Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 21 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Πλαστογραφία. Περίληψη: Πλαστογραφία από κοινού κατ’ εξακολούθηση. Λόγοι αναιρέσεως για: 1) Έλλειψη αιτιολογίας, 2) Παράβαση του άρθρου 364 του Κ.Π.Δ., 3)Λήψη υπόψη εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε, 4) Παράβαση του άρθρου 211Α (συγκατηγορούμενου μαρτυρία) του Κ.Π.Δ. . Απορρίπτει αναίρεση. Αριθμός 21/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο Διαμαντή, περί αναιρέσεως της 887/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 545/07. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα κα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του κα, συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 887/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Κρήτης, και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως επτά
(7)μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική, για πλαστογραφία από κοινού κατ' εξακολούθηση, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά : "Στα ........, την 10.12.2000, στο ........, ήταν σταθμευμένο το με αριθμό ......... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του Γ
- Το αυτοκίνητο αυτό παραβιάστηκε και το άτομο ή τα άτομα που προέβησαν στην πιο πάνω ενέργεια, αφαίρεσαν από το αυτοκίνητο αυτό δύο κομπιούτερ υπολογιστή, μάρκας SONY και PALMO αντίστοιχα, καθώς και ένα μπλοκ επιταγών της Τράπεζας Πειραιώς, με τα με αριθμούς ...... έως ........ ασυμπλήρωτα φύλλα, με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα. Δύο από τις πιο πάνω επιταγές, ήτοι με αριθμούς ...... και .......... συμπληρώθηκαν από τον κατηγορούμενο, αναγράφοντας σε αυτές ως τόπο έκδοσης "........, ημερομηνία έκδοσης ..... και ..... αντίστοιχα και ποσό, η μεν πρώτη, 700.000 δρχ., η δε δεύτερη, 13.700.000 δρχ. σε διαταγή "εμού του ιδίου" και κάτω από τη θέση υπογραφής του εκδότη, έθεσε και στις δύο, κατ' απομίμηση, την υπογραφή του δικαιούχου του λογαριασμού (Γ1). Σ την πιο πάνω πράξη προέβη ο κατηγορούμενος με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση των πλαστών αυτών εγγράφων οποιοδήποτε καλόπιστο τρίτο και την πληρώτρια τράπεζα, ότι αυτές είναι γνήσιες και ότι είχαν εκδοθεί από τον δικαιούχο (εγκαλούντα) και ότι αυτός, με την υπογραφή του, δεσμευόταν για την πληρωμή τους. Tις επιταγές αυτές τις μεταβίβασε στον Ζ1, προς εξόφληση οφειλής του και αυτός στον .........., οι οποίες όμως δεν πληρώθηκαν σ' αυτόν από την πληρώτρια τράπεζα γιατί είχαν ανακληθεί από τον δικαιούχο (εγκαλούντα), λόγω της κλοπής τους. Ενόψει αυτού, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της δεύτερης πράξης που του αποδίδεται, δηλαδή της πλαστογραφίας από κοινού κατ' εξακολούθηση και αθώος της κλοπής, γιατί δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος αφαίρεσε αυτές από το αυτοκίνητο του εγκαλούντος". Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξης, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Πιό συγκεκριμένα, δεν δημιουργείται αντίφαση από το γεγονός ότι ο αναιρεσείων, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κηρύχθηκε αθώος της πράξης της κλοπής των ενδίκων επιταγών, πριν αυτές συμπληρωθούν, αφού δεν αποκλείεται άλλος να είναι ο δράστης της κλοπής των επιταγών και άλλος της πλαστογράφησης αυτών. Επίσης, για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο τρόπος και οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες περιήλθαν στην κατοχή του αναιρεσείοντος οι ένδικες επιταγές πριν από την πλαστογράφησή τους. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, είναι απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου. Με τα δεδομένα αυτά, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, ο ερειδόμενος στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., δηλαδή αυτόν της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην απόφαση, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 364 του Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η ανάγνωση των εγγράφων που υπέβαλε ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Αν το δικαστήριο αρνηθεί την άσκηση του δικαιώματος αυτού στον κατηγορούμενο ή δεν απαντήσει, τότε ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ακροάσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Β' και 170 παρ. 2 Κ.Π.Δ.. Η έλλειψη, όμως, ακροάσεως, προϋποθέτει υποβολή γραπτής ή προφορικής αιτήσεως ή προτάσεως, που να συνοδεύεται με την άσκηση του δικαιώματος αυτού που παρέχεται στον κατηγορούμενο από το νόμο, η υποβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδριάσεως, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών, παρά μόνο με προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωσή τους με τη διαδικασία που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 145 του Κ.Π.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν ανέγνωσε και περαιτέρω δεν έλαβε υπόψη του κρίσιμα έγγραφα που αυτός επικαλέσθηκε κατά την αποδεικτική διαδικασία και παρέδωσε για ανάγνωση. Ειδικότερα, διατείνεται ότι δεν ανέγνωσε και δεν έλαβε υπόψη του, το υπ' αριθ. ......... διαβατήριό του, την από ....... προσφορά της ΠΕΤΡΟΪΛ - ΤΡΑΝΣ ΝΕ, τα υπ' αριθ. ...... και ......... τιμολόγια της Α.Ε. ΔΙΩΡΥΓΑ Κορίνθου, το από ....... δελτίο κινήσεως της ναυτικής εταιρείας ΦΟΥΡΝΑΡΑΚΗΣ και τις από ...... και ........ αποδείξεις εισπράξεως της ΠΕΤΡΟΪΛ - ΤΡΑΝΣ ΝΕ, μολονότι είχε προσκομίσει στο Δικαστήριο και είχε επικαλεσθεί τα έγγραφα αυτά. Όμως, από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, που παραδεκτώς επισκοπούνται από τον 'Αρειο Πάγο, για τον έλεγχο της βασιμότητας του προτεινόμενου λόγου, δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε, από το συνήγορο που εκπροσώπησε τον αναιρεσείοντα στη δίκη, το επικαλούμενο αίτημα για ανάγνωση των προαναφερομένων εγγράφων, ενώ δεν ζητήθηκε, κατά τούτο, η διόρθωση των πρακτικών. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, ερειδόμενος στις διατάξεις των άρθρων 510 παρ. 1 στοιχ. Β' και 170 παρ. 2 Κ.Π.Δ. πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 2 και 369 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιό αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του, αφού ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, είχε κάθε δυνατότητα και ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 Κ.Π.Δ., κατά τα άνω, δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον στην πραγματικότητα συντελέσθηκε η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρασχέθηκε πλήρως η δυνατότητα σ' αυτόν να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις, ακόμα και αμφισβητήσεις, που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, ενόψει του ότι η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο, κατά τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Δικαστήριο στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κρίση του και στα αναγνωσθέντα έγγραφα, μεταξύ δε αυτών είναι και ........3) η από 23.5.2001 ένορκη εξέταση μάρτυρα Ζ
- Με την κατά τα ανωτέρω καταχώριση του εγγράφου αυτού στα πρακτικά, για την ανάγνωση του οποίου, άλλωστε, ο αναιρεσείων δεν προέβαλε καμία αντίρρηση, δεν δημιουργείται η οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του και δεν ήταν αναγκαία η ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού του, ενόψει του ότι, με την ανάγνωσή του, έγινε γνωστή η ταυτότητά του και κατά το περιεχόμενό του στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός, μέσα στα πλαίσια της δυνατότητας που του παρέχει το άρθρο 358 του Κ.Π.Δ., μπορούσε να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενό του. Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι πρόκειται για έκθεση απολογίας και όχι για μαρτυρική κατάθεση, πέρα από το γεγονός ότι κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, δεν διαφοροποιεί την κατά τα άνω εξαναχθείσα κρίση. Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου, σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ., τρίτος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 211Α Κ.Π.Δ., μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη, δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου. Από η διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι εισάγεται απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποιήσεως, για την καταδίκη του κατηγορουμένου, της μαρτυρικής καταθέσεως ή της απολογίας συγκατηγορουμένου, καθώς επίσης και των μαρτυρικών καταθέσεων άλλων προσώπων, τα οποία, ως μοναδική πηγή πληροφόρησής τους, έχουν τον συγκατηγορούμενο. Δεν παραβιάζεται, όμως, η ανωτέρω διάταξη, όταν το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου, δεν στηρίζεται αποκλειστικά στη μαρτυρική κατάθεση ή στην απολογία του συγκατηγορουμένου, αλλά, συνδυαστικά, τόσο στη μαρτυρική κατάθεση ή στην απολογία του συγκατηγορουμένου, όσο και στις καταθέσεις των άλλων μαρτύρων, καθώς και στα αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του, όχι μόνο στην αναγνωσθείσα ένορκη, από 23.5.2001, κατάθεση του Ζ1, ο οποίος, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, ήταν συγκατηγορούμενός του, αλλά και σε άλλα δώδεκα
(12)έγγραφα, τα οποία και αναγνώσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη. Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου λόγος αναίρεσης, ερειδόμενος, στις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 1 εδ. δ' και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ., είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά, απορριπτομένων όλων των λόγων αναιρέσεως και μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (Κ.Π.Δ. 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16 Μαρτίου 2007 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αρ. 887/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (πλημμελημάτων) Κρήτης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι
(220)Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ