Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2098 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Δικηγορική αμοιβή. Περίληψη: Ως σύνταξη σχεδίου της υπό κατάρτιση δικαιοπραξίας, θεωρείται η από το δικηγόρο μελέτη και επεξεργασία των στοιχείων και η τελική διαμόρφωση του σχεδίου της σύμβασης, προκειμένου αυτή να αποτελεί έργο του. Συνεπώς δεν αποτελεί σύνταξη σχεδίου τέτοιας δικαιοπραξίας η τελική διαμόρφωση από το δικηγόρο, κατά τα επουσιώδη μέρη του, του τεθέντος υπόψη του και συνταγέντος από το συμβολαιογράφο έτοιμου σχεδίου, είτε με την αντιγραφή κατά το μεγαλύτερο μέρος του των ουσιωδών στοιχείων της δικαιοπραξίας. Αριθμός 2098/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, κωλυομένου του Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου Νικόλαο Λεοντή, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα, Χρήστο Βρυνιώτη, και Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων:
- Χ. Χ. του Χ., κατοίκου ..., ατομικά και ως ομόρρυθμο μέλος της ομόρρυθμης εταιρείας με επωνυμία "Χ. Χ. - Μ.Χ. Ο.Ε." και ήδη "Χ.Χ -Γ.Χ. Ο.Ε.",
- Της με επωνυμία "Χ.Χ. -Μ.Χ. Ο.Ε." και ήδη "Χ.Χ. -Γ.Χ. Ο.Ε.", εργολαβικής εταιρείας, η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τους διαχειριστές της,
- Μ. Χ. του Γ., ως ομόρρυθμο μέλος της υπό την επωνυμία "Χ.Χ. -Μ.Χ. Ο.Ε." και ήδη "Χ.Χ. -Γ.Χ. Ο.Ε.", οι οποίοι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αλεξιάδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Δ. Χ. του Π., δικηγόρου ... η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητός της ως δικηγόρος και κατέθεσε προτάσεις. ΤΩΝ ΠΡΟΣΘΕΤΩΣ ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΟΝΤΩΝ:
- ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αναστάσιο Ταρπινίδη και κατέθεσε προτάσεις,
- Του ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ (Σ.Ο.Ε.Β.Ε.) που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2008 και αρ.καταθ.33330/4-8-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:22305/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1968/2010 μη οριστική και 1738/2011 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-12-2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ανδρέας Δουλγεράκης ανέγνωσε την από 9-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η αναιρεσίβλητη και ο πληρεξούσιος του 1ου προσθέτως παρεμβαίνοντος ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από την προσκομιζόμενη, με αριθμό ..., έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσ/νίκης,Γ. Δ., που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες,προκύπτει ότι κεκυρωμένο αντίγραφο της κρινομένης, από 9-12-2011, αίτησης αναίρεσης και της κλήσης προς εμφάνιση και συζήτηση κατά τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, της 21-10-2014, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον παρεμβάντα ενώπιον του εφετείου-αναιρεσίβλητο ΣΥΝΔΕΣΜΟ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΑΣ (Σ.Ο.Ε.Β.Ε.). Ο τελευταίος όμως, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά, δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, κατά το άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ, κατά την παραπάνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία του. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 KΠολΔ, για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έκρινε ορισμένη ή αόριστη αγωγή, διότι αρκέστηκε στην πρώτη περίπτωση σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος και απαίτησε στη δεύτερη περισσότερα. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1,38,39,46,49,63,91 παρ.1 και 92 παρ.1 και 2,92 Α' παρ. 1, 4 και 5,94,156 και 158 του Kώδικα δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), συνάγεται ότι ο δικηγόρος κατά κανόνα είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, αφού ενεργεί ελεύθερα έναντι του πελάτη του και δεν βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης προς αυτόν. Η σχέση του δε αυτή με τον πελάτη του χαρακτηρίζεται ως αμειβόμενη εντολή, με βάση την οποία δικαιούται να λάβει από τον πελάτη του, πλην της δικαστηριακής ή άλλης δαπάνης, την οποία κατέβαλε εξ ιδίων, αμοιβή για κάθε εργασία, η οποία καθορίζεται με συμφωνία του δικηγόρου και του εντολέα ή του αντιπροσώπου του, σε καμιά όμως περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερη των κατωτάτων ορίων που καθορίζονται από τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων. Αν δεν καταρτίστηκε συμφωνία για την αμοιβή, ο δικηγόρος δικαιούται ως αμοιβή τα ελάχιστα όρια αυτής, που ορίζονται από τα άρθρα 98 και επ. του Kώδικα περί Δικηγόρων. Τέλος, για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία ο δικηγόρος ζητεί την επιδίκαση της αμοιβής του για δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες, συναφείς με το δικηγορικό επάγγελμα μετά την εκτέλεση τούτων, αρκεί στο δικόγραφο αυτής να μνημονεύονται: α) η συμφωνία περί εντολής και το ύψος της αµοιβής και β) η εκτέλεση της εντολής αυτής µε την ενέργεια των αναγκαίων για τη διεκπεραίωση της ανατεθείσας υπόθεσης δικαστικών και εξώδικων πράξεων. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της από 31.7.2008 αγωγή της, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη δικηγόρος εκθέτει σ' αυτήν ότι δυνάμει συμβάσεων εντολής παρείχε στον πρώτο εναγόμενο, ήδη αναιρεσείοντα, ο οποίος είναι εργολάβος οικοδομών και παράλληλα ασκεί το επάγγελμα του εισαγωγέα χημικών αναλώσιμων και εργαλείων ειδών αυτοκινήτων και στη δεύτερη εναγομένη ήδη αναιρεσείουσα, ομόρρυθμη εργολαβική εταιρία, της οποίας ομόρρυθμα μέλη είναι οι πρώτος, και τρίτος των αναιρεσειόντων, τις νομικές συμβουλές και υπηρεσίες της στις υποθέσεις τους, αμειβόμενη πάντοτε, κατ' αποκοπή, για κάθε επί μέρους υπόθεση που της ανέθεταν. Ότι δυνάμει των εντολών αυτών παρείχε τις υπηρεσίες της στους εναγομένους ευδόκιμα και αποδοτικά, απασχολούμενη κυρίως στον έλεγχο των τίτλων των ακινήτων τα οποία επρόκειτο να αγοράσουν για τις ανάγκες της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας ή των οποίων επρόκειτο να αναλάβουν την ανοικοδόμηση δυνάμει συναπτόμενων με τους οικοπεδούχους εργολαβικών συμβάσεων, τη σύνταξη σχεδίων των συμβάσεων αυτών, αλλά και άλλες επαγγελματικές και προσωπικές τους υποθέσεις, δικαστικές και εξώδικες, πλην όμως οι εναγόμενοι, εκμεταλλευόμενοι τη συγγενική της σχέση με τον πρώτο εξ αυτών, απέφευγαν συστηματικά την καταβολή των νομίμων αμοιβών της για τις παρεχόμενες υπηρεσίες της. Ότι, μεταξύ άλλων ενεργειών, σε εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων εντολής, προέβη στον έλεγχο των τίτλων ιδιοκτησίας και τη διαβεβαίωση των εναγομένων ότι μπορούν να προχωρήσουν στην ανοικοδόμηση με το σύστημα της αντιπαροχής των αναφερομένων στην αγωγή πέντε ακινήτων, καθώς επίσης και στη σύνταξη σχεδίου βάσει του οποίου καταρτίστηκαν, στη συνέχεια, οι αντίστοιχες με αριθμούς ... και ..., ..., ... και ... εργολαβικές συμβάσεις της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Όλγας Καρανίκα - Βαϊνά μεταξύ της δεύτερης εναγομένης ως εργολάβου και των οικοπεδούχων οι τρεις πρώτες και μεταξύ του πρώτου εναγομένου ατομικά ως εργολάβου και των οικοπεδούχων οι δύο τελευταίες. Ότι η αµοιβή της για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες της, κατά την κατάρτιση των ανωτέρω εργολαβικών συµβάσεων υπολογιζόμενη, κατ' άρθρα 160 και 161 του Κώδικα Δικηγόρων, βάσει της αξίας των ακινήτων που συνιστούσαν την εργολαβική αµοιβή των πρώτου και δεύτερης των εναγοµένων, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, όπως αναλυτικά η αµοιβή αυτή εκτίθεται στην αγωγή για κάθε επί µέρους εργολαβική σύµβαση, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 106.568,94 ευρώ όσον αφορά τη δεύτερη εναγοµένη και των 26.396,51 ευρώ, όσον αφορά τον πρώτο. Ότι προέβη ακόμη και στις αναλυτικά αναφερόµενες δικαστικές ενέργειες προς διεκπεραίωση αντίστοιχων υποθέσεων του πρώτου εναγομένου για αμοιβή των οποίων και πραγματοποιηθείσες σχετικά δαπάνες δικαιούται από αυτόν τα αναλυτικά εκτιθέµενα για κάθε επί µέρους ενέργεια ποσά και συνολικά το ποσό των 2.184,24 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθούν η δεύτερη εναγόµενη εντολέας της και τα οµόρρυθµα µέλη αυτής, να της καταβάλουν το συνολικό ποσό των 106.568,94 και επιπλέον ο πρώτος εναγόμενος εντολέας ατομικά και το ποσό των 28.580,75 ευρώ. Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισµένη, καθόσον η ενάγουσα ρητά επικαλείται, για τη θεµελίωσή της, ότι δυνάµει αντιστοίχων συµβάσεων εντολής παρείχε στον πρώτο εναγόµενο και στη δεύτερη εναγοµένη, τις νοµικές συμβουλές και υπηρεσίες της στις διάφορες υποθέσεις τους, αµειβόµενη πάντοτε κατ' αποκοπή για κάθε επί µέρους υπόθεση που της ανέθεταν και ότι σε εκτέλεση των εντολών αυτών προέβη στις αναλυτικά αναφερόμενες ενέργειες, ζητεί δε να της καταβληθούν τα κατώτερα όρια αμοιβών για κάθε ενέργεια, µε συνέπεια να µην απαιτείται να διαλαμβάνεται σ' αυτήν αφενός µεν το συµφωνηθέν για κάθε επί µέρους εργασία ποσό, αφού η ενάγουσα ζητά τα ελάχιστα όρια αµοιβών, αφετέρου δε επικαλείται ότι η αµοιβή της συµφωνήθηκε να ορίζεται από τον Κώδικα Δικηγόρων. Εποµένως, το εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ότι η αγωγή είναι ορισμένη και απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που προαναφέρθηκαν, διότι δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα προβλέπουν οι διατάξεις αυτές. Έτσι, ο πρώτος λόγος του δικογράφου της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώµατος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονοµικός σκοπός του δικαιώµατος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής καταχρηστική άσκηση του δικαιώµατος υπάρχει όταν από την προηγούµενη συµπεριφορά του δικαιούχου ή την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώµατος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και την εντιµότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές ή προς τα επιβαλλόµενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Μόνη η µακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόµη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωµα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη µεταγενέστερη άσκηση του, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συµπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώµατος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί µακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται µε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάσταχτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονοµική υπόσταση της επιχείρησής του, αλλ' αρκεί να έχει δυσµενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (βλ. Ολ ΑΠ 8/2001).Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι εναγόμενοι με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που καταxωρήθηκε συνοπτικά στα πρακτικά συνεδρίασης του, αλλά και αναλυτικά, με τις κατατεθείσες επί της έδρας προτάσεις τους, προέβαλαν την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας, ισχυριζόμενοι ότι η τελευταία άφησε να περάσει χρονικό διάστημα άνω των 10 ετών για να απαιτήσει τις, κατ' αυτήν, δήθεν αμοιβές της. Με το περιεχόμενο αυτό η παραπάνω ένσταση δεν είναι νόμιμη, αφού μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματός του. Συνεπώς, το Εφετείο, ενώπιον του οποίου επαναφέρθηκε νομότυπα ο ίδιος ισχυρισμός, απορρίπτοντας τον ως μη νόμιμο, δεν παραβίασε την παραπάνω διάταξη και είναι αβάσιμος ο, περί του αντιθέτου, δεύτερος λόγος αναίρεσης. Κατά το άρθρο 671 παρ. ΚΠολΔ "το δικαστήριο δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 663 Επ ΚΠολΔ λαμβάνει υπόψη του αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Οι μάρτυρες εξετάζονται κατά τη δικάσιμο. Το δικαστήριο μπορεί να ορίσει, κατά τη δικάσιμο, αν το κρίνει αναγκαίο, άλλη ημέρα και ώρα για την εξέταση των μαρτύρων ενώπιόν του, με προφορική ανακοίνωσή του που καταχωρίζεται στα πρακτικά, χωρίς να απαιτείται κλήση των διαδίκων και των μαρτύρων να εμφανιστούν κατά την εξέταση. Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από εικοσιτέσσερις τουλάχιστον ώρες". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι σε υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, οι μαρτυρίες τρίτων δίδονται είτε με εξέταση αυτών ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο, είτε με ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου και ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου πριν από εικοσιτέσσερις τουλάχιστον ώρες. Μαρτυρία που δόθηκε με άλλο τρόπο δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Αυτό ισχύει και για τις δηλώσεις ή βεβαιώσεις τρίτων που αποτελούν μαρτυρίες αυτών, εφόσον έγιναν για να χρησιμοποιηθούν κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως αποδεικτικά μέσα στην ορισμένη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη χωρίς να τηρηθούν οι άνω δικονομικές διατάξεις, έστω και αν τηρήθηκε γι' αυτές ο τόπος του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 (Ολ ΑΠ 8/1987). Στην προκειμένη περίπτωση, οι εναγόµενοι επικαλέσθηκαν και προσκόµισαν και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου τις από 30.9.2008 δηλώσεις των συμβολαιογράφων Θεσσαλονίκης Πανάγιως Γίδαρη και Όλγας Καρανίκα, οι οποίες όµως, δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη, καθόσον, όπως δέχθηκε το εφετείο, δόθηκαν για να χρησιµεύσουν ως αποδεικτικά µέσα ειδικά στη δίκη που ανοίχθηκε µε την ένδικη αγωγή της ενάγουσας, δεδοµένου ότι δόθηκαν µετά την άσκηση και ενόψει της αρχικά ορισθείσης δικασίµου, της 4.11.2008, µε συνέπεια να αποτελούν ανυπόστατα αποδεικτικά µέσα και να µη µπορούν να ληφθούν υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκµηρίων. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του για τον σχηµατισµό της κρίσης του και τις άνω δηλώσεις. Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, αληθώς, από τον αριθμό 11(και όχι 8 όπως, εσφαλμένα επικαλούνται) του άρθρου 559 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια αυτή, διότι δεν έλαβε υπόψη του τις παραπάνω δηλώσεις. Με το να μη λάβει όμως, υπόψη του το ως άνω απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο δεν υπέπεσε στη σχετική πλημμέλεια και είναι αβάσιμος ο λόγος αναίρεσης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 160 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 24 του Ν. 723/2977, για τον έλεγχο τίτλων ιδιοκτησίας ακινήτου και τη σύνταξη σχετικής έκθεσης, εάν επακολουθήσει η κατά το επόμενο άρθρο 161 σύνταξη από το δικηγόρο εγγράφου ή σχεδίου, η οφειλόμενη σε αυτόν αμοιβή ορίζεται σε 1 1/2 % επί της αξίας του ακινήτου. Στην αμοιβή αυτή περιλαμβάνεται και εκείνη που προβλέπεται από το άρθρο 161 του ίδιου Κώδικα. Εάν δεν επακολουθήσει σύνταξη εγγράφου ή σχεδίου, η οφειλόμενη στο δικηγόρο αμοιβή ορίζεται στο 1/3 της ανωτέρω οριζόμενης. Κατά δε το άρθρο 164 παρ. 1 του ίδιου κώδικα για την έρευνα στα βιβλία μεταγραφών, υποθηκών ή κατασχέσεων προς διαπίστωση της ακίνητης περιουσίας προσώπου και των βαρών αυτής το ελάχιστο όριο της αμοιβής είναι συνολικά δραχμές
- Εάν όμως η εργασία αυτή είναι συναφής με τον έλεγχο τίτλων ή σύνταξη εγγράφου, ουδεμία οφείλεται αμοιβή. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι προβλέπονται αμοιβές για δύο διαφορετικές δικηγορικές πράξεις, ήτοι α) για απλή έρευνα στα βιβλία μεταγραφών, υποθηκών, κατασχέσεων και διεκδικήσεων προς διαπίστωση ότι κάποιο πρόσωπο φέρεται ως ιδιοκτήτης συγκεκριμένου ακινήτου και εάν αυτό έχει ή όχι βάρη. Η έρευνα αυτή είναι απλή και δεν απαιτεί χρόνο και ειδικές επιστημονικές γνώσεις και η αμοιβή για την εργασία αυτή είναι μικρή και ορίζεται στο πάγιο ποσό των 60 δρχ, και β)για τον έλεγχο των πάσης φύσεως τίτλων και όχι μόνο την έρευνα των βιβλίων μεταγραφών, δηλαδή και των μη μεταγεγραμμένων δικαστικών αποφάσεων, ιδιωτικών εγγράφων κλπ, και τη βάσει της μελέτης αυτών διατύπωση υπεύθυνης γνώμης ότι το πρόσωπο έχει δικαίωμα ιδιοκτησίας επί συγκεκριμένου ακινήτου και θα είναι έγκυρη η διάθεση αυτού. Η εργασία αυτή είναι επίπονη, χρονοβόρα και απαιτεί ειδικές επιστημονικές γνώσεις, γι' αυτό και η δικηγορική αμοιβή ορίζεται σε μεγαλύτερο ποσό ανάλογο με την αξία του ακινήτου (ΑΠ. 444/2009),για τη λήψη δε της αμοιβής αυτής δεν απαιτείται η σύνταξη από το δικηγόρο έκθεσης για το γενόμενο τίτλο ιδιοκτησίας. Εξάλλου, η μικτή σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ εργολάβου και κυρίου του οικοπέδου με την οποία ο πρώτος αναλαμβάνει την υποχρέωση να ανεγείρει με δαπάνες του πολυώροφη οικοδομή σε οικόπεδο του δευτέρου, από την οποία ορισμένα διαμερίσματα θα µεταβιβάσει κατ' αποκλειστική κυριότητα σ' αυτόν (οικοπεδούχο), που υποχρεούται αντιστοίχως να µεταβιβάσει στον εργολάβο ορισµένο ποσοστό του οικοπέδου, φέρει το χαρακτήρα της σύμβασης έργου, εφόσον οι συµβαλλόµενοι απέβλεψαν στην κατασκευή των ανωτέρω διαµερισµάτων από τον εργολάβο, την αµοιβή του οποίου αποτελεί η µεταβίβαση σ' αυτόν ποσοστού του οικοπέδου. Εποµένως ο δικηγόρος, ο οποίος, κατ' εντολή του εργολάβου, προέβη στην εξέλεγξη των τίτλων ιδιοκτησίας του κυρίου του οικοπέδου και διαβεβαίωσε τον εργολάβο ότι µπορεί να προχωρήσει στην ανοικοδόμηση του οικοπέδου, δικαιούται την αµοιβή που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 160 του Κώδικα Δικηγόρων, η οποία υπολογίζεται επί της αξίας των διαµερισµάτων, που περιέρχονται στον εργολάβο ως εργολαβικό αντάλλαγµα (ΑΠ1681/2006).Ως αξία του ακινήτου, επί της οποίας υπολογίζεται το ανωτέρω ποσοστό της δικηγορικής αµοιβής, κατά τη διάταξη του άρθρου 160 του κώδικα περί Δικηγόρων, νοείται, προφανώς, η αγοραία και όχι η "αντικειμενική" αξία, η οποία προκύπτει από τον αντικειµενικό τρόπο καθορισµού της φορολογητέας αξίας των ακινήτων που μεταβιβάζονται με αντάλλαγμα ή αιτία θανάτου, δωρεάς και γονικής παροχής. Με το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού, που θεσπίσθηκε με το άρθ.41 του Ν.1249/1982, επιβάλλεται απλώς στον φορολογούμενο η υποχρέωση ν αναγράψει στην οικεία φορολογική δήλωση την "αντικειμενική αξία" του ακινήτου, όπως αυτή διαμορφώνεται τελικά από τις προκαθορισμένες τιμές εκκίνησης και τους συντελεστές αυξομείωσης της, με βάση την οποία βεβαιώνεται ο φόρος που αναλογεί ( παρ. 6 του άρθρου 41 του άρθ. 14 του Ν. 1473/1984). Επομένως ο νομοθέτης, με τη θέσπιση του αντικειμενικού τρόπου καθορισμού της φορολογητέας αξίας των ακινήτων, απέβλεψε μόνο σε φορολογικούς σκοπούς και δεν επεδίωξε την τροποποίηση του άρθρου 160 του Κώδικα περί Δικηγόρων ή οποιασδήποτε άλλης διάταξης, που αναφέρεται στην αξία των ακινήτων, με γενική καθιέρωση της έννοιας της "αντικειμενικής αξίας", αντί της αγοραίας (πραγματικής) αξίας, πολύ περισσότερο μάλιστα αφού είναι κοινώς γνωστό ότι η τελευταία αυτή αξία είναι, σχεδόν πάντοτε, μεγαλύτερη από την "αντικειμενική". Εκτός όµως από τον ανωτέρω, προφανή, σκοπό του νοµοθέτη, σε αντίθετη εκδοχή δεν οδηγεί ούτε η γραµµατική διατύπωση της παρ. 6 του άρθ. 41 του Ν. 1249/1982, αφού, και στην περίπτωση ακόµη της βεβαίωσης του αναλογούντος φόρου µεταβίβασης, ο νοµοθέτης αποµακρύνεται εντελώς από την έννοια της αγοραίας αξίας του ακινήτου, ορίζοντας, στην προαναφερόµενη διάταξη, ότι αν ο φορολογούμενος θεωρεί την προκαθορισμένη αξία µεγαλύτερη από την αγοραία, έχει το δικαίωµα να ζητήσει τον προσδιορισµό της αγοραίας αξίας από το αρµόδιο Διοικητικό Πρωτοδικείο. Στην προκειµένη περίπτωση, το εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, τα παρακάτω, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά : O πρώτος εναγόμενος ασκεί το επάγγελμα του εργολάβου οικοδομών τόσο ατομικά όσο και ως μέλος της δεύτερης εναγόμενης ομόρρυθμης εργολαβικής - κατασκευαστικής εταιρίας, της οποίας μέλος είναι επίσης και ο τέταρτος εναγόμενος. Η ενάγoυσα είναι δικηγόρος Θεσσαλονίκης και πρώτη εξαδέλφη του πρώτου εναγομένου. Από την έναρξη της ως άνω επαγγελματικής του δραστηριότητας ο πρώτος εναγόμενος ανέθεσε στην ενάγουσα προφορικά την εντολή χειρισμού των νομικών του υποθέσεων, κυρίως επαγγελματικών αλλά και προσωπικών, μετά δε τη σύσταση της δεύτερης εναγομένης εταιρίας η ενάγουσα ανέλαβε δυνάμει αντίστοιχης προφορικής σύμβασης εντολής, συναφθείσας μεταξύ αυτής και του πρώτου εναγομένου, ως εκπροσώπου της εταιρίας, το χειρισμό και των δικών της, σχετιζόμενων με την ανωτέρω επιχειρηματική της δραστηριότητα, υποθέσεων. Κατά το περιεχόμενο των συμβάσεων αυτών το κύριο αντικείµενο απασχόλησης της ενάγουσας αφορούσε τον έλεγχο των τίτλων ιδιοκτησίας των ακινήτων που επρόκειτο να ανοικοδομηθούν από τους πρώτο και δεύτερη των εναγοµένων και η παροχή σε αυτούς υπεύθυνης γνώµης εκ µέρους της σχετικά µε το δικαίωµα ιδιοκτησίας των οικοπεδούχων, ώστε να επακολουθήσει η υπογραφή της αντίστοιχης εργολαβικής σύµβασης (εργολαβικού προσυμφώνου) και κατόπιν αυτής η ανέγερση της οικοδοµής και η υπογραφή των οριστικών συµβολαίων µεταβίβασης των διαιρετών ιδιοκτησιών. Σε εκτέλεση των ως άνω εντολών η ενάγουσα, µεταξύ άλλων ενεργειών προς διεκπεραίωση υποθέσεων του πρώτου κυρίως αλλά και της δεύτερης των εναγοµένων, προέβη κατά τα έτη 2000-2007 στην προετοιµασία της υπογραφής των ..., ..., ... και ... εργολαβικών συµβάσεων της συµβ/φου Θεσσαλονίκης Όλγας Καρανίκα- Βαϊνά, στις οποίες συµβαλλόµενοι εργολάβοι ήταν στις …, ... και ... συµβάσεις η δεύτερη εναγοµένη και στις ... και ... ο πρώτος εναγόµενος. Ειδικότερα: Α) µε το ... προσύμφωνο µεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικό συμβόλαιο της συµβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Όλγας Καρανίκα -Βαϊνά η δεύτερη των εναγομένων ανέλαβε να ανοικοδομήσει µε δικές της δαπάνες και φροντίδες σε ένα οικόπεδο εμβαδού 1.533 τ.µ., συνιδιοκτησίας των Μ. Ο., Ε. Ο., Δ. συζ. Α. Κ., Γ. Κ., Ι. Κ., Ε. Κ. και Α. Ο., κείμενο στο συνοικισµό Μετεώρων του Δήµου Πολίχνης Θεσσαλονίκης, συγκρότηµα από πέντε κτίρια, ονοµαζόµενα κτίριο Α, κτίριο Β, κτίριο Γ, κτίριο Δ και κτίριο Ε. Σύµφωνα µε τους όρους του εργολαβικού το κτίριο Α θα αποτελούνταν από τέσσερις διώροφες κατοικίες µε υπόγειο η κάθε µία, το κτίριο Β από τρεις διώροφες κατοικίες (μεζονέτες) µε υπόγειο η κάθε µία, το κτίριο Γ θα αποτελούνταν από δύο διώροφες κατοικίες µε υπόγειο η κάθε µία, εφαπτόμενες µεταξύ τους το κτίριο Δ από δύο ισόγεια, καταστήµατα µε υπόγειο και έναν όροφο πάνω από τα καταστήµατα και το κτίριο Ε από δύο ισόγεια καταστήµατα. Σε αντάλλαγµα της υποχρέωσης της εναγοµένης οι οικοπεδούχοι ανέλαβαν την υποχρέωση να µεταβιβάσουν σ' αυτήν ή σε υπ' αυτής υποδεικνυόμενα τρίτα πρόσωπα ποσοστό 445,94/1000 εξ αδιαιρέτου του άνω οικοπέδου τους, παρακρατώντας για τον εαυτό τους τα υπόλοιπα ποσοστά των 554,06/
- Β) µε το ... προσύμφωνο µεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικό συµβόλαιο της ίδιας συµβολαιογράφου η εναγοµένη ανέλαβε να ανοικοδομήσει σε ένα οικόπεδο εμβαδού 879,70 τ. µ.συνιδιοκτησίας των Ε. συζ. Γ. Μ., Δ. Ο., Α. Ο. και Μ. Ο., κείμενο στο συνοικισμό Μετεώρων του Δήµου Πολίχνης Θεσσαλονίκης, µία πολυώροφη οικοδοµή, αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο κατάστηµα, έναν όροφο και τα νόµιµα κτίσµατα του δώµατος. Σύµφωνα µε τους όρους του ως άνω εργολαβικού το υπόγειο της οικοδομής θα περιλάμβανε το λεβητοστάσιο, το κλιμακοστάσιο και ένα αποθηκευτικό χώρο, το ισόγειο θα περιλάμβανε ένα κατάστημα και δύο εισόδους και ο όροφος πάνω από το κατάστημα θα περιλάμβανε τέσσερα διαμερίσματα, οι δε οικοπεδούχοι, σε αντάλλαγμα της υποχρέωσης της εναγομένης, ανέλαβαν την υποχρέωση να µεταβιβάσουν σ' αυτήν ή σε τρίτα υπ' αυτής υποδεικνυόμενα πρόσωπα ποσοστό 370,66/1000 εξ αδιαιρέτου του άνω οικοπέδου τους, παρακρατώντας για τον εαυτό τους τα υπόλοιπα ποσοστά των 629,34/
- Γ) Με το ... προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικό συµβόλαιο της ίδιας συµβολαιογράφου ο πρώτος εναγόμενος ανέλαβε να ανοικοδομήσει µε δικές του δαπάνες και φροντίδες σε ένα οικόπεδο, εμβαδού 180,12 τμ, συνιδιοκτησίας των Ρ. χήρας Θ. Π., Ι. συζ. Μ. Π., Α. συζ. Δ. Θ. και Α. Π. του Θ., κείμενο στην κτηματική περιοχή του Δήμου Πολίχνης Θεσσαλονίκης, μία πολυώροφη οικοδομή, που θα αποτελούνταν από υπόγειο, το οποίο θα περιλάμβανε το μηχανοστάσιο, το λεβητοστάσιο, και αποθηκευτικό χώρο, πυλωτή, τέσσερις κυρίους ορόφους και τα νόμιμα κτίσματα του δώματος. Σύμφωνα με τους όρους και συμφωνίες του άνω εργολαβικού οι οικοπεδούχοι, σε αντάλλαγμα της υποχρέωσης του πρώτου εναγομένου, ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν σ' αυτόν ή σε τρίτα υπ' αυτού υποδεικνυόμενα πρόσωπα ποσοστό 495/1000 εξ αδιαιρέτου του άνω οικοπέδου τους, παρακρατώντας για τον εαυτό τους τα υπόλοιπα ποσοστά των 505/
- Δ)με το ... προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικό συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου η δεύτερη εναγομένη ανέλαβε να ανοικοδομήσει σε ένα οικόπεδο εμβαδού 908,90 τ.μ., συνιδιοκτησίας των Ζ. Σ., Ε. Ρ., Δ. Μ., Κ. Π., Ι. Σ. και Θ. Κ., κείμενο στο συνοικισµό Μετεώρων του Δήµου Πολίχνης Θεσσαλονίκης, δύο πολυώροφες οικοδομές, ονοµαζόµενες οικοδοµή ή κτίριο Α και οικοδοµή ή κτίριο Β. Σύµφωνα µε τους όρους του άνω εργολαβικού η οικοδοµή Α θα αποτελούνταν από υπόγειο, πυλωτή, έξι ορόφους πάνω από την πυλωτή και τα νόµιµα κτίσµατα του δώµατος, η δε οικοδοµή Β από υπόγειο, πυλωτή, πέντε ορόφους πάνω από την πυλωτή και τα νόµιµα κτίσµατα του δώµατος. Σε αντάλλαγµα της υποχρέωσης της δεύτερης εναγοµένης οι οικοπεδούχοι ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν σ' αυτήν ή σε τρίτα υπ' αυτής υποδεικνυόμενα πρόσωπα ποσοστό 553,04/1000 εξ αδιαιρέτου του άνω οικοπέδου τους παρακρατώντας για τον εαυτό τους τα υπόλοιπα ποσοστά των 446,96/
- Ε) µε το ... προσύμφωνο µεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικό συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου ο πρώτος εναγόμενος ανέλαβε να ανοικοδομήσει σε ένα οικόπεδο, εμβαδού 264,17 τ.μ., συνιδιοκτησίας των Π. Τ., Σ. Π. και Ι. Δ., κείμενο στο Δήμο Νεάπολης Θεσσαλονικης, μία πολυώροφη οικοδομή, που θα αποτελούνταν από υπόγειο, το οποίο περιλάμβανε το λεβητοστάσιο, το μηχανοστάσιο, το κλιμακοστάσιο και τρεις αποθηκευτικούς χώρους και χώρους στάθμευσης αυτοκινήτων, ισόγειο πέντε κυρίους ορόφους και τα νόμιμα κτίσματα του δώματος. Σύμφωνα με τους όρους του άνω εργολαβικού οι οικοπεδούχοι, σε αντάλλαγμα της υποχρέωσης του πρώτου εναγομένου, ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν σ' αυτόν ή σε τρίτα υπ' αυτού υποδεικνυόμενα πρόσωπα ποσοστό 460,97/1000 εξ αδιαιρέτου του άνω οικοπέδου τους, παρακρατώντας για τον εαυτό τους τα υπόλοιπα ποσοστά των 539,03/
- Για τις ενέργειες στις οποίες προέβη η ενάγουσα για την υπογραφή των εν λόγω εργολαβικών συμβάσεων (έλεγχο των τίτλων ιδιοκτησίας των ακινήτων που επρόκειτο να ανοικοδομηθούν από τους πρώτο και δεύτερη των εναγομένων και παροχή σ' αυτούς υπεύθυνης γνώμης εκ μέρους της, σχετικά με το δικαίωμα ιδιοκτησίας των οικοπεδούχων) δεν έλαβε κάποια αμοιβή, λόγω δε των σχετικών, ιδίως από τα τέλη του έτους 2007,οχλήσεων της προς τους εναγομένους, οι τελευταίοι διέκοψαν στις αρχές Μαΐου τη συνεργασία τους. Κατόπιν αυτού η ενάγουσα, με την από 15.5.2008 εξώδικη δήλωση, πρόσκληση και διαμαρτυρία κάλεσε τους εναγομένους να προσέλθουν την 20.5.2008 στο γραφείο της και να τακτοποιήσουν τις υφιστάμενες εκκρεμείς οικονομικές τους οφειλές και να παραλάβουν τους φακέλους των υποθέσεων τους. Ο πρώτος και η δεύτερη απάντησαν στην ενάγουσα με την από 23.5.2008 εξώδικη δήλωση, με την οποία αρνούνταν ότι της οφείλουν οποιοδήποτε ποσό από τη μεταξύ τους συνεργασία, στη συνέχεια δε καταλόγιζαν στην ενάγουσα ότι δεν ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις της και δήλωναν ότι θα αναγκαστούν να διακόψουν τη μεταξύ τους συνεργασία, αν αυτή δεν προσέλθει την 29.5.2008 στο συμβολαιογραφείο της παραπάνω συμβολαιογράφου για την υπογραφή ενός συμβολαίου. Η ενάγουσα με την από 27.5.2008 εξώδικη δήλωση κάλεσε τους εναγομένους να τακτοποιήσουν άμεσα τις εκκρεμείς οικονομικές οφειλές τους, δήλωνε δε ότι δεν πρόκειται να παραστεί στο συμβόλαιο πώλησης για το οποίο την καλούσαν εάν δεν τακτοποιήσουν προηγουμένως τις οφειλές τους και γενικότερα ότι δεν είναι διατεθειμένη να ξαναρχίσει τη συνεργασία μαζί τους εφόσον υφίστανται οικονομικές οφειλές τους. Οι εναγόμενοι δεν απάντησαν στη νέα αυτή εξώδικο της ενάγουσας και η τελευταία προέβη στην άσκηση της ένδικης αγωγής της. Η προετοιμασία της κατάρτισης των εργολαβικών συμβάσεων περιλάμβανε την έρευνα στα Υποθηκοφυλακεία των τίτλων ιδιοκτησίας των οικοπεδούχων, προς διακρίβωση των δικαιωμάτων τους επί των ακινήτων και της ύπαρξης τυχόν βαρών, τη σύνταξη της σχετικής έκθεσης και σε κάθε περίπτωση την παροχή διαβεβαίωσης για τα στοιχεία αυτά στον εκ των εναγομένων συμβαλλόμενο κάθε φορά ως εργολάβο, προκειμένου να προχωρήσει στην κατάρτιση της σύμβασης. Από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι η ενάγουσα συνέταξε σε οποιαδήποτε από τις επίδικες περιπτώσεις το σχέδιο της υπογραφείσας εργολαβικής σύμβασης, το οποίο και για τις πέντε συμβάσεις είχε συνταχθεί από την προαναφερόμενη συμβολαιογράφο, ενώ οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των συμβαλλομένων, μεταξύ των οποίων η ενάγουσα για λογαριασμό των εναγομένων εργολάβων, επέφεραν απλώς τροποποιήσεις σε όποια σημεία υπήρχαν διαφωνίες. Η αμοιβή της ενάγουσας είχε γενικώς συμφωνηθεί εξαρχής μεταξύ αυτής και των ως άνω εντολέων της ότι θα καταβάλλεται, κατ' αποκοπήν, ιδιαιτέρως δηλαδή για κάθε επί μέρους ενέργεια, από δε τη συμφωνία αυτή δεν εξαιρούνταν οι ανωτέρω ενέργειες που αφορούσαν την προετοιμασία υπογραφής των εργολαβικών συμβάσεων για τις οποίες ομοίως συμφωνήθηκε ότι η ενάγουσα θα ελάμβανε ως αμοιβή την προβλεπόμενη για αυτές άπό τον Κώδικα Δικηγόρων. Εφόσον η ενάγουσα, κατ' εντολή των εναγομένων, προέβη στην εξέλεγξη των τίτλων ιδιοκτησίας των κυρίων των άνω οικοπέδων και τους διαβεβαίωσε ότι μπορούν να προχωρήσουν στην ανοικοδόμηση των οικοπέδων, δικαιούται την αμοιβή που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 160 εδ. γ' του Κώδικα Δικηγόρων και δη το 1/3 της αμοιβής του εδ. α' του ίδιου άρθρου του Κώδικα Δικηγόρων, που ανέρχεται στο 1,5% επί του ποσού της αξίας του εργολαβικού ανταλλάγματος, καθόσον η ενάγουσα δεν προέβη και στη σύνταξη του σχεδίου των άνω εργολαβικών συμβάσεων, ακόμη και υπό την υποστηριζόμενη από τους εναγομένους εκδοχή της μη σύνταξης σχετικής έκθεσης από την ενάγουσα, αφού, για τη λήψη της εν λόγω αμοιβής δεν απαιτείται η σύνταξη από το δικηγόρο τέτοιας έκθεσης. Τα ακίνητα που έλαβαν ως εργολαβικά ανταλλάγματα οι πρώτος και δεύτερη των εναγοµένων από τις εργολαβικές συµβάσεις είναι τα ακόλουθα, µε τη σημείωση ότι στο συνολικό εµβαδό κάθε ακινήτου δεν συνυπολογίζεται η έκταση των ηµιυπαιθρίων χώρων : Α) Με βάση το ... εργολαβικό συµβόλαιο η δεύτερη εναγοµένη έλαβε α: 1) από το κτίριο Α τρεις διώροφες κατοικίες µε υπόγειο η κάθε µία και συγκεκριµένα: α) τη Μ1 διώροφη κατοικία-μεζονέτα, αποτελούμενη από υπόγειο ενιαίο αποθηκευτικό χώρο εμβαδού 51,27 τ.µ., από ισόγειο-ανώγειο όροφο εµβαδού 38,61 τ. μ. που αποτελείται από σαλόνι, κουζίνα, W.C, και από πρώτο όροφο εµβαδού 45,69 τ.µ. που αποτελείται από τρία δωµάτια, χωλ, αποθήκη και λουτρό- αποχωρητήριο. Στην κατοικία αυτή, συνολικού εµβαδού 133,57 τ.µ., αντιστοιχεί ποσοστό 55/1000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόχρηστους χώρους, υφίσταται δε και δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης ως κήπου ενός μέρους του οικοπέδου, εμβαδού 28,72 τ.μ. β) τη Μ2 διώροφη κατοικία-μεζονέτα, αποτελούμενη από υπόγειο ενιαίο αποθηκευτικό χώρο εμβαδού 59,40 τ.μ., από ισόγειο-ανώγειο όροφο εμβαδού 51,40 τ.μ. που αποτελείται από σαλόνι, κουζίνα, W. C, και από πρώτο όροφο εμβαδού 51,57 τ.μ. που αποτελείται από τρία δωμάτια, χωλ, αποθήκη λουτροαποχωρητήριο. Σ' αυτή, συνολικού εμβαδού 162,37 τ.μ., αντιστοιχεί ποσοστό 67,19/1000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους, υφίσταται δε και δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης ως κήπου ενός μέρους του οικοπέδου, εμβαδού 33,87 τ.μ. γ) τη Μ3 διώροφη κατοικία-μεζονέτα, αποτελούμενη από ενιαίο υπόγειο αποθηκευτικό χώρο εμβαδού 59,40 τ.μ., από ισόγειο- ανώγειο όροφο εμβαδού 51,28 τ.μ. που αποτελείται από σαλόνι, κουζίνα, W.C, και από πρώτο όροφο εμβαδού 51,52 τ.μ. που αποτελείται από τρία δωμάτια, χωλ, αποθήκη και λουτροαποχωρητήριο. Σ' αυτή, εµβαδού συνολικού 162,20 τ.µ., αντιστοιχεί ποσοστό 67,08/1000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους, υφίσταται δε και δικαίωµα αποκλειστικής χρήσης ως κήπου ενός µέρους του οικοπέδου, εµβαδού 33,29 τ.µ. 2) από το κτίριο Β δύο διώροφες κατοικίες µε υπόγειο η κάθε µία και συγκεκριµένα: α) τη Μ5 διώροφη κατοικία - µεζονέτα, αποτελούμενη από υπόγειο ενιαίο αποθηκευτικό χώρο εµβαδού 59,19 τ.µ., από ισόγειο- ανώγειο όροφο εµβαδού 50,60 τ.µ. που αποτελείται από σαλόνι, κουζίνα, W.C, και από πρώτο όροφο εµβαδού 51,38 τ. µ. που αποτελείται από τρία δωµάτια, χωλ, αποθήκη και λουτροαποχωρητήριο. Σ' αυτή, συνολικού εµβαδού 161,17 τ.µ., αντιστοιχεί ποσοστό 66,54/1000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους, υφίσταται δε και δικαίωµα αποκλειστικής χρήσης ως κήπου ενός µέρους του οικοπέδου, εµβαδού 54,69 τ.µ. β) τη Μ6 διώροφη κατοικία-μεζονέτα, αποτελούμενη από υπόγειο ενιαίο αποθηκευτικό χώρο εµβαδού 56,07 τ.µ., από σαλόνι, κουζίνα, W.C, και πρώτο όροφο εμβαδού 48,87 τ.μ. που αποτελείται από ισόγειο-ανώγειο όροφο εμβαδού 48 τ.μ. που αποτελείται από σαλόνι, κουζίνα, W.C, και από τρία δωμάτια, χωλ, αποθήκη και λουτροαποχωρητήριο. Σ' αυτή, συνολικού εμβαδού 152,94 τ.μ., αντιστοιχεί ποσοστό 63,21/1000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους, υφίσταται δε και δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης ως κήπου ενός μέρους του οικοπέδου, εμβαδού 33,66 τ.μ. και της με στοιχ. 1 θέσης στάθμευσης εμβαδού 11,25 τ.μ. στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου. 3) από το κτίριο Δ δύο ισόγεια καταστήματα με υπόγειο και ένα διαμέρισμα στον όροφο πάνω από τα καταστήματα και συγκεκριμένα: α)το Κ1 κατάστημα, εμβαδού 52,24 τμ., με παρακολούθημα τον Α1 αποθηκευτικό χώρο, εμβαδού 67,49 τμ, που βρίσκεται στο υπόγειο της οικοδομής. Σ' αυτό αντιστοιχεί ποσοστό 37,44/1000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους, β) το Κ2 κατάστημα, εμβαδού 51,21 τ.μ., με παρακολούθημα τον Α2 αποθηκευτικό χώρο, εμβαδού 63,94 τ.μ., που βρίσκεται στο υπόγειο της οικοδομής. Σ' αυτό αντιστοιχεί ποσοστό 33,50/1000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους και γ) το Δ1 διαμέρισμα του ορόφου πάνω από τα καταστήματα, εμβαδού μικτού 90,57 τ.μ., αποτελούμενο από τρία δωμάτια, σαλοκουζίνα και λουτρό- αποχωρητήριο, στο οποίο αντιστοιχεί ποσοστό 59,25/1000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους, υφίσταται δε και δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της υπό στοιχ. 4 θέσης στάθμευσης στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου. Β)Με βάση το ... εργολαβικό συμβόλαιο η δεύτερη εναγομένη έλαβε : 1) Στο υπόγειο δύο αποθήκες και συγκεκριμένα: α) την Α1 αποθήκη, εμβαδού 217,95 τ.μ., με ποσοστό εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους του συγκροτήματος 27/1000, και β) την Α2 αποθήκη, εμβαδού 105,89 τ.μ., με ποσοστό εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους του όλου συγκροτήµατος 13/
- 2) Στο ισόγειο δύο καταστήµατα και συγκεκριµένα: α) το Κ1 κατάστηµα εµβαδού 233,55 τ.µ., µε ποσοστό 225,22/1000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους του όλου συγκροτήµατος, και β) το Κ2 κατάστηµα, εµβαδού 98,97 τ.µ µε ποσοστό 95,44/1000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους του όλου συγκροτήµατος, µε την αποκλειστική χρήση του αύλειου χώρου µπροστά από το κατάστηµα εµβαδού 23,11 τ.µ. Γ) Με βάση το ... εργολαβικό συµβόλαιο ο πρώτος εναγόµενος έλαβε 1)Στο υπόγειο έξι αποθηκευτικούς χώρους και συγκεκριμένα α)την με στοιχ. 1 αποθήκη, εμβαδού 4,90 τμ, β)την υπό στοιχ.2 αποθήκη, εμβαδού 9,97 τ.μ. 3)την υπό στοιχ.3 αποθήκη, εμβαδού 10,97 τ.μ.4)την υπό στοιχ.4 αποθήκη, εμβαδού 7,63 τ.μ ε) την υπό στοιχ.5 αποθήκη, εμβαδού 6,66 τ.μ και στ) την υπό στοιχ.6 αποθήκη, εμβαδού 6,46 τ.μ. 2) Στον πρώτο όροφο το Δ1 διαμέρισμα, εμβαδού 35,40 τ.μ., αποτελούμενο από ένα δωμάτιο, σαλοκουζίνα, χωλ και λουτρό αποχωρητήριο, στο οποίο αντιστοιχεί ποσοστό 81,76/1000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους του όλου συγκροτήματος. 3) Στον τρίτο όροφο το Δ1 διαμέρισμα, εμβαδού 89,47 τ.μ., αποτελούμενο από δύο δωμάτια, σαλοκουζίνα, χωλ και λουτρό αποχωρητήριο, στο οποίο αντιστοιχεί ποσοστό 206,62/1000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους του όλου συγκροτήματος. 4) Στον τέταρτο όροφο το Δ1 διαμέρισμα, εμβαδού 89,47 τ.μ., αποτελούμενο από δύο δωμάτια σαλοκουζίνα, χωλ και λουτρό αποχωρητήριο. Δ)Με βάση το ... εργολαβικό συμβόλαιο η δεύτερη εναγομένη έλαβε : Aπό την οικοδομή Α: 1) στο υπόγειο χώρο μία αποθήκη εμβαδού 150,94 τ.μ., 2) Στην πυλωτή: α) το ΚΓ1 κλειστό γκαράζ, εμβαδού 21,30 τ.µ., β) το ΚΓ2 κλειστό γκαράζ, εμβαδού 25,55 τ.µ., γ) το ΚΓ3 κλειστό γκαράζ, εμβαδού 21,20 τ.µ. 3) στον πρώτο όροφο: α) το Δ1 διαμέρισμα, εμβαδού 59,20 τ.µ., αποτελούμενο από δύο δωμάτια και σαλοκουζίνα, χωλ, λουτρό αποχωρητήριο, στο οποίο αντιστοιχεί ποσοστό 26,40/1000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους του όλου συγκροτήματος, με δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης μιας θέσης στάθμευσης. β) το Δ2 διαμέρισμα, εμβαδού 21,58 τ.µ., αποτελούμενο από σαλοκουζίνα και λουτρό- αποχωρητήριο, στο οποίο αντιστοιχεί ποσοστό 9,62/1000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους του όλου συγκροτήματος, με δικαίωμα αποκλειστικής xρήσης μιας θέσης στάθμευσης. γ) το Δ3 διαμέρισμα, εμβαδού 37,32 τ.µ., αποτελούμενο από ένα δωμάτιο, σαλοκουζίνα και λουτροαποχωρητήριο, στο οποίο αντιστοιχεί ποσοστό εξ αδιαιρέτου 16,64/1000 στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους του όλου συγκροτήματος, με δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης μιας θέσης στάθμευσης. δ) το Δ4 διαµέρισµά, εµβαδού 58,12 τ.µ., αποτελούµενο από δύο δωµάτια, σαλοκουζίνα, χωλ και λουτρό αποχωρητήριο, στο οποίο αντιστοιχεί ποσοστό 25,92/1000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους του όλου συγκροτήµατος, µε δικαίωµα χρήσης µιας θέσης αποκλειστικής στάθμευσης. 4) στο δεύτερο όροφο: α) Δ1 διαµέρισµά, εµβαδού 59,20 τ.µ., αποτελούµενο από δύο δωµάτια, σαλοκουζίνα, χωλ και λουτρό - αποχωρητήριο, στο οποίο αντιστοιχεί ποσοστό 26,40/1000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους του όλου συγκροτήµατος, µε δικαίωµα αποκλειστικής χρήσης µιας θέσης στάθμευσης. β) το Δ2 διαµέρισµα, εµβαδού 21,58 τ.µ., αποτελούµενο από σαλοκουζίνα και λουτροαποχωρητήριο, στο οποίο αντιστοιχεί ποσοστό 9,62/1000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους του όλου και συγκροτήµατος, µε δικαίωµα αποκλειστικής χρήσης µιας θέσης στάθµευσης. γ) το Δ3 διαµέρισµα, εµβαδού 37,32 τ.µ., αποτελούµενο από ένα δωµάτιο, σαλοκουζίνα και λουτροαποχωρητήριο, στο οποίο αντιστοιχεί ποσοστό 16,64/1000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους του όλου συγκροτήματος, με δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης μιας θέσης στάθμευσης. δ) το Δ4 διαμέρισμα, εμβαδού 58,12τ.μ., αποτελούμενο από δύο δωμάτια, σαλοκουζίνα, χωλ και λουτροαποχωρητήριο, στο οποίο αντιστοιχεί ποσοστό 25,92/1000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους του όλου συγκροτήματος, με δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης μιας θέσης στάθμευσης. 5) στον τέταρτο όροφο το Δ2 διαμέρισμα, εμβαδού 87,14 τ.μ., αποτελούμενο από τρία δωμάτια, σαλοκουζίνα, χωλ, και λουτροαποχωρητήριο, στο οποίο αντιστοιχεί ποσοστό 38,86/1000, εξ αδιαιρέτου, στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους του όλου συγκροτήματος, με δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης μιας θέσης στάθμευσης. 6) στον πέμπτο όροφο: α) το Δ1 διαμέρισμα, εμβαδού 92,94 τ.μ., αποτελούμενο από τρία δωμάτια, σαλοκουζίνα, χωλ και λουτροαποχωρητήριο, στο οποίο αντιστοιχεί ποσοστό 41,45/1000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους του όλου συγκροτήματος, με δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης μιας θέσης στάθμευσης. β) το Δ2 διαμέρισμα, εμβαδού 87,14 τ.μ., αποτελούμενο από τρία δωμάτια, σαλοκουζίνα, χωλ και λουτροαποχωρητήριο, στο οποίο αντιστοιχεί ποσοστό 38,86/1000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους xώρoυς του όλου συγκροτήματος, με δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης μιας θέσης στάθμευσης. 7) στον έκτο όροφο: α) το Δ1 διαμέρισμα, εμβαδού 92,94 τ.μ., αποτελούμενο από τρία δωμάτια, σαλοκουζίνα, χωλ και λουτρό- αποχωρητήριο, στο οποίο αντιστοιχεί ποσοστό 41,45/1000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόκτητους και κοινόχρηστους xώρoυς του όλου συγκροτήματος, με δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης μιας θέσης στάθμευσης. β) το Δ2 διαμέρισμα, εμβαδού 87,14 τ.μ., αποτελούμενο από τρία δωμάτια, σαλοκουζίνα, χωλ, και λουτροαποχωρητήριο, στο οποίο αντιστοιχεί ποσοστό 38,86/1000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους xώρoυς του όλου συγκροτήματος, με δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης μιας θέσης στάθμευσης. Από την οικοδομή Β: 1) στο υπόγειο xώρo μία αποθήκη εμβαδού 126,11 τ.μ., 2) στον πρώτο όροφο: ποσοστό 28,80% του Δ1 διαµερίσµατος, εµβαδού 75,32 τµ., αποτελούµενο από σαλοκουζίνα, δύο δωµάτια, χωλ και λουτρό- αποχωρητήριο, στο οποίο αντιστοιχεί ποσοστό 33,63/1000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους του όλου συγκροτήµατος, µε δικαίωµα αποκλειστικής χρήσης μιας θέσης στάθµευσης. 3) στον τέταρτο όροφο το Δ1 διαµέρισµα, εµβαδού 78,59 τ.µ., αποτελούµενο από δύο δωµάτια, σαλοκουζίνα, χωλ και λουτρό, αποχωρητήριο, στο οποίο αντιστοιχεί ποσοστό 35,05/1000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους του όλου συγκροτήµατος, µε δικαίωµα αποκλειστικής χρήσης µιας θέσης στάθµευσης στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου. 4) στον πέµπτο όροφο: α) το Δ1 διαµέρισµα, εµβαδού 51,04 τ.µ., αποτελούµενο από ένα δωµάτιο, σαλοκουζίνα και λουτροαποχωρητήριο, στο οποίο αντιστοιχεί ποσοστό 22,76/1000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους του όλου συγκροτήµατος. β)το Δ2 διαµέρισµα, εµβαδού 53,60 τ.µ., αποτελούµενο από ένα δωµάτιο, σαλοκουζίνα και λουτροαποχωρητήριο, στο οποίο αντιστοιχεί ποσοστό εξ αδιαιρέτου 23,91/1000 στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους του όλου συγκροτήματος. Ε) Με βάση 6227/2007 εργολαβικό συμβόλαιο ο πρώτος εναγόμενος έλαβε: 1) Στο υπόγειο τρία κλειστά γκαράζ και δη τα Ρ1, Ρ2 και Ρ3 εμβαδού 11,25 τ.μ. 2) Στον πρώτο όροφο ποσοστό 86,87% εξ αδιαιρέτου του Δ1 διαμερίσματος, εμβαδού 60,08 τ.μ., αποτελούμενου από δύο δωμάτια, σαλοκουζίνα, χωλ και λουτρό αποχωρητήριο, στο οποίο αντιστοιχεί ποσοστό 79,79/1000, εξ αδιαιρέτου, στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους του όλου συγκροτήματος, με παρακολούθημα την Α1 υπόγεια αποθήκη, εμβαδού 3,95 τ.μ. 3)Στον τρίτο όροφο: α)το Δ1 διαμέρισμα, εμβαδού 68, 62 τ.μ., αποτελούμενο από δύο δωμάτια, σαλοκουζίνα, χωλ και λουτρό- αποχωρητήριο, στο οποίο αντιστοιχεί ποσοστό 90,75/1000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους του όλου συγκροτήματος. β)το Δ2 διαµέρισµα, εµβαδού 53,60 τ.µ., αποτελούµενο από δύο δωµάτια, σαλοκουζίνα, χωλ και λουτρό- αποχωρητήριο, στο οποίο αντιστοιχεί ποσοστό 74,97/1000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους του όλου συγκροτήµατος. 4) Στον τέταρτο όροφο: α) το Δ1 διαµέρισµα, εµβαδού 29,81 τ.µ, αποτελούµενο από δύο δωμάτια σαλοκουζίνα, χωλ και λουτροαποχωρητήριο, στο οποίο αντιστοιχεί ποσοστό 39,31/1000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους του όλου συγκροτήµατος. β)το Δ2 διαµέρισµα, εµβαδού 53,60 τµ., αποτελούµενο από δύο δωµάτια, σαλοκουζίνα, χωλ και λουτρό- αποχωρητήριο, στο οποίο αντιστοιχεί ποσοστό 86,08/1000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους του όλου συγκροτήµατος. 4) Στον πέµπτο όροφο: α) το Δ1 διαµέρισµα, εµβαδού 29,81 τ.µ., αποτελούµενο από σαλοκουζίνα και λουτροαποχωρητήριο, στο οποίο αντιστοιχεί ποσοστό 39,31/1000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους του όλου συγκροτήµατος. β) το Δ2 διαµέρισµα, εµβαδού 35,57 τ.µ., αποτελούµενο από δύο δωμάτια, σαλοκουζίνα, χωλ και λουτρό- αποχωρητήριο, στο οποίο αντιστοιχεί ποσοστό 50,50/1000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και στους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους του όλου συγκροτήµατος. Η πραγματική αξία των ανωτέρω ακινήτων κατά το χρόνο υπογραφής των εργολαβικών συµβάσεων, ανεξαρτήτως του αν πωλήθηκαν µεταγενέστερα µε µεγαλύτερο ή µικρότερο τίµηµα ή αν δεν πωλήθηκαν καθόλου, ανερχόταν, µε βάση τη θέση και το είδος του καθενός, στα ακόλουθα ποσά: α) για τα ακίνητα του … εργολαβικού συµβολαίου στα ποσά των 1.800 ευρώ για τις μεζονέτες, 1.600 ευρώ για τα καταστήµατα, 1.250 ευρώ για τις υπόγειες αποθήκες, 1.700 ευρώ για το διαµέρισµα, β) για τα ακίνητα του ... εργολαβικού συµβολαίου στα ποσά των 1.100 ευρώ για τις υπόγειες αποθήκες και 1.400 ευρώ για τα καταστήματα, γ)για τα ακίνητα του ... εργολαβικού συμβολαίου, στα ποσά των 1.800 ευρώ κατά μέσο όρο για τα διαμερίσματα και 800 ευρώ για τις υπόγειες αποθήκες, δ) για τα ακίνητα του ... εργολαβικού συμβολαίου στα ποσά των 2.200 ευρώ κατά μέσο όρο για τα διαμερίσματα και 1500 ευρώ για τις υπόγειες αποθήκες και τα κλειστά γκαράζ στην πυλωτή και ε) για τα ακίνητα του ... εργολαβικού συμβολαίου στα ποσά των 2.400 κατά μέσο όρο για τα διαμερίσματα και 1.700 για τα υπόγεια κλειστά γκαράζ. Με βάση τις τιμές αυτές η αξία του εργολαβικού ανταλλάγματος από τις παραπάνω συμβάσεις έργου ανερχόταν : Α. Για τη δεύτερη εναγομένη: α) από το …εργολαβικό: 1) για τις μεζονέτες στο ποσό των 1.390.050 ευρώ, 2) για τα καταστήματα στο ποσό των 165.520 ευρώ, 3)για τις αποθήκες τους στο ποσό των 164.287,50 ευρώ, και 4) για το διαμέρισμα στο ποσό των 153.969 ευρώ, δηλαδή συνολικά στο ποσό των 1.873.826,50 ευρώ. β) από το ... εργολαβικό: 1) για τις υπόγειες αποθήκες στο ποσό των 356.224 ευρώ, και 2) για τα καταστήματα στο ποσό των 465.528 ευρώ, δηλαδή συνολικά στο ποσό των 821.752 ευρώ. γ) από το ... εργολαβικό: 1) για τις αποθήκες και τα κλειστά γκαράζ στο ποσό των 517.650 ευρώ, και 2) για τα διαμερίσματα στο ποσό των (982,97 συνολικά τ .μ. πλην του Δ1 διαμερίσματος του 1ου ορόφου του Κτιρίου Β Χ 2.200 ανά τμ + 47,722,75 ευρώ το ποσοστό 28,80% της συνολικής αξίας του Δ1 διαμερίσματος του 1ου ορόφου του Κτιρίου Β) των 2.210.256,75 ευρώ, δηλαδή συνολικά στο ποσό των 2.727.906,75 ευρώ. Συνολικά η αξία του εργολαβικού ανταλλάγματος της δεύτερης εναγομένης ανέρχεται στο ποσό των 5.423.485,20 ευρώ. Συνεπώς η αμοιβή της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των 27.117,42 ευρώ. Από την αμοιβή αυτή πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 2.500 ευρώ που της κατέβαλε συνολικά η δεύτερη εναγομένη ως μέρος της αμοιβής της για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες της για το πρώτο εργολαβικό, και συνεπώς απομένει υπόλοιπο 24.617,42 ευρώ, το οποίο οφείλει η τελευταία να της καταβάλει. Β) Για τον πρώτο εναγόμενο: α) από το ... εργολαβικό: 1) για τις αποθήκες στο ποσό των 37.272 ευρώ για τις αποθήκες, και 2) για τα διαμερίσματα στο ποσό των 385.812 ευρώ και συνολικά στο ποσό των 423.084 ευρώ. β)από το ... εργολαβικό: 1) για τα υπόγεια κλειστά γκαράζ στο ποσό των 57.375 ευρώ και 2)για τα διαμερίσματα στο ποσό των (287,65 συνολικά τ.μ. πλην του Δ1 διαμερίσματος του 1ου ορόφου χ 2.400 ευρώ/τ.μ. + 125.129,81 ευρώ το ποσοστό 86,78% της συνολικής αξίας του Δ1 διαμερίσματος του 1ου ορόφου) 815.489,81 ευρώ. Συνολικά η αξία του εργολαβικού ανταλλάγματος του πρώτου εναγομένου ανέρχεται στο ποσό των 1.295.948,80 ευρώ. Συνεπώς η αμοιβή της ενάγουσας για τις ανωτέρω ενέργειές της ανέρχεται στο ποσό των 6.479,74 ευρώ, το οποίο οφείλει να της καταβάλει ατομικά ο πρώτος εναγόμενος. Ανεξαρτήτως του αν τα επίδικα εργολαβικά έγιναν σε εκτέλεση των ..., ... και 3... υποσχετικών προσυμφώνων της ίδιας, ως άνω, συμβολαιογράφου, δεν προέκυψε ότι οι ανωτέρω υπηρεσίες της ενάγουσας παρασχέθηκαν κατά τα έτη αυτά, αλλά αντιθέτως ότι οι σχετικές έρευνες των τίτλων και δικαιωμάτων ιδιοκτησίας έλαβαν χώρα κατά το χρόνο υπογραφής τους, ήτοι από το έτος 2004 και μετά και συνεπώς έκτοτε και μέχρι το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής δεν είχε παρέλθει το διάστημα της πενταετούς παραγραφής των ενδίκων αξιώσεως της. Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο, ότι η ενάγουσα, στα πλαίσια της δοθείσας προς αυτήν εντολής από τον πρώτο εναγόμενο, προέβη στη σύνταξη και κατάθεση για λογαριασμό του της 2631/20.2.2007 αγωγής ενώπιον του Ειρηνοδικείου .Θεσσαλονίκης κατά των Φ.- Α. Ν., συζ. Α. Μ. και Α. Μ. με αίτημα την ικανοποίηση χρηματικής του απαίτησης εναντίον τους, ποσού 3.090,75 ευρώ και των 50310/13.11.2006 και 40465/14.9.2006 αγωγών ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά των ίδιων, ως άνω, προσώπων με αίτημα την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων του εναντίον τους, ποσών 18.735 και 35.216 ευρώ, αντίστοιχα, καθώς και προτάσεων για τις δύο τελευταίες αγωγές. Η αμοιβή της, για τη σύνταξη και κατάθεση των ανωτέρω αγωγών και των προτάσεων, ανέρχεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1 και 107 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων σε ποσοστό 2% για την αγωγή και 1% για τις προτάσεις υπολογιζόμενα επί του αντικειμένου της κάθε αγωγής. Έτσι η ενάγουσα δικαιούται ως αμοιβή α) για τη σύνταξη της 2631/2007 αγωγής το ποσό των 61,81 ευρώ, β)για τη σύνταξη της 50310/2006 αγωγής και των προτάσεων επ' αυτής το ποσό των 562,05 ευρώ, και γ) για τη σύνταξη της 40465/2006 αγωγής και των προτάσεων επ' αυτής το ποσό των 1.056,48 ευρώ. Επίσης για τις ίδιες υποθέσεις η ενάγουσα δαπάνησε τα εξής ποσά: α) για την 50310/2006 αγωγή το ποσό των 4,87 ευρώ για ένσημα προτάσεων, το ποσό των 74,84 ευρώ για έξοδα γραμματίου προείσπραξης και το ποσό των 105,30 ευρώ για δικαστικό δηλαδή συνολικά το ποσό των 185,01 ευρώ, και β) για την 40465/2006 αγωγή το ποσό των 4,87 ευρώ για ένσημα προτάσεων, το ποσό των 74,84 ευρώ για έξοδα γραμματίου προείσπραξης και το ποσό των 197,92 ευρώ για δικαστικό ένσημο δηλαδή συνολικά το ποσό των 277,63 ευρώ, ενώ δεν προέκυψε ότι υπεβλήθη στα λοιπά επικαλούμενα έξοδα (δακτυλογράφησης προτάσεων και φωτοτυπίας, σχετικών). Με βάση τα παραπάνω ο πρώτος εναγόμενος οφείλει στην ενάγουσα για τις άνω υποθέσεις του το συνολικό ποσό των (61,81 + ,562,05 + 185,01 + 1.056,48 + 277,63) 2.142,98 ευρώ. Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι έχει εξοφλήσει τα ανωτέρω ποσά, πλην όμως τέτοια εξόφληση δεν προκύπτει από την προσκομιζόμενη έγγραφη κατάσταση εξόδων για σειρά ενεργειών στις οποίες φέρεται ότι προέβη η ενάγουσα για διάφορες υποθέσεις του, μεταξύ των οποίων και οι προαναφερόμενες, και το ιδιόχειρο σημείωμα όπου αναγράφονται ποσά που η τελευταία έλαβε και ποσά που δαπάνησε, καθόσον το μεν πρώτο έγγραφο προέρχεται από ηλεκτρονικό υπολογιστή και δεν φέρει την υπογραφή της ενάγουσας, ενώ οι επ' αυτού ιδιόχειρες σημειώσεις προέρχονται από τον πρώτο εναγόμενο, στο δε ως άνω ιδιόχειρο σημείωμα η ενάγουσα αναγράφει μόνον ποσά που πήρε και που έδωσε χωρίς καμία επεξήγηση για τις υποθέσεις που αυτά αφορούν, ενώ το όνομα "Μ." παραπλεύρως ορισμένων εκ των ποσών αυτών δεν έχει αναγραφεί από την ίδια αλλά από τον πρώτο εναγόμενο. Από κανένα, εξάλλου, από τα λοιπά προσκομιζόμενα στοιχεία δεν προέκυψε η εξόφληση των παραπάνω αμοιβών και εξόδων της ενάγουσας και συνεπώς η προβληθείσα εκ μέρους του ένσταση εξόφλησης είναι αβάσιμη. Με τις παραδοχές αυτές, μεταξύ των οποίων και εκείνη που προαναφέρθηκε και αναφέρεται στην παραγραφή της αξίωσης της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με την οποία, ανελέγκτως, δέχθηκε ότι "ανεξαρτήτως του αν τα επίδικα εργολαβικά έγιναν σε εκτέλεση των ..., ... και 3... υποσχετικών προσυμφώνων της ίδιας, ως άνω, συμβολαιογράφου, δεν προέκυψε ότι οι ανωτέρω υπηρεσίες της ενάγουσας παρασχέθηκαν κατά τα έτη αυτά, αλλά αντιθέτως ότι οι σχετικές έρευνες των τίτλων και δικαιωμάτων ιδιοκτησίας έλαβαν χώρα κατά το χρόνο υπογραφής τους, ήτοι από το έτος 2004 και μετά και συνεπώς έκτοτε και μέχρι το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής δεν είχε παρέλθει το διάστημα της πενταετούς παραγραφής των ενδίκων αξιώσεως της", το Εφετείο απέρριψε την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και στη συνέχεια δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλλουν σ' αυτήν, εις ολόκληρον καθένας, το ποσό των 24.617,42 ευρώ και επιπλέον τον πρώτο εναγόμενο να καταβάλει και το ποσό των 8.622,64 ευρώ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν, ούτε εκείνες των άρθρων 247 επόμ. και 416 επόμ. Α.Κ., διέλαβε δε στην απόφαση του, σαφείς επαρκείς και δίχως αντιφάσεις, αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν επαρκώς το αποδεικτικό πόρισμα του και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της, ως προς την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων. Επομένως, οι, περί του αντιθέτου, τέταρτος, πέμπτος και έκτος λόγοι αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου των από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Τέλος αβάσιμος είναι ο έκτος λόγος αναίρεσης και κατά του μέρος του, αληθώς από τον αρ. 11 και όχι 8, (όπως εσφαλμένα οι ίδιοι επικαλούνται), με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το εφετείο, για τη διαμόρφωση της κρίσης του, δεν έλαβε υπόψη του την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε με την επιμέλεια των, τις προσκομισθείσες ένορκες βεβαιώσεις (..., ..., ...), το ..., πιστοποιητικό και το ... έγγραφο συναίνεσης για εξάλειψη υποθήκης, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης, το εφετείο έλαβε υπόψη του, μεταξύ των άλλων και τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, συνεκτίμησε δε το περιεχόμενο των, δίχως να προκύπτει το αντίθετο εκ του ότι απέδωσε σ' αυτά διαφορετική αποδεικτική αξία από εκείνη που προσδίδουν οι αναιρεσείοντες. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να καταδικαστούν δε οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσίβλητων, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ, όπως, ειδικότερα, ορίζονται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 9-12-2011,αίτηση αναίρεσης της 1738/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων
(1800)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου
- Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου
- Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ