← Ελλάδα

ΑΠ 2097/2008 — Έκδοση

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2097 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Έκδοση. Περίληψη: Έκδοση Ουκρανού σε ΗΠΑ. Εφαρμογή διμερούς συνθήκης από 6-5-1931, κυρωθ. δια Ν. 5554/1932 λόγω μη επικύρωσης ακόμη από την Ελλάδα της από 25-6-2003 σύμβασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις ΗΠΑ. Η μη προσκομιδή στο δικαστήριο των εγγράφων εκείνων στα οποία στηρίχθηκε το κατηγορητήριο και το ένταλμα σύλληψης ανάγεται στο ουσία βάσιμο της αιτήσεως εκδόσεως και όχι στο παραδεκτό αυτής. Δεκτή εν μέρει η έφεση και η αίτηση. Γνωμοδότηση υπέρ εκδόσεως για ορισμένα μόνο εγκλήματα, όχι δε για άλλα που ζητείται, διότι δεν περιλαμβάνονται σε εκείνα που προβλέπει η διμερής συνθήκη. Αριθμός 2097/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα (σε συμβούλιο) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου και 2 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου ..., Ουκρανού υπηκόου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Κωνσταντινίδη, κατά της υπ' αριθμ. 67/2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, με την οποία γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών άσκησε την υπ' αριθ. 44/14.7.2008 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Δωδεκανήσου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1266/2008. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου και να εκδοθεί αυτός στις αρχές του κράτους της Ουκρανίας. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 451 παρ.1 του ΚΠΔ, κατά της οριστικής αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, με την οποία τούτο γνωμοδοτεί επί αιτήσεως εκδόσεως, επιτρέπεται στον εκζητούμενο και τον εισαγγελέα, να ασκήσουν έφεση ενώπιον του ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου, μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση από τον γραμματέα εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Επομένως, η υπό κρίση με αριθμό 44/14-7-2008, ασκηθείσα νομοτύπως και εμπροθέσμως, ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως του Εφετείου Δωδεκανήσου έφεση, κατά της με αριθμό 67/14-7-2008 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, με την οποία τούτο γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως στις δικαστικές αρχές της Νέας Υόρκης των ΗΠΑ του εκζητουμένου εκκαλούντος ..., Ουκρανού υπηκόου, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί στην ουσία. Κατά τη διάταξη του άρθρου 436 Κ.Π.Δ., αν δεν υπάρχει διεθνής σύμβαση, οι όροι και η διαδικασία εκδόσεως αλλοδαπών εγκληματιών ρυθμίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 437 επ. του ιδίου κώδικα, τα οποία εφαρμόζονται και όταν υπάρχει σύμβαση, όπου δεν αντιτίθενται σ' αυτή, καθώς και σε όσα σημεία δεν προβλέπει η σύμβαση. Εξάλλου οι λόγοι της εφέσεως πλήττουν τη διάταξη της εκκαλουμένης αποφάσεως, που αποφαίνεται υπέρ της εκδόσεως του εκζητουμένου εκκαλούντος και συνεπώς η υπόθεση μεταβιβάζεται κατά το μέρος αυτό στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, ως εκ της εκτάσεως του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως (άρθρο 502 παρ. 2 Κ.Π.Δ.). Στην προκειμένη περίπτωση, που εισάγεται προς κρίση αίτημα κράτους των ΗΠΑ για έκδοση του εν λόγου αλλοδαπού, Ουκρανού υπηκόου, που συνελήφθη στις 10-5-2008 στη Ρόδο και κρατείται έκτοτε στην Ελλάδα, εφαρμογή έχει η από 6-5-1931 διμερής συνθήκη μεταξύ Ελλάδος και ΗΠΑ "περί αμοιβαίας εκδόσεως εγκληματιών...", κυρωθείσα δια του ν.5554/1932, που εξακολουθεί να ισχύει, εφόσον δεν καταγγέλθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη μετά την πάροδο πενταετίας και δεν έχει ακόμη κυρωθεί με νόμο η υπογραφείσα στην Ουάσιγκτον την 25-6-2003 συμφωνία μεταξύ Ευρωπαϊκής Ενώσεως και ΗΠΑ περί εκδόσεως.. Κατά το άρθρο 11 της ανωτέρω Συνθήκης, αν ο εκζητούμενος είναι απλώς κατηγορούμενος για ορισμένο έγκλημα και όχι κατάδικος, η αίτηση εκδόσεως πρέπει να συνοδεύεται από κεκυρωμένα αντίγραφα του εντάλματος συλλήψεως αυτού και των καταθέσεων με βάση τις οποίες εκδόθηκε το ένταλμα, καθώς και κάθε άλλης μαρτυρίας ή αποδείξεως που κρίνεται χρήσιμη για την περίπτωση. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, το παραδεκτό της αιτήσεως εκδόσεως δεν επηρεάζεται από την υποβολή ή μη μαζί με την αίτηση και το ένταλμα συλλήψεως του υπό έκδοση προσώπου και των τυχόν μαρτυρικών καταθέσεων ή άλλων αποδείξεων, με βάση τις οποίες το ένταλμα αυτό εκδόθηκε και οι οποίες επομένως είναι προγενέστερες της εκδόσεώς του και το στηρίζουν. Η μη προσκομιδή στο δικαστήριο των στοιχείων αυτών, δηλαδή κάθε μαρτυρίας ή αποδείξεως που κρίνεται χρήσιμη, ανάγεται όχι στο παραδεκτό αλλά στην ουσιαστική βασιμότητα της αιτήσεως εκδόσεως και παρέχει στο Συμβούλιο τη δυνατότητα γνωμοδοτήσεως κατά της εκδόσεως για τυχόν ανεπάρκεια των αποδείξεων παραπομπής του εκζητουμένου σε δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 1 της Συνθήκης. Επομένως είναι αβάσιμος ο σχετικός λόγος της εφέσεως, ότι έπρεπε το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο να απορρίψει την αίτηση εκδόσεως ως απαράδεκτη. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος εφέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, ότι τα προσαγόμενα για την έκδοση έγγραφα και συγκεκριμένα, α) η 227/ΑΜ5/2008 από 1-7-2008 ρηματική διακοίνωση της πρεσβείας των ΗΠΑ στην Αθήνα, β) η από 13-6-2008 έγγραφη δήλωση του Κυβερνήτη της πολιτείας της Νέας Υόρκης David Patetsen, γ) η από 10-6-2008 αίτηση του αναπληρωτή περιφερειακού Εισαγγελέα της κομητείας της Νέας Υόρκης John Bandler, δ) η από 10-6-2008 αίτηση του Ανωτέρου Ανακριτή της περιφερειακής Εισαγγελίας της κομητείας της Νέας Υόρκης, ε) τα από 10-8-2008 και 28-5-2008 εντάλματα συλλήψεως, στ) το με αριθμό 3752/2007 κατηγορητήριο και ζ) τα προσαγόμενα κείμενα των σχετικών νόμων, είναι ανεπικύρωτα και προσάγονται σε απλή μετάφραση και όχι σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα και ως εκ τούτου απαραδέκτως λήφθηκαν υπόψη από το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού από τη γενόμενη παραδεκτά επισκόπηση όλων τούτων προκύπτει ότι αφενός αυτά είναι νόμιμα επικυρωμένα, αφετέρου δε από το με αριθμό πρωτ. 67665/ΦΕΑ/1209/3-7-2008 έγγραφο του Ελληνικού Υπουργείου Δικαιοσύνης βεβαιώνεται ότι τα προαναφερόμενα έγγραφα διαβιβάζονται επισήμως μεταφρασμένα στην ελληνική. Από τη διάταξη του άρθρου 1 της ισχύουσας ως άνω Συνθήκης προκύπτει, ότι η έκδοση επιτρέπεται μόνο για τα εγκλήματα που ορίζονται ειδικώς στο άρθρο 2 της Συνθήκης και τελέσθηκαν εντός των ορίων της δικαστικής αρμοδιότητας ενός των συμβαλλομένων μερών και για πρόσωπο το οποίο έχει καταφύγει ή ανακαλύφθηκε στο έδαφος του άλλου κράτους. Εξάλλου κατά το άρθρο 2 της Συνθήκης εκδίδονται, κατά τις διατάξεις αυτής, τα άτομα που διώκονται ή καταδικάσθηκαν για ένα από τα περιοριστικά αναφερόμενα σε αυτό εγκλήματα (κακουργήματα) ή πλημμελήματα και επομένως δεν επιτρέπεται η έκδοση για άλλα εγκλήματα που ζητείται με την αίτηση του ξένου κράτους, αν δεν διαλαμβάνονται στη διάταξη αυτή. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 386 και 386Α του ΠΚ, προκύπτει ότι δεν στοιχειοθετείται απάτη με υπολογιστή, αλλά κοινή απάτη, στην περίπτωση που, χωρίς να γίνεται επέμβαση στη διαμόρφωση του προγράμματος ή στην εφαρμογή του, χρησιμοποιείται ο υπολογιστής ως μέσον ή όργανον προς παραπλάνηση τρίτου, ο οποίος προβαίνει σε περιουσιακή διάθεση που επιφέρει αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη τρίτων. Στην προκειμένη περίπτωση, η εγκληματική δραστηριότητα του εκζητουμένου συνίσταται στο ότι μαζί με 17 άλλα πρόσωπα, από το 2001 μέχρι τον Αύγουστο του 2007, με χρήση του διαδικτυακού παρωνυμίου "Eskalibur", έλαβε μέρος σε πολυεθνική διαδικτυακή εγκληματική επιχείρηση δοσοληψίας κλεμμένων αριθμών πιστωτικών καρτών και άλλων προσωπικών κωδικών αναγνώρισης μέσω διαδικτύου και συγκεκριμένα υπέκλεπτε, με χρήση Η/Υ και άγνωστο τεχνικά τρόπο, κατά τις γενόμενες συναλλαγές τρίτων δια μέσου του διαδικτύου, τους αριθμούς, τους κωδικούς και τα προσωπικά στοιχεία ταυτότητας των συναλλασσομένων κατόχων πιστωτικών καρτών, περίπου 75.000, που βρέθηκαν μέσα σε ηλεκτρονικά μηνύματα που ο εκκαλών αλλοδαπός από το Κίεβο Ουκρανίας που κατοικούσε, μέσω Η/Υ που είχε στην κατοικία του, δια του διαδικτύου, στη συνέχεια διοχέτευε πωλώντας τα σε τρίτα πρόσωπα με χρηματική αμοιβή του, μέσω ψηφιακού νομίσματος, υπολογιζόμενου του παράνομου οφέλους αυτού σε ποσό περίπου 2.000.000 δολαρίων ΗΠΑ, που τελικά επιβαρύνθηκαν συγκεκριμένες τράπεζες των ΗΠΑ. Ακολούθως δε τα ανωτέρω πρόσωπα διενεργούσαν απάτες και δη παράνομες εμπορικές συναλλαγές - αγορές, με τους αριθμούς των πιστωτικών καρτών και τα απόρρητα προσωπικά στοιχεία των ανύποπτων κατόχων αυτών που αντ' αυτών χρεώνοντο το τίμημα αγοραζομένων προϊόντων, ήτοι με ζημία αυτών και των πιστωτικών τραπεζικών ιδρυμάτων που είχαν εκδώσει τις κάρτες αυτές, τα στοιχεία των οποίων είχαν ως παραπάνω υποκλαπεί. Η εγκληματική αυτή δραστηριότητα του εκζητουμένου αλλοδαπού συνιστά άμεση συνεργεία σε απάτη, η οποία περιλαμβάνεται στα εγκλήματα που ορίζονται ειδικώς στο άρθρο 2 της άνω συνθήκης (περ. 21). Η πράξη αυτή είναι κακούργημα, προβλέπεται δε και τιμωρείται, τόσον υπό των διατάξεων των άρθρων 46 παρ.1 εδ, β και 386 παρ. 1 και 3 του ελληνικού ΠΚ, όσον και υπό των διατάξεων του ποινικού νόμου της πολιτείας της Νέας Υόρκης ΗΠΑ και συγκεκριμένα α) παρ. 190.65

(1)(α), δολοπλοκία εξαπατήσεως σε πρώτο βαθμό, αφορώσα τις πράξεις που διαλαμβάνονται στην τρίτη κατηγορία του με αριθμό 3782/2007 κατηγορητηρίου του Ανωτάτου Δικαστηρίου του κράτους της Νέας Υόρκης, β) παρ. 190.65
(1)(α), δολοπλοκία εξαπατήσεως σε πρώτο βαθμό, αφορώσα τις πράξεις που διαλαμβάνονται στην τετάρτη κατηγορία του παραπάνω κατηγορητηρίου, επίσης συντρέχει διακεκριμένη κλοπή, (374 περ. δ, ε ΠΚ), που σημειώνεται στην περίπτωση 11 του άνω άρθρου 2 της Συνθήκης και συγκεκριμένα για παραβάσεις α) παρ. 155.42, μέγα παράπτωμα κλοπής σε πρώτο βαθμό, αφορώσα τις πράξεις που διαλαμβάνονται στην πέμπτη και έκτη κατηγορία του ίδιου κατηγορητηρίου, β) παρ. 155.40
(1), μέγα παράπτωμα κλοπής σε δεύτερο βαθμό, αφορώσα τις πράξεις που διαλαμβάνονται στην ογδόη, ενάτη και δεκάτη κατηγορία του ιδίου ως άνω κατηγορητηρίου, γ) παρ. 165.54, εγκληματική κατοχή κλαπείσης περιουσίας σε πρώτο βαθμό, αφορώσα τις πράξεις που διαλαμβάνονται στην τεσσαρακοστή έκτη κατηγορία του ιδίου κατηγορητηρίου, δ) παρ. 165.45
(2), εγκληματική κατοχή κλαπείσας περιουσίας σε τέταρτο βαθμό, αφορώσα τις πράξεις που διαλαμβάνονται στις κατηγορίες 83, 84, 85, 86, 92, 93, 94, 99, 107, 109, 110, 116, 119, 128, 131, 133, 134, 135, 136, 137, 139, 140, 141, 143, 144, 145, 146, 147, 148, και 149 του ιδίου κατηγορητηρίου, ε) παρ. 110 165.50, απόπειρα εγκληματικής κατοχής κλαπείσας περιουσίας σε τρίτο βαθμό, αφορώσα τις πράξεις που διαλαμβάνονται στις κατηγορίες 151, 152, 155, 157, 158, 159, 160, 161, 162, 163, 16, 165, 166, 167, 168, 169, 171, 172 και 173 του ίδιου κατηγορητηρίου, με προβλεπόμενες ποινές φυλακίσεως αντίστοιχα μέχρι 4, 15, και 25 έτη . Όσον αφορά τις προαναφερόμενες αυτές αξιόποινες πράξεις, λαμβανομένων υπόψη όλων των εγγράφων της δικογραφίας, των πρακτικών του πρωτοβαθμίου Συμβουλίου, αυτών που εξέθεσεν ο συνήγορος του εκκαλούντος στο ακροατήριο και δια του υπομνήματός του, αλλά και ο ίδιος ο παραστάς εκκαλών και η ενόρκως εξετασθείσα στο ακροατήριο ως μάρτυρας μητέρα του, δια του διερμηνέως, το Συμβούλιο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για τη βασιμότητά τους και ότι συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις εκδόσεως του συλληφθέντος αλλοδαπού, που είναι το ίδιο πρόσωπο με εκείνο του οποίου ζητείται η έκδοση, δεν συντρέχει καμία περίπτωση απαγόρευσης εκδόσεως από την άνω συνθήκη ή το άρθρο 438 του ΚΠΔ και το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου ορθά γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του εκκαλούντος, προκειμένου να δικασθεί γι' αυτές στις ΗΠΑ. Άρα η υπό κρίση έφεση κατά το σημείο αυτό είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Όμως οι λοιπές πράξεις, για τις οποίες ζητείται η έκδοση του εκκαλούντος, που συνιστούν παραβάσεις των διατάξεων του ποινικού νόμου της Νέας Υόρκης και συγκεκριμένα α) διαφθορά επιχειρήσεως, παρ. 460.20
(1)(α), αφορώσα πράξεις που διαλαμβάνονται στην πρώτη κατηγορία του άνω 3782/2007 κατηγορητηρίου, β) συνωμοσία σε πέμπτο βαθμό, παρ. 105.05
(1), αφορώσα τις πράξεις που διαλαμβάνονται στη δεύτερη κατηγορία του ιδίου κατηγορητηρίου, γ) ξέπλυμα χρήματος σε δεύτερο βαθμό, παρ. 470.15
(1)(β)
(1)(Α), αφορώσα τις πράξεις που διαλαμβάνονται στην τριακοστή κατηγορία του ιδίου κατηγορητηρίου και δ) ξέπλυμα χρήματος σε δεύτερο βαθμό, παρ.470.15
(1)(β) (ιι) (Α), αφορώσα τις πράξεις που διαλαμβάνονται στην τριακοστή πρώτη κατηγορία του ιδίου κατηγορητηρίου, δεν περιλαμβάνονται στα εγκλήματα που ορίζονται ειδικώς στο άρθρο 2 της άνω συνθήκης Ελλάδος-ΗΠΑ και επομένως ο εκζητούμενος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 της ως άνω διμερούς συνθήκης και του άρθρου 440 του ΚΠοινΔ, που καθιερώνει την αρχή της ειδικότητας στις εκδόσεις, δεν μπορεί να εκδοθεί για να δικασθεί και γι' αυτές τις παραβάσεις που ζητείται. Το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο Εφετών που γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως και για τις παραπάνω πράξεις, έσφαλε και, δεκτής καθισταμένης εν μέρει κατά τούτο της εφέσεως του εκζητουμένου ως βάσιμου, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση. Περαιτέρω, από τις διατάξεις της άνω διμερούς συνθήκης και του ερμηνευτικού αυτής πρωτοκόλλου, προκύπτει ότι το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως εκδόσεως, κρίνει κατά πιθανολόγηση, αν είναι επαρκείς οι αποδείξεις για τη σύλληψη και την παραπομπή του εκζητουμένου σε δίκη, δηλαδή αν οι υποβληθείσες αποδείξεις πιθανολογούν την ενοχή του, ενώ ρητά αποκλείεται από το πρωτόκολλο, η δυνατότητα επιλύσεως του ζητήματος ενοχής ή αθωότητας του εκζητουμένου. Ο εκκαλών ζητεί το Συμβούλιο να γνωμοδοτήσει κατά της εκδόσεώς του στις ΗΠΑ, λόγω ανεπάρκειας των προσαχθεισών αποδείξεων παραπομπής του σε δίκη. Ο λόγος αυτός εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από τις από 10-6-2008, σε νόμιμη μετάφραση προσαγόμενες, ένορκες δηλώσεις, προς υποστήριξη της αιτήσεως εκδόσεως, των α) John Bandler, βοηθού επαρχιακού εισαγγελέα στο γραφείο της κομητείας της Νέας Υόρκης και β) Michael Wigdor, ανωτέρου Ανακριτή στο γραφείο του επαρχιακού εισαγγελέα της ίδιας ως άνω κομητείας, τις από 23-9-2004, ήτοι μετά τη σύνταξη του κατηγορητηρίου, ένορκες βεβαιώσεις του δημοσίου κατηγόρου Στίβεν Κλάϊμερ, εισαγγελέως των Η.Π.Α και της επιθεωρήτριας των ταχυδρομείων των Η.Π.Α Σούζαν Ουάτσον και την όλη διαδικασία, προκύπτει ότι υφίστανται και επαρκείς αποδείξεις παραπομπής του εκζητουμένου Ουκρανού σε δίκη στην άνω αλλοδαπή πολιτεία για τις παραπάνω πράξεις. Σημειωτέον, ότι οι παραπάνω ένορκες δηλώσεις, γενόμεναι κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του ποινικού δικονομικού δικαίου των ΗΠΑ, έχουν νόμιμη ισχύ και λαμβάνονται νομίμως υπόψη και υπό των δικαστικών αρχών της Ελλάδος. Επομένως, αφού εκτιμάται ως άνω ότι υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις σε βάρος του εκκαλούντος, για την παραπομπή του σε δίκη για τις προαναφερθείσες πράξεις, ο έτερος λόγος της υπό κρίση εφέσεως, όπως εκτιμάται από το Συμβούλιο, ότι η ένδικη αίτηση εκδόσεως είναι απορριπτέα, γιατί δεν έχει προσαχθεί καμιά μαρτυρική κατάθεση σε σχέση με την ουσία της αποδιδόμενης στον εκκαλούντα κατηγορίας, που να στηρίζει τα εκδοθέντα σε βάρος του εντάλματα και την κατηγορία, παρά μόνο οι άνω δύο δηλώσεις των διωκτικών οργάνων, που δεν συνιστούν μαρτυρικές καταθέσεις, κατά την έννοια του νόμου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού συνυποβλήθηκαν με την αίτηση και οι μαρτυρικές καταθέσεις ή οι ταυτόσημες ένορκες βεβαιώσεις οι οποίες ελήφθησαν μετά τη σύλληψη και την αίτηση για έκδοση, οι οποίες παραδεκτά συνεκτιμώνται για την παραπάνω ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου. Συναφώς και οι λόγοι, ότι δεν αναφέρεται ο χρόνος τελέσεως των εγκλημάτων, ενώ αυτός σαφώς αναφέρεται ως παραπάνω, ως και το αίτημα του εκκαλούντος για αναβολή της συζητήσεως της ένδικης εφέσεως προκειμένου το Συμβούλιο να ζητήσει από τις αρχές των ΗΠΑ νέα αναγκαία συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία, κρίνονται ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η υπό κρίση αίτηση εκδόσεως, όπως στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται τυπικά και κατ'ουσίαν εν μέρει την έφεση. Εξαφανίζει την με αριθμό 67/2008 απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Δέχεται εν μέρει την αίτηση εκδόσεως. Γνωμοδοτεί υπέρ της εκδόσεως του ..., Ουκρανού υπηκόου, γεννηθέντος στις ... στο ... Ουκρανίας, κατοίκου ..., στις δικαστικές αρχές της κομητείας Νέας Υόρκης των ΗΠΑ, για να δικασθεί μόνο για τις παρακάτω πράξεις: α) Δολοπλοκία εξαπατήσεως σε πρώτο βαθμό- τρίτη κατηγορία του 3782/2007 κατηγορητηρίου. β) Δολοπλοκία εξαπατήσεως σε πρώτο βαθμό- τετάρτη κατηγορία του ιδίου ως άνω κατηγορητηρίου. γ) Μέγα παράπτωμα κλοπής σε πρώτο βαθμό - έκτη κατηγορία του ιδίου κατηγορητηρίου. δ) Μέγα παράπτωμα κλοπής σε δεύτερο βαθμό- ογδόη, ενάτη και δεκάτη κατηγορία του ιδίου κατηγορητηρίου. ε) Εγκληματική κατοχή κλαπείσας περιουσίας σε πρώτο βαθμό -τεσσαρακοστή έκτη κατηγορία του ιδίου κατηγορητηρίου. στ) Εγκληματική κατοχή κλαπείσας περιουσίας σε τέταρτο βαθμό -κατηγορίες 83, 84, 85, 86, 92, 93, 94, 99, 107, 109, 110, 116, 119, 128, 131, 133, 134, 13 5, 136, 137, 139, 140, 141, 143, 144, 145, 146, 147, 148 και 149 του ιδίου κατηγορητηρίου. Και ζ) Απόπειρα εγκληματικής κατοχής κλαπείσας περιουσίας σε τρίτο βαθμό -κατηγορίες 51, 152, 155, 157, 158, 159, 160, 161, 162, 163, 164, 165, 166, 167, 168, 1 69, 171, 172 και 173 του ιδίου κατηγορητηρίου, με τον όρο ότι δε θα διωχθεί, δικασθεί ή κρατηθεί σε εκτέλεση ποινής ή μέτρων ασφαλείας ή υποβληθεί σε οποιοδήποτε άλλο περιορισμό της ατομικής του ελευθερίας, ούτε θα εκδοθεί και θα παραδοθεί σε άλλο κράτος για άλλες πράξεις που τυχόν τελέστηκαν πριν την έκδοση αυτή, εκτός από εκείνες για τις οποίες ως παραπάνω εκδίδεται. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.