/1996, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και β) αν οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η πράξη μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Μετά την κατά τα ανωτέρω αντικατάσταση της παρ. 3, ορίσθηκε ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αφαιρέθηκε δηλαδή η επιβαρυντική περίσταση του ιδιαίτερα επικίνδυνου δράστη. Η διάταξη όμως αυτή αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 14 παρ.4 του ν. 2721/1999, που άρχισε να ισχύει από τις 3 Ιουνίου 1999 (άρθρο 55 του ίδιου νόμου) και ορίζει ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών(15.000 ευρώ), ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών(73.000)ευρώ. Η διάταξη αυτή είναι ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο μόνο στην περίπτωση που το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία δεν υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ), οπότε η πράξη, και αν ακόμη έχει τελεσθεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, φέρει χαρακτήρα πλημμελήματος, όπως επίσης είναι ευνοϊκότερη αν το συνολικό ποσό, χωρίς τη συνδρομή της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τέλεσης, δεν υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ). Αν όμως το ποσό του οφέλους ή της ζημίας είναι ανώτερο των 5.000.000 δραχμών (ήδη15.000ευρώ) και συντρέχουν οι ανωτέρω επιβαρυντικές περιστάσεις ή είναι απλώς ανώτερο των 25.000.000 δραχμών(ήδη 73.000 ευρώ), η πράξη της απάτης έχει κακουργηματικό χαρακτήρα και με τη νεότερη διάταξη. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Εξ' άλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ιδρύουσα τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος υφίσταται, στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε (ευθεία παραβίαση) και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνην του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ειρημένου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, οι αναιρεσείοντες, με το υπ' αριθμό 562/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, παραπέμφθηκαν στο Τριμελές Εφετείο (για τα κακουργήματα) Πειραιώς, για να δικασθούν για την πράξη της κακουργηματικής απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Κατά του βουλεύματος αυτού, οι ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν τις υπ' αριθμό 36/2007 και 37/2007 εφέσεις, οι οποίες έγιναν κατ' ουσία δεκτές με το υπ' αριθμό 315/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, που εξαφάνισε το εκκαλούμενο βούλευμα και αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει εναντίον τους κατηγορία. Κατά του ως άνω βουλεύματος, με αριθμό 315/2007, του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου άσκησε την από 13-11-2007 με αριθμό 61 αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμό 1288/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, σε συμβούλιο, με την οποία κρίθηκε ότι το υπ' αριθμό 315/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, δεν διαλαμβάνει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, προσέτι δε ότι δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθά την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 του Π.Κ, αναίρεσε δε το προσβαλλόμενο βούλευμα και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα κρίση την υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως. Μετά από αυτά, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα κρίση, εξέδωσε το προσβαλλόμενο με τις κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως βούλευμα, με αριθμό 201/2008, το οποίο επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα, με αριθμό 562/2008 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, συμπεριλαμβανομένης και της ανωμοτί κατάθεσης του εγκαλούντος-πολιτικώς ενάγοντος, τα επισυναπτόμενα στη δικογραφία έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται όλα ανεξαιρέτως υπόψη και αν δεν γίνεται ειδικότερη μνεία αυτών, σε συνδυασμό με την απολογία των κατηγορούμενων, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατά το Κυπριακό δίκαιο, όπως προκύπτει από τις με αριθμ. πρωτ. 599/2004 και 322/2006 νομικές πληροφορίες του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού δικαίου και το με στοιχ. ...... έγγραφο - απάντηση της Νομικής Υπηρεσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι εταιρίες περιορισμένης ευθύνης (company limited), διέπονται από τον "περί εταιριών νόμο", από 21 Ιουλίου 1951, όπως τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε, αναθεωρήθηκε, μεταφράστηκε και ενοποιήθηκε στην ελληνική γλώσσα και περιέχεται στο κεφάλαιο 113 της Νομοθεσίας της Κύπρου. Ο κυπριακός Εμπορικός Νόμος επιτρέπει σε οποιοδήποτε πρόσωπο (αρθρ. 3 αυτού) να συστήσει εταιρία περιορισμένης ευθύνης χωρίς διάκριση, ως προς την ιθαγένεια ή τον τόπο της κατοικίας του. Αλλά τα άρθρα 10, 11, 15 και 19 του νόμου περί ελέγχου συναλλάγματος της Κύπρου (κεφ. 199, όπως τροποποιήθηκε), προβλέπουν ότι πρόσωπο το οποίο διαμένει εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας (μη κάτοικος), δεν μπορεί να αποκτήσει αμέσως ή εμμέσως τίτλο αξιών σε νομικά πρόσωπα εγγεγραμμένα στην Κύπρο, χωρίς την άδεια της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Με βάση αυτό το νόμο παρέχεται εξουσία στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου να εξαρτά την παροχή αυτής της άδειας από συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Η άδεια της Κεντρικής Τράπεζας αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να καταχωρίσει η εταιρία τα ονόματα των μελών της, μη κατοίκων ή των εντολοδόχων τους στο μητρώο μελών, σύμφωνα με το άρθρο 105 κυπρ. ΕΝ. Χωρίς την άδεια αυτή μετοχές ή άλλοι τίτλοι δεν παρέχουν κανένα δικαίωμα στους "κυρίους" τους. Περαιτέρω, για τους μετόχους μη κατοίκους που επιθυμούν την ανωνυμία τους, προβλέπεται η δυνατότητα διορισμού "εμπιστευματοδόχου", με σχετική πράξη σύστασης εμπιστεύματος (trust deed), μέχρι κατ' ανώτατο όριο τεσσάρων κατοίκων-μετόχων-εμπιστευματοδόχων (άρθρ.34, 35, 36, 38 και 40 του νόμου περί εμπιστεύματος, κεφ. 193 της Νομοθεσίας της Κύπρου). Σύμφωνα, όμως, με το άρθρο 16 του νόμου περί συναλλάγματος (Κεφ. 199, όπως τροποποιήθηκε), ο "κάτοικος" δεν μπορεί να ενεργήσει ως εντολοδόχος - εμπιστευματοδόχος για λογαριασμό ενός "μη κατοίκου", χωρίς προηγούμενη άδεια από την Κεντρική Τράπεζα, σύμφωνα δε με τα άρθρα 112 και 113 κυπρ. Ε.Ν. μόνο τα ονόματα των κατοίκων εντολοδόχων - εμπιστευματοδόχων καταχωρούνται στα μητρώα που τηρούνται από τον Έφορο Εταιριών και στο Μητρώο Μελών που τηρείται στην έδρα της εταιρίας. Δηλαδή, στην περίπτωση που μετοχές εταιρίας κατέχονται από ένα πρόσωπο υπό την ιδιότητα του εμπιστευματοδόχου, προς όφελος άλλου δικαιούχου, μέτοχος κατά τον κυπρ. Ε.Ν. θεωρείται ο εμπιστευματοδόχος, ο οποίος είναι πρόσωπο που εγγράφεται ως μέτοχος στο Μητρώο Μελών Εταιρείας και στο Μητρώο του Εφόρου Εταιριών. Ο κυπρ. Ε.Ν δεν διαχωρίζει μεταξύ "ουσιαστικών" ή "κρυπτομένων" μετόχων και "εμπιστευματοδόχων". Ο νόμος αυτός προνοεί για μετόχους, δηλαδή τα φυσικά ή νομικά εκείνα πρόσωπα, τα οποία κατονομάζονται στο ιδρυτικό έγγραφο της εταιρίας ότι λαμβάνουν μετοχές. Στη συνέχεια, οποιεσδήποτε μετοχές κατέχονται από τα εν λόγω πρόσωπα μπορούν να μεταβιβαστούν σε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δε μεταβίβαση κοινοποιείται στον Έφορο Εταιριών με τη συμπλήρωση και καταχώριση σχετικού εντύπου, το οποίο υπογράφεται από μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ή το γραμματέα της εταιρίας. Η διαδικασία μεταβίβασης μετοχών της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης καλύπτεται από τα άρθρα 71-82 κυπρ. Ε.Ν., η δε μεταβίβαση δεν καταχωρείται από την εταιρία παρά μόνο με την προσαγωγή και παράδοση σ' αυτήν κατάλληλου μεταβιβαστικού εγγράφου "instrument of transfer" (αρθρ. 73 κυπρ. Ε.Ν.). Μέσα σε δύο μήνες από την ημερομηνία κατάθεσης στην εταιρία του εγγράφου μεταβίβασης μετοχών, η εταιρία συμπληρώνει και ετοιμάζει για παράδοση τα πιστοποιητικά όλων των τίτλων που μεταβιβάστηκαν (αρθρ. 78
(1)κυπρ. Ε.Ν.). Οποιαδήποτε μεταβίβαση μετοχών ιδιωτικής εταιρίας με μετοχικό κεφάλαιο κοινοποιείται στον Έφορο Εταιριών, κατά τον καθοριζόμενο από τον Έφορο τύπο, μέσα σε δεκατέσσερις ημέρες από την εγγραφή της μεταβίβασης αυτής στο μητρώο μελών της εταιρίας (αρθρ. 113 Α κυπρ. Ε.Ν.). Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι από τον Οκτώβριο του έτους 2004 οπότε φιλελευθεροποιήθηκαν οι επενδύσεις στην Κύπρο, μέτοχοι των ως άνω εταιριών μπορούν να είναι οποιοιδήποτε, ακόμη και μη κάτοικοι της Κύπρου, όπως και πολίτες ευρωπαϊκών ή τρίτων χωρών. Όμως, μέχρι τον Οκτώβριο μήνα του έτους 2004, ως προς τους μη κατοίκους της Κύπρου ίσχυαν όσα προαναφέρθηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση, από την κύρια ανάκριση που διενεργήθηκε για την υπόθεση αυτή, αρχική και συμπληρωματική (δυνάμει του με αριθμ. 1197/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά) και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τις ανωμοτί καταθέσεις του πολιτικώς ενάγοντος, τα έγγραφα της δικογραφίας και τις απολογίες των κατηγορουμένων προέκυψαν τα ακόλουθα: Στις 22.10.1993 συστάθηκε νομίμως στην Κύπρο και εγγράφηκε στα μητρώα εταιριών με αριθμ. ..... εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία, "......", με έδρα τη Λεμεσό, μετοχικό κεφάλαιο 100 λιρών Κύπρου, διαιρεμένο σε εκατό μετοχές της μιας λίρας η κάθε μία και σκοπό, μεταξύ των άλλων, την αγορά και εκμετάλλευση πλοίων. Ιδρυτικά μέλη της παραπάνω εταιρίας ήταν οι Γ1 και Γ2, οι οποίες κατείχαν από 50% των μετοχών και συγκεκριμένα, τις με αριθμ. 1 έως 50 η πρώτη και 51 έως 100 η δεύτερη. Ακολούθως, στο πλαίσιο της τότε ισχύουσας κυπριακής νομοθεσίας, το εγκατεστημένο στη Λεμεσό της Κύπρου δικηγορικό γραφείο Σαβεριάδη, με την από 27.10.1993 αίτηση του προς την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ζήτησε να χορηγηθεί η άδεια στις Γ1 και Γ2 να κατέχουν τις μετοχές της ως άνω εταιρίας για λογαριασμό μη κατοίκων Κύπρου και συγκεκριμένα για λογαριασμό του κατηγορουμένου Χ2 η πρώτη και του κατηγορουμένου Χ1 η δεύτερη. Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου χορήγησε τη σχετική άδεια και υπογράφηκαν στις ...., μεταξύ των ανωτέρω, δύο έγγραφα σύστασης εμπιστεύματος (instruments of trust deed), ένα μεταξύ των Γ1 και Χ2 και ένα μεταξύ των Γ2 και Χ
- Ως εμπιστευματοδόχος (trustee), κάθε μία από τις Γ1 και Γ2 δήλωσε με το αντίστοιχο από τα ως άνω έγγραφα ότι κατέχει τις αναφερόμενες στον πίνακα μετοχές και όλα τα μερίσματα και τόκους που έχουν σωρευθεί ή πρόκειται να σωρευθούν στο ίδιο εμπίστευμα για το δικαιούχο (beneficiary), ήτοι για τον Χ1 η πρώτη και το Χ2 η δεύτερη και τους διαδόχους τους και συμφώνησαν να μεταβιβάσουν, πληρώσουν και χειρίζονται τις μετοχές, μερίσματα και τόκους κατά τον τρόπο που εκείνοι από καιρού εις καιρόν θα τους υποδεικνύουν. Οι ανωτέρω εμπιστευματοδόχοι (Γ1 και Γ2), ήταν υπάλληλοι του προαναφερθέντος δικηγορικού γραφείου, το οποίο είχε αναλάβει, από νομικής πλευράς, τη σύσταση της εταιρίας "........", κατόπιν οδηγιών των κατηγορουμένων, οι οποίοι ενδιαφέρονταν για την αγορά μέσω μιας κυπριακής εταιρίας του υπό κυπριακή σημαία πλοίου ¨Β1", η δε σχέση που συνέδεε όλους τους ανωτέρω ήταν αυτή του "trust". Ο αγγλοσαξονικός αυτός θεσμός του "trust", που έχει αποδοθεί στην ελληνική νομική ορολογία με τον όρο εμπίστευμα υποδηλώνει την έννομη σχέση που καταρτίζεται, όταν περιουσιακά αντικείμενα τίθενται κάτω από τον έλεγχο ενός προσώπου που καλείται εμπιστευματοδόχος (trustee) προς το συμφέρον ενός άλλου προσώπου, του δικαιούχου (beneficiary) ή για την εκπλήρωση ενός σκοπού. Ούτε ο εμπιστευματοδόχος ούτε ο δικαιούχος είναι κύριοι, κατ' αποκλειστικότητα ο καθένας έναντι του άλλου του περιουσιακού αντικειμένου που μεταβιβάστηκε ως εμπίστευμα. Περαιτέρω, το κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα των συμβάσεων εμπιστεύματος είναι ότι η κυριότητα ή άλλα παρεμφερή δικαιώματα του εμπιστεύματος μεταβιβάζονται στους εμπιστευματοδόχους, οι οποίοι εμφανίζονται προς τα έξω ως οι κύριοι ή οι δικαιούχοι μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων. Στην εσωτερική τους όμως σχέση, η οποία συνδέει τον μεταβιβάζοντα με τον εμπιστευματοδόχο, συμφωνείται, ότι από οικονομική άποψη, ο ουσιαστικός κύριος των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων εξακολουθεί να παραμένει ο μεταβιβάζων, στις οδηγίες του οποίου υπόκειται ο εμπιστευματοδόχος ως προς τη διαχείριση, εκμετάλλευση και διάθεση του εμπιστεύματος (βλ. Χ. Δεληγιάννη - Δημητράκου, Trust και Καταπίστευμα, έκδ. Β', Α. Γιαννόπουλο Ελλνη 1999.988, Α. Γεωργιάδη ΕλλΔνη
- 1041, 1043 και ΣυμβΕφΠειρ 103/2007). Ενόψει των ανωτέρω, το εκ του νόμου δικαίωμα στις μετοχές της εταιρίας "......", έφεραν οι Γ1 και η Γ2, που είχαν εγγραφεί ως μέτοχοι στο μητρώο μελών της εταιρίας και στο Μητρώο του Εφόρου Εταιριών, οι δε σχετικές μετοχές αυτής μπορούσαν να μεταβιβαστούν εγκύρως μόνο με έγγραφη πράξη υπογεγραμμένη από αυτές (βλ. σχετ. και ΣυμβΕφΠειρ 103/2007), τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από τους κατηγορουμένους είναι αβάσιμα. Περαιτέρω, προέκυψε ότι, την 01.11.1993, οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας ως μέτοχοι και διαχειριστές της εταιρίας με την επωνυμία, "......", που είχε έδρα το επί της οδού ....., .... διαμέρισμα του 7ου ορόφου Λεμεσού Κύπρου, η οποία επρόκειτο να αγοράσει το αξιόπλοο και κερδοφόρο πλοίο "Β1", παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον εγκαλούντα ότι είναι οι εγγεγραμμένοι μέτοχοι της πιο πάνω εταιρίας (εγγεγραμμένοι στο μελών της εταιρίας και στο μητρώο Εφόρου Εταιριών) και ότι μπορούσαν να του μεταβιβάσουν οι ίδιοι μετοχές της, ως εμπιστευματοδόχοι, προς όφελος άλλου ως δικαιούχου, ενώ στην πραγματικότητα τα πρόσωπα που είχαν εγγραφεί στα ανωτέρω μητρώα και ως εκ τούτου μπορούσαν να κατέχουν και να μεταβιβάσουν μετοχές της ανωτέρω εταιρίας προς όφελος άλλου δικαιούχου ήταν η Γ1 και η Γ2, στη συνέχεια δε του πρότειναν να αγοράσει οκτώ
(8)μετοχές της πιο πάνω εταιρίας, αντί τιμήματος 25.200 δολαρίων την κάθε μία και να συμμετάσχει έτσι και αυτός ως μέτοχος στα κέρδη από την εκμετάλλευση του πλοίου. Ο εγκαλών, πεισθείς από τις πιο πάνω παραστάσεις των κατηγορουμένων, δέχτηκε την πρόταση τους και κατέβαλε σ' αυτούς τμηματικά το ποσό των 201.600 δολαρίων ΗΠΑ (την 01.11.1993, 101. 771,24 δολ., στις 02.11.1993, 50.000 δολ., στις 19.11.1993, 20.000 δολ. και στις 09.12.1993, 30.149,05 δολ.), το οποίο με βάση την ισοτιμία δολαρίου ΗΠΑ και ελληνικής δραχμής, κατά το χρόνο της καταβολής, ανερχόταν στο ποσό των 49.168.370 δρχ. και κατά το χρόνο ισχύος του άρθρου 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, με το οποίο αντικ. η τρίτη παράγραφος του άρθρου 386 ΠΚ (03.06.1999) σε 62.958.470 δρχ., στις δε 10.12.1993 συνυπέγραψε την από της ίδιας ημερομηνίας πράξη παρακαταθήκης (deed of trust), στην οποία αναφέρεται, μεταξύ των άλλων, ότι οκτώ
(8)από τις μετοχές που ανήκουν στους θεματοφύλακες έχουν στην πραγματικότητα πληρωθεί από το δικαιούχο και επομένως κάτοχος και νομέας αυτών είναι ο δικαιούχος, ότι οι θεματοφύλακες (κατηγορούμενοι), θα τηρήσουν τις μετοχές σε παρακαταθήκη μέχρι την εξόφληση του δανείου που έλαβε η εταιρία από την Τράπεζα ING Bank Ολλανδίας για την αγορά του πλοίου, ότι οι θεματοφύλακες θα τηρήσουν σε παρακαταθήκη για το δικαιούχο και τους διαδόχους του τις μετοχές ως μέτοχοι και όλα τα μερίσματα και τα ποσοστά συμμετοχής που προκύπτουν ή θα προκύψουν από αυτές, ότι οι θεματοφύλακες θα μεταβιβάζουν, θα καταβάλουν και θα ασχοληθούν με τα μερίσματα και τα ποσοστά συμμετοχής κατά τον τρόπο που θα υποδεικνύει κατά καιρούς ο δικαιούχος και ότι η συμφωνία θα ερμηνεύεται από κάθε άποψη σύμφωνα με την αγγλική νομοθεσία (όρος 8). Περαιτέρω, στις 10.12.1993, η εταιρία "......." αγόρασε από την εταιρία, "........ LTD", αντί τιμήματος 6.300.000 δολαρίων ΗΠΑ, το προαναφερθέν πλοίο "Β1", το οποίο μετονομάστηκε, αρχικά σε "Β2", στις 14.04.1994 σε "Β3" και στις 17. 11.1998 σε "Β4", από δε της αγοράς του, από την ανωτέρω εταιρία, τη διαχείριση αυτού ανέλαβε η εταιρία "........LTD", συμφερόντων των κατηγορουμένων, που είχε καταστατική έδρα στη Λιβερία, Γραφείο στην Ελλάδα, επί της οδού .... αριθμ. .... στον Πειραιά και διηύθηναν οι κατηγορούμενοι, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι στις 10.03.1999 το πλοίο πωλήθηκε στην εταιρία "........ LTD", αντί 3.396.800 δολαρίων ΗΠΑ και μετονομάστηκε σε "Β5", χωρίς όμως μέχρι τότε οι κατηγορούμενοι να παραδώσουν στον εγκαλούντα τις ως άνω μετοχές, αλλ' ούτε και να του καταβάλουν την αναλογία επί του τιμήματος πώλησης του πλοίου. Ενόψει των ανωτέρω, η παραπάνω συμφωνία δεν μπορούσε να παραγάγει έννομα αποτελέσματα, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα, μόνον οι Γ1 και Γ2 μπορούσαν να μεταβιβάσουν τις μετοχές της εταιρίας. Και ναι μεν σύμφωνα πάντα με τις οδηγίες των κατηγορουμένων ως δικαιούχων (beneficiaries), δηλαδή στο πρόσωπο που θα υποδείκνυαν οι τελευταίοι, κατά τις πρόνοιες που διαλαμβάνονται στα από .... έγγραφα εμπιστεύματος, αλλά με έγγραφο μεταβίβασης μετοχών υπογεγραμμένο από τις ίδιες και με εγγραφή της μεταβίβασης αυτής στο μητρώο των μελών της εταιρίας και κοινοποίηση στον 'Εφορο Εταιριών και μάλιστα κατόπιν αδείας της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, αφού ο εγκαλών δεν ήταν κάτοικος Κύπρου. Εάν οι οκτώ
(8)μετοχές είχαν μεταβιβαστεί στον εγκαλούντα θα μπορούσε και αυτός να συστήσει εμπίστευμα με τον τρόπο που προαναφέρθηκε (ύστερα από έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κλπ.). Σκοπός όμως των κατηγορουμένων, που ενεργούσαν από κοινού και μετά από συναπόφαση, δεν ήταν να μεταβιβάσουν τις εν λόγω μετοχές στον εγκαλούντα, αφού κατά τα προεκτεθέντα δεν είχαν τέτοια δυνατότητα, αλλά να προσπορίσουν στους εαυτούς τους και στην δικών τους συμφερόντων διαχειρίστρια πλοίων εταιρία με την επωνυμία, "...... LTD", παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του εγκαλούντος, με την είσπραξη από τον τελευταίο του ανωτέρω χρηματικού ποσού των 201.600 δολαρίων ΗΠΑ, ως τιμήματος πώλησης σ' αυτόν οκτώ
(8)μετοχών, χωρίς οι μετοχές αυτές να παρέχουν δικαίωμα στον εγκαλούντα. Προς τούτο δήλωσαν εν γνώσει τους ψευδώς σ' αυτόν τα παραπάνω και έτσι με την προαναφερθείσα θετική απατηλή συμπεριφορά τους οι κατηγορούμενοι παραπλάνησαν τον εγκαλούντα και τον έπεισαν να καταρτίσει την ανωτέρα συμφωνία και να τους καταβάλει το συνολικό ποσό των 201.600 δολαρίων ΗΠΑ, ως τίμημα για την αγορά οκτώ
(8)μετοχών της ως άνω εταιρίας, ενέργεια στην οποία δεν θα προέβαινε αν γνώριζε την αλήθεια. Από την πράξη αυτή των κατηγορουμένων ο εγκαλών ζημιώθηκε κατά το πιο πάνω ποσό που πλήρωσε για την αγορά των οκτώ
(8)μετοχών, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος των κατηγορουμένων που το έλαβαν χωρίς να το δικαιούνται ως τίμημα για την πώληση των οκτώ
(8)μετοχών, αφού αυτοί, κατά τα προεκτεθέντα, δεν μπορούσαν να μεταβιβάσουν στον εγκαλούντα τις ως άνω μετοχές. Την ανωτέρω πράξη της απάτης οι κατηγορούμενοι τέλεσαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, δεδομένου ότι παραπλάνησαν τον εγκαλούντα, βάσει ειδικού σχεδίου και υποδομής, υποδεχόμενοι τα θύματα τους, όπως και τον εγκαλούντα, σε πολυτελή γραφεία στην ....... στον Πειραιά, προφασιζόμενοι ότι είναι σοβαροί και ευυπόληπτοι επιχειρηματίες, επί πλέον δε επανειλημμένα έχουν διαπράξει τέτοιες πράξεις με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος και αφετέρου καταδεικνύουν ως στοιχείο της προσωπικότητας τους σταθερή ροπή προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, με σκοπό πορισμού εισοδήματος, όπως άλλωστε, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο εξαπάτησαν και το Ε1 τον οποίο έπεισαν να καταβάλει σ' αυτούς το ποσό των 25.200 δολαρίων ΗΠΑ, για την αγορά μιας μετοχής της ανωτέρω εταιρίας, πράξη για την οποία ας σημειωθεί ότι οι κατηγορούμενοι έχουν ήδη παραπεμφθεί για να δικαστούν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Πειραιώς, με το με αριθμ. 103/2007 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου τούτου (η εναντίον του ως άνω βουλεύματος αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε από τους κατηγορουμένους, απορρίφθηκε ως αβάσιμη, με την με αριθμ. 1035/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου), το δε συνολικό περιουσιακό όφελος που αποκόμισαν και η ζημία που προξενήθηκε στην περιουσία του εγκαλούντος υπερβαίνει το χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ. Τέλος πρέπει να σημειωθεί, 1) ότι ο εγκαλών ουδέποτε έλαβε στα χέρια του τις ως άνω μετοχές και ουδέποτε διαδέχτηκε έναν από τους κατηγορουμένους στην έννομη σχέση τους με τις Γ1 και Γ2 αντιστοίχως (ως προς τις 8 μετοχές), ώστε να θεωρείται ότι αυτός (εγκαλών) περιήλθε σε ισοδύναμη νομική κατάσταση με αυτή που θα βρισκόταν αν η από ..... σύμβαση εμπιστεύματος ήταν έγκυρη και ότι έτσι έλαβε ισοδύναμο με τη μεταβίβαση των μετοχών περιουσιακό αντιστάθμισμα, αλλ' ούτε και οι Γ1 και Γ2 μπορούσαν να ενεργήσουν ως εμπιστευματοδόχοι για λογαριασμό του εγκαλούντος, ενός μη κατοίκου της Κύπρου, χωρίς προηγούμενη άδεια της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου η οποία δεν υπήρξε, 2) ο σκοπός των κατηγορουμένων να αποκομίσουν ως περιουσιακό όφελος το ως άνω χρηματικό ποσό των 201.600 δολαρίων ΗΠΑ, προκύπτει και από το ότι, αν και στις 22.11.1994 εξοφλήθηκε το δάνειο και έπρεπε οι μετοχές να αποδοθούν στον εγκαλούντα, εντούτοις οι κατηγορούμενοι δεν τις απέδωσαν σ' αυτόν, ούτε το έτος 1994 αλλ' ούτε και μετά την υποβολή της μήνυσης, 3) οι κατηγορούμενοι, αν και το έτος 1999 πώλησαν το πλοίο στην εταιρία "......¨αντί τιμήματος 3.396.800 δολαρίων ΗΠΑ, ουδέν απέδωσαν στον εγκαλούντα από το ποσό αυτό και 4) το μετοχικό καθεστώς της εταιρίας "........" εξακολουθεί να παραμένει αναλλοίωτο. Με βάση τα παραπάνω δεδομένα προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής των κατηγορουμένων για παραπομπή τους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Πειραιώς, για να δικαστούν για την αποδιδόμενη σ' αυτούς πράξη της απάτης, που τελέστηκε από κοινού, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό περιουσιακό όφελος αυτών και αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ (5.000.000 δρχ.). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο με το εκκαλούμενο με αριθ. 562/2007 βούλευμα του παρέπεμψε τους κατηγορουμένους-εκκαλούντες στο ακροατήριο του αρμόδιου Δικαστηρίου, του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Πειραιώς, για να δικαστούν ως υπαίτιοι της ανωτέρω πράξης, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 13 περ. στ', 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 51, 52 και 386 παρ. 1 - 3α' ΠΚ, δεν έσφαλε. Aπό τα άνω διαλαμβανόμενα προκύπτει σαφώς ότι το πληττόμενο βούλευμα αναφέρει όλα εκείνα τα περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκομένου εγκλήματος. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο αυτοί παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο, επίσης δε τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13στ', 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 45, 386 παρ.1 και 3β του ΠΚ, όπως η παρ.3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.4 του Ν. 2721/1999, τις οποίες σωστά εφάρμοσε και ερμήνευσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Συνεπώς, οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας( άρθρο 484 παρ.1 περ. β και δ του Κ.Π.Δ) είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Ειδικότερα, εκτίθενται στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με πληρότητα και σαφήνεια, ότι το Συμβούλιο εκτίμησε το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και αναφέρει λεπτομερώς και αναλυτικά με ποιο τρόπο οι αναιρεσείοντες από κοινού παρέστησαν ψευδώς στον εγκαλούντα, σε γνώση της αναληθείας, συγκεκριμένα περιστατικά που προέκυψαν. Ειδικότερα, αιτιολογούνται οι παραδοχές σύμφωνα με τις οποίες οι αναιρεσείοντες- κατηγορούμενοι, την 1-11-1993 παρέστησαν, από κοινού ψευδώς στον εγκαλούντα, α) ότι οι ίδιοι είναι οι εγγεγραμμένοι μέτοχοι της εταιρείας με την επωνυμία " ........" που είχε την έδρα της στη Λεμεσό της Κύπρου, και β) ότι μπορούσαν να του μεταβιβάσουν οι ίδιοι τις μετοχές τους, ενώ το αληθές είναι ότι αυτοί δεν ήσαν δικαιούχοι των μετοχών, οι οποίες ανήκαν σε τρίτα πρόσωπα και συγκεκριμένα στη Γ1 και Γ2. Επίσης, διεξοδικά αναφέρονται στο αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα και τα περιστατικά εκείνα, που συνέχονται με την παραπλάνηση του εγκαλούντος, που έλαβε χώρα κατά την ως άνω ημεροχρονολογία, καθώς και ότι ο εγκαλών ο οποίος παραπείσθηκε στις ψευδείς διαβεβαιώσεις τους, συνολικά τους κατέβαλε το ποσό των 201.600 δολαρίων Αμερικής, ποσό το οποίο οι αναιρεσείοντες ωφελήθηκαν παράνομα με αντίστοιχη ζημία του εγκαλούντος, και το οποίο υπερβαίνει τις 15.000 ευρώ. Επιπρόσθετα, το προσβαλλόμενο βούλευμα, με ειδική αιτιολογία, αναφέρεται στο υποκειμενικό στοιχείο του κοινού δόλου των αναιρεσειόντων, οι οποίοι γνώριζαν εξαρχής ότι ουδέποτε υπήρξαν οι εγγεγραμμένοι μέτοχοι της ως άνω εταιρείας, όπως και ότι δεν είχαν τη δυνατότητα να μεταβιβάσουν στον εγκαλούντα τις μετοχές. Περαιτέρω, εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα τα περιστατικά εκείνα, που θεμελιώνουν το στοιχείο της επανειλημμένης τέλεσης της πράξεως της απάτης και τη σταθερή ροπή τους, για διάπραξη του εγκλήματος αυτού, ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους, ενόψει και της παραδοχής του, ότι σε βάρος των ήδη αναιρεσειόντων, έχει εκδοθεί το υπ' αριθμό 103/2007 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, προκειμένου να δικαστούν για κακουργηματική απάτη. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, με την επίκληση των προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως, πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, είναι απαράδεκτες, γιατί προσβάλλουν την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου (Συμβουλίου). Συνεπώς, οι από το άρθρο 484 παρ.1 περ. β'και δ' του ΚΠΔ, λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και ακολούθως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις με αριθμούς 47 και 48/8-9-2008 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2 αντίστοιχα, για αναίρεση του υπ' αριθμό 201/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Και Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται για τον καθένα, σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου
- Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ