Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2100 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Σύμβαση μαθητείας. Περίληψη: Σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου. Επί σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Αριθμός 2100/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΒΟΛΟΥ", καθολικού διαδόχου του ΟΤΑ με την επωνυμία "Δήμος Νέας Ιωνίας Μαγνησίας", που εδρεύει στον Βόλο Μαγνησίας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρούλα Τσακανίκα, που δήλωσε στο ακροατήριο την κατάργηση του αρχικού διαδίκου "Δήμου Ν. Ιωνίας" και την διαδοχή του από τον "Δήμο Βόλου". Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Δ., 2) Φ. Κ., 3) Μ. Γ., 4) Σ. Π., 5) Α. Τ., 6) Ζ. Τ., 7) Ε. Τ., 8) Μ. Γ., 9) Ζ. Μ., 10) Κ. Τ., 11) Μ. Α., 12) Β. Κ., 13) Ν. Χ. και 14) Θ. Β., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-11-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 263/2009 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων (ήδη καταργηθείς Δήμος Ν. Ιωνίας Μαγνησίας) με την από 15-4-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 10-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αναίρεσης, αρχική δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίστηκε εκείνη της 22-1-2013, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε, για την αναφερόμενη στην αρχή (5-11-2013). Όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, κατά την τελευταία μετ' αναβολή δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της, από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητοι, δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Από τις επικαλούμενες και νόμιμα προσκομιζόμενες, από τον αναιρεσείοντα, με αρ. 5606β'β, 5607β'β, 5608β'β, 5609β'β, 5610β'β, 5611β'β, 5612β'β, 5613β'β, 5614β'β, 5615β'β, 5616β'β, 5617β'β, 5618β'β και 5619β'β/15-11-2012 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βόλου ... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τις κάτω από αυτήν πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και της κλήσης προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 22-1-2013, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε κάθε ένα από αυτούς, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση. Επομένως, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 575 ίδιου Κώδικα), αφού οι αναιρεσίβλητοι είχαν νομίμως κλητευθεί για να παραστούν κατά την πιο πάνω, προηγούμενη της 19-11-2013, δικάσιμο δεν χρειάζονταν νέα κλήση τους, και πρέπει, παρά την απουσία των, να προχωρήσει η συζήτηση της αναίρεσης. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, μεταξύ των οποίων και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με τα εδάφια α' και γ' της οποίας ορίζεται ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ. α' αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β' αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς, υπάγεται τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιο τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος. Ειδικά, όμως, με το άρθρο 20 παρ. 4 ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προσετέθη ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 παρ. 2 ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ. διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα. Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλ. συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (αρθρ. 669 παρ. 1 Α.Κ.) και η σύναψη αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με την φύση τους. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) συνάγεται, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη. Τέλος, σύµβαση μαθητείας είναι η σύµβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαµβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισµένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύµβαση μαθητείας και η σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου. Στη γνήσια σύµβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύµβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νοµοθετική ρύθµιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύµβασης εργασίας του Α.Κ., εφόσον συμβιβάζονται µε τη φύση και το σκοπό της σύµβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόµιµες αποδοχές, την καταγγελία της σύµβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κ.λπ., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον η ωφέλεια που αντλεί από την εργασία του, καθώς και ότι ο μαθητευόμενος είτε δεν θα λαµβάνει μισθό είτε θα καταβάλλει ορισμένο ποσό στον εργοδότη για τη μαθήτευσή του. Αντίθετα επί σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παράλληλα την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελµα, η εκμάθηση τέχνης εκ µέρους του επέρχεται ως αυτόµατη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη και, συνεπώς, επί της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της είναι η παροχή εκ µέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αµοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύµφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη. Σε κάθε περίπτωση ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου, μαθητείας ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων κρίνουν με ποιά συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση, από την απαγόρευση δε της μετατροπής από το νόμο των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, που θεσπίζεται με το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος, δεν συνάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, η οποία δεν αποτελεί "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ενώ από τις παραπάνω διατάξεις και δη του άρθ. 6 ν. 2527/1997, ουδόλως συνάγεται απαγόρευση σύναψης από τα πρόσωπα αυτά, στις ειδικά προβλεπόμενες από το νόμο ως άνω περιπτώσεις, σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου. Εξάλλου, εργοδότης είναι αυτός, που συνάπτει τη σύμβαση εργασίας με το μισθωτό, δέχεται την εργασία του, ασκώντας επ' αυτού το διευθυντικό δικαίωμα, και καταβάλλει την αμοιβή του. Ο εργοδότης δεν είναι αναγκαίο να είναι και κύριος της επιχείρησης, στην οποία ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του, ενώ δεν παύει να έχει την ιδιότητα αυτή εκείνος, που έχει εξασφαλίσει την αναγκαία χρηματοδότηση, προς καταβολή της αμοιβής του μισθωτού, από τρίτο πρόσωπο, στα πλαίσια ειδικής συμφωνίας του με το τελευταίο, αλλά ακόμη και στην περίπτωση που, με βάση μια τέτοια συμφωνία, το μισθό έχει αναλάβει την υποχρέωση, να καταβάλει απ' ευθείας στο μισθωτό κάποιος τρίτος. Τέλος, το π.δ. 164/2004 "ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα", με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 11, επέτρεψε τη μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων (αυτών που μεταξύ τους μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των 3 μηνών), οι οποίες ήταν ενεργές έως τη δημοσίευση αυτού και η συνολική τους διάρκεια ήταν τουλάχιστον 24 μήνες έως την έναρξη ισχύος του ή 18 μήνες με τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις σε διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση και εφόσον ο ως άνω συνολικός χρόνος υπηρεσίας έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, και το αντικείμενο της σύμβασης αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευρέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός. Η μετατροπή αυτή, όμως, των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου δεν γίνεται αναδρομικά της αρχικής προσλήψεως των εργαζομένων αλλά εφεξής, ήτοι μετά την ισχύ του ως άνω π.δ. (19-7-2004). Σύμφωνα με το άρθρο 3 περ. ε' του ως άνω π.δ., για την εφαρμογή αυτού, ως "Σύμβαση" νοείται η σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η σύμβαση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας. Ενόψει αυτού, προκειμένου να κριθεί, αν συμπληρώνεται η ανωτέρω συνολική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 11 του ως άνω π.δ., ήτοι των 24 μηνών, για τη μετατροπή αυτών σε μια ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, συνυπολογίζεται και το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο συμβασιούχος απασχολήθηκε στον εργοδότη με απλή σχέση εργασίας, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση, κατά την οποία μετά τη λήξη της ορισμένου χρόνου έγγραφης σύμβασης εργασίας, ο μισθωτός εξακολουθεί να παραμένει στον εργοδότη, παρέχοντας τις συμβατικές του υπηρεσίες στα πλαίσια μιας τέτοιας σιωπηρής ανανεωτικής συμφωνίας. Με τις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 11 του προαναφερόμενου Π.Δ., ορίζονται τα ακόλουθα: "Για τη διαπίστωση της συνδρομής των, κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει εvτός αποκλειστικής προθεσμίας δυο
(2)μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή τωv προϋποθέσεωv αυτώv. Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεv υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία ... Το κατά τα, ανωτέρω αρμόδιο όργανο κρίνει περαιτέρω, εάν στις συμβάσεις έργου ή άλλες συμβάσεις ή σχέσεις υποκρύπτεται σχέση εξαρτημένης εργασίας. Η κατά τις ως άνω διατάξεις κρίση του αρμόδιου οργάνου ολοκληρώνεται το αργότερο εvτός πέντε
(5)μηνών από τηv έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος" (παρ. 2) "Οι κατά τηv παρ. 2 κρίσεις του αρμόδιων οργάνων θετικές ή αρνητικές διαβιβάζονται αμέσως στo Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών
(3)μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό τωv σχετικών κρίσεων" (παρ 3). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Με την 34100799 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδόθηκε μετά την 2701/16-11-1999 απόφαση του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ. και σε εφαρμογή των όσων προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 και 15 του ν. 2639/1998, καταρτίστηκε πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στη φύλαξη σχολείων 2.700 ανέργων, αποφοίτων Λυκείου, ηλικίας 25 έως 64 ετών. Η διάρκεια του προγράμματος ήταν είκοσι τεσσάρων μηνών, διαιρούμενο σε δύο φάσεις, της πρώτης φάσης, διάρκειας έντεκα μηνών, από τους οποίους ο ένας μπορούσε να αφορά θεωρητική και πρακτική ενημέρωση, ενώ οι υπόλοιποι αφορούσαν στην τοποθέτηση σε θέσεις για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, κατά την οποία η χρηματοδότηση του προγράμματος θα γινόταν από τον Ο.Α.Ε.Δ. και της δεύτερης φάσης, διάρκειας δεκατριών μηνών, με αντικείμενο την απασχόληση των καταρτισθέντων στη φύλαξη των σχολικών κτιρίων, κατά την οποία η χρηματοδότηση του προγράμματος θα γινόταν από το ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α. Δικαιούχοι φορείς του παραπάνω προγράμματος ήσαν οι πρωτοβάθμιοι Ο.Τ.Α. των Νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης, των πρωτευουσών Νομών και των μεγάλων αστικών κέντρων. Στην ανωτέρω ΥΑ ορίσθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής: α) Το πρόγραμμα θα υλοποιηθεί με τη συνεργασία των Υπουργείων Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Δημόσιας Τάξης, του ΟΑΕΔ, της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος (ΚΕΔΚΕ) και της Ελληνικής Εταιρίας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (ΕΕΤΑΑ), οι οποίοι θα συμβληθούν με προϋποθέσεις για την υλοποίηση προγράμματος, αφενός για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων που πλήττονται ιδιαίτερα από την ανεργία, με πιθανότητα μόνιμης απασχόλησης στη φύλαξη σχολικών κτιρίων και κοινόχρηστων χώρων στους Ο.Τ.Α., στην αρμοδιότητα των οποίων ανήκει η φύλαξη των σχολικών κτιρίων, και αφετέρου για την επίλυση ενός σοβαρού προβλήματος, όπως αυτού της φύλαξης των σχολικών κτιρίων, του εξοπλισμού τους, της επίβλεψης του περιβάλλοντος χώρου και της προστασίας των μαθητών (άρθρο 5). β) Το αντικείμενο του έργου, το οποίο περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τη δημοσίευση πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος προς τους Ο.Τ.Α. και επιλογή των Ο.Τ.Α. που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα, καθώς και τη συνεχή υποστήριξη και παρακολούθηση του έργου των ΟΤΑ που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα (άρθρο 6). γ) Ο συντονισμός όλων των ενεργειών, που απαιτούνται για την επίτευξη του σκοπού του προγράμματος, ανατίθεται στην επιτροπή παρακολούθησης που θα αποτελείται από έναν εκπρόσωπο καθενός των ανωτέρω επτά αναφερομένων εμπλεκομένων φορέων, η οποία θα αποφασίζει για τα ειδικά κριτήρια επιλογής των ανέργων, τη διαδικασία που θα ακολουθηθεί για την επιλογή και για κάθε αναγκαία ενέργεια, η οποία κρίνεται απαραίτητη για την ορθή υλοποίηση του προγράμματος και θα συντάσσει εκθέσεις ελέγχου της προόδου του έργου και καλής εκτέλεσης αυτού. Και δ) οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα καθενός από τους συνεργαζόμενους φορείς για την υλοποίηση του έργου, και ειδικότερα της E.Ε.Τ.A.A. και των Ο.Τ.Α., οι οποίοι εκτός των κοινών με τους λοιπούς φορείς αρμοδιοτήτων, ήτοι παρακολούθηση του έργου και συμμετοχή στην επιτροπή του άρθρου 9 της ΥΑ, επελήφθησαν η μεν Ε.Ε.Τ.Α.Α. της οικονομικής διαχείρισης του προγράμματος, της εκπαίδευσης των επιλεγέντων ατόμων για την υλοποίηση της ενέργειας, της δημιουργίας και εφαρμογής πληροφοριακού συστήματος παρακολούθησης του έργου για την τακτή ενημέρωση της Επιτροπής Παρακολούθησης και της έγκαιρης λήψης διορθωτικών αποφάσεων, της παροχής τεχνικής και επιστημονικής υποστήριξης στα επιλεγέντα νομικά πρόσωπα κατά τη διάρκεια υλοποίησης του έργου, της παραγωγής υλικού με πλήρη περιγραφή υποχρεώσεων των συμμετεχόντων στο πρόγραμμα, της παρακολούθησης των υποχρεώσεων των φυλάκων, της διοργάνωσης ενημερωτικών συζητήσεων για τον τρόπο υλοποίησης του προγράμματος και παράδοσης τελικής έκθεσης αναφοράς προόδου στην Επιτροπή Παρακολούθησης, με την ολοκλήρωση του έργου (άρθρο 7ζ), οι δε Ο.Τ.Α. της υποστήριξης για το σχεδιασμό του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας φύλαξης σχολικών κτιρίων (άρθρο 7ε). Στο πλαίσιο της προαναφερόμενης ΥΑ, καταρτίστηκαν η από 9-12-1999 "προγραμματική σύμβαση" και στη συνέχεια η από 5-1-2000 τροποποιητική όμοια, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, του ΟΑΕΔ, της ΚΕΔΚΕ και της ΕΕΤΑΑ, με τις οποίες συμφωνήθηκε η υλοποίηση του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας και απασχόλησης συνολικά 3.300 ανέργων για τη φύλαξη σχολικών κτιρίων. Επιπλέον, και στις δύο προγραμματικές συμβάσεις προσδιορίστηκαν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις καθενός των εμπλεκομένων φορέων, καθώς και των απασχολουμένων στο πρόγραμμα. Ακολούθως, οι ίδιοι ως άνω φορείς εκπόνησαν κανονιστικό πλαίσιο εφαρμογής του προγράμματος, στο οποίο μεταξύ άλλων, όρισαν: α) ότι στο πλαίσιο των προγραμματικών συμβάσεων τα συμβαλλόμενα μέρη συγκρότησαν επιτροπή παρακολούθησης του προγράμματος, η οποία αποτελείται από εκπροσώπους των φορέων του εταιρικού σχήματος και ότι η επιτροπή παρακολούθησης του προγράμματος έχει την ευθύνη για την παρακολούθηση του έργου και τη λήψη αποφάσεων εντός των ορίων που ορίζονται από τις προγραμματικές συμβάσεις για την εύρυθμη και άρτια υλοποίηση του και την επίλυση τυχόν προβλημάτων που θα ανακύψουν από τη διαδικασία αυτή (άρθρο 31 του κανονιστικού πλαισίου), και β) ότι τα σχολεία που θα επιλέξουν οι δικαιούχοι ΟΤΑ πρέπει να είναι της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και η φύλαξη των σχολείων θα γίνεται σε εικοσιτετράωρη βάση σε τρεις βάρδιες και Σαββατοκύριακα και αργίες, ορίζοντας ταυτόχρονα ότι η πρώτη βάρδια θα διαρκεί από 7.00 έως 15.00, η δεύτερη βάρδια από 15.00 έως 23.00 και η τρίτη βάρδια από 23.00 έως 7.00 και ότι κάθε ασκούμενος είναι υποχρεωμένος σε καθημερινή οκτάωρη παρουσία στο σχολικό κτίριο, στο οποίο έχει τοποθετηθεί, σύμφωνα με το πρόγραμμα που θα του δοθεί από τον οικείο ΟΤΑ. Παράλληλα, προβλέφθηκε, όπως και στην άνω ΥΑ, το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης των δικαιούχων ανέργων που θα συμμετείχαν στο πρόγραμμα και η καταβολή της για είκοσι δύο ηµέρες το μήνα. Κατόπιν τούτων, αφού επιλέχθηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 5 των προγραμματικών συμβάσεων, οι 145 δικαιούχοι ΟΤΑ, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο πρώτος εναγόμενος Δήμος Ν. Ιωνίας Βόλου και οι δικαιούχοι άνεργοι, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ενάγοντες, καταρτίστηκαν, μεταξύ της ΕΕΤΑΑ, του Δήμου Ν. Ιωνίας Βόλου, αφενός και των 12 πρώτων εναγόντων στις 19.2.2001 και των λοιπών εναγόντων στις 13-3-2001 αφετέρου, συμβάσεις συνεργασίας, ισχύουσες για έντεκα μήνες. Με τις συμβάσεις αυτές οι ενάγοντες ανέλαβαν την υποχρέωση να παρακολουθήσουν μία επιμορφωτική συνάντηση για θέματα φύλαξης σχολικών κτιρίων και στη συνέχεια να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία, απασχολούμενοι ως φύλακες σε βάρδιες, οκτώ
(8)ώρες την ημέρα και για είκοσι δύο
(22)ημέρες το μήνα, που μπορεί να εμπίπτουν σε αργίες και Σαββατοκύριακα. Επί πλέον, με τις ίδιες συμβάσεις ο Δήμος ανέλαβε την υποχρέωση 1) να προβεί στην επιλογή των σχολικών κτιρίων στο πλαίσιο του προγράμματος και να ενημερώσει εγγράφως την ΕΕΤΑΑ και να κατανείμει τους ασκούμενους σ' αυτά σύμφωνα με τις προδιαγραφές που θέτει το πρόγραμμα, 2) να προμηθευτεί τον αναγκαίο εξοπλισμό, σύμφωνα με τις προδιαγραφές που τέθηκαν από την Επιτροπή Παρακολούθησης του Προγράμματος και να τον διαθέσει στους ασκούμενους φύλακες, 3) να διενεργεί τακτικούς ελέγχους για να διαπιστώνεται η παρουσία των ασκούμενων κατά τις ημέρες και ώρες που τελούνται οι βάρδιες στο πλαίσιο του προγράμματος, 4) να ορίσει ένα μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου και ένα στέλεχος αυτού, που θα έχουν την ευθύνη παρακολούθησης του προγράμματος, και ειδικότερα το μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου προκειμένου να παρακολουθεί την εφαρμογή του προγράμματος στα διοικητικά όρια αυτού και να ενημερώνει το Δήμο, ενώ το στέλεχος του Δήμου να συντονίζει και να οργανώνει τις προγραμματισμένες ενημερωτικές συναντήσεις στο πλαίσιο των προδιαγραφών της Ε.Ε.Τ.Α.Α., να αποστείλει στην Ε.Ε.Τ.Α.Α. αρχικά πίνακα με τα στοιχεία των ασκούμενων φυλάκων και στη συνέχεια ανά δίμηνο πρόγραμμα σχετικά με τις βάρδιες που θα ακολουθούνται σε κάθε σχολικό κτίριο, όπου θα αναγράφονται τα ονοματεπώνυμα των φυλάκων και οι βάρδιες, τις οποίες είναι υποχρεωμένοι να τηρήσουν και να συντάσσει καθημερινά τα "ημερήσια δελτία παρουσιών" που θα συμπληρώνουν οι ασκούμενοι, καθώς και το μηνιαίο δελτίο παρουσίας ασκούμενων, το οποίο θα αποστέλλει εντός πέντε ημερών από τη λήξη κάθε διμήνου στην ΕΕΤΑΑ, να έχει τακτική επικοινωνία με τους Διευθυντές των σχολείων για την ορθή εφαρμογή του προγράμματος και συνεχή συνεργασία με τους ασκούμενους φύλακες για την επίλυση τυχόν προβλημάτων και την παροχή των υπηρεσιών τους, 5) να αναπτύξει και να εφαρμόσει ενέργειες ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης των εμπλεκομένων φορέων και των κοινωνικών ομάδων που ωφελούνται από το πρόγραμμα, το δε πρόγραμμα δράσης των συγκεκριμένων ενεργειών θα πρέπει να κοινοποιηθεί στην ΕΕΤΑΑ. Οι συμβάσεις αυτές μετά τη λήξη τους, στις 18-1-2002, ανανεώθηκαν με όμοια συμφωνητικά συνεργασίας διάρκειας επίσης ορισμένου χρόνου, ήτοι τα από 27.2.2001, 23.3.2001, 27.1.2002, 1.7.2002, 17.7.2003, 1.4.2004, 2.8.2004, 4.2.2005, 28.4.2005, 12.7.2005 και 22.10.2005 μέχρι 31.12.2005. Αλλά και μετά την άσκηση της αγωγής οι ενάγοντες συνέχισαν να προσφέρουν τις ίδιες ως άνω υπηρεσίες τους. Το ημερομίσθιο των εναγόντων καθορίστηκε στο ποσό των 35,22 ευρώ. Με βάση τα παραπάνω, ως φορέας της εργασιακής σχέσης των εναγόντων, στο πλαίσιο εφαρμογής του συγκεκριμένου προγράμματος, νοείται ο οικείος ΟΤΑ Δ. Ν. Ιωνίας, πρώτος εναγόμενος, ο οποίος και αποτελεί αντισυμβαλλόμενο του κάθε ενάγοντος - φύλακα, τόσο κατά την κατάρτιση όσο και κατά τη λειτουργία των συμβάσεων εργασίας τους. Επομένως, ο πρώτος εναγόμενος είναι ο εργοδότης των εναγόντων κατά την έννοια του νόμου, αφού σ' αυτόν προσέφεραν πραγματικά τις υπηρεσίες τους οι ενάγοντες, καθόλο το χρονικό διάστημα της εργασίας τους ως φύλακες στα σχολικά κτίρια, στα οποία τοποθετήθηκαν, απασχολούμενοι οκτώ
(8)ώρες, σε μία από τις τρεις βάρδιες, κάθε μέρα, υπό τις εντολές και την εποπτεία των ορισθέντων από το Δήμο οργάνων του για το συντονισμό και την παρακολούθηση της εργασίας τους και στα όργανα αυτά αναφέρονταν για οποιοδήποτε πρόβλημα ανέκυπτε, τελώντας, έτσι, υπό την άμεση εξάρτηση και εποπτεία του εναγομένου Δήμου, ως προς την τακτικά και αδιάλειπτα παρεχόμενη εργασία τους. Αντίθετα, ουδόλως αποδείχθηκε ότι υφίστατο οποιαδήποτε άλλη σχέση εξαρτήσεως των εναγόντων από τη δεύτερη εναγομένη "Ελληνική Εταιρία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης ΑΕ", δεδομένου ότι αυτή δεν χρησιμοποίησε με αμοιβή την εργασία των εναγόντων ούτε άσκησε σ' αυτούς διευθυντικό δικαίωμα και ως εκ τούτου δεν συντρέχει κανένα στοιχείο, ώστε να μπορεί να χαρακτηριστεί ως εργοδότης τους. Η συμμετοχή αυτής στην παραπάνω σχέση περιοριζόταν απλώς στη συμβολή τους στη δημιουργία των κατάλληλων προϋποθέσεων για την υλοποίηση του προγράμματος, η οποία, όμως, συμμετοχή της δεν μπορεί να ασκήσει ουδεμία έννομη επιρροή στην παρούσα περίπτωση ούτε να οδηγήσει στο χαρακτηρισμό αυτής ως εργοδότη. Η συμμετοχή αυτής στις ένδικες συμβάσεις περιοριζόταν μόνο στη χρηματοδότηση του σχετικού προγράμματος, στα πλαίσια της δέσμευσής της από τα οριζόμενα στην υπ' αριθ. 34100/1999 ΥΑ, δηλαδή είχε µόνο διαχειριστικό ρόλο για την υλοποίηση του προγράµµατος ως προς την οικονοµική του πλευρά, χωρίς καµία απολύτως ωφέλεια από την παροχή της εργασίας των εναγόντων, και συνεπώς σε καµία περίπτωση δεν θα µπορούσε να χαρακτηριστεί ως εργοδότης των τελευταίων. Έτσι, µόνος εργοδότης των εναγόντων ήταν ο πρώτος εναγόμενος Δήμος Νέας Ιωνίας ο οποίος και χρησιμοποιούσε µε αµοιβή την εργασία τους, είχε τα οφέλη απ' αυτήν και ήταν αντισυμβαλλόμενός τους στις σχετικές συµβάσεις, ενόψει και του ότι η φύλαξη των συγκεκριµένων σχολικών κτιρίων περιλαμβάνεται στις αρµοδιότητες αυτού. Εποµένως, αυτός είναι και ο µόνος υπόχρεος για τις απαιτήσεις των εναγόντων, που απορρέουν από την ως άνω εργασιακή τους σχέση. Συνοψίζοντας το Εφετείο δέχεται ότι, οι ενάγοντες συνδέονται µε τον πρώτο εναγόµενο µε σχέση εξαρτηµένης εργασίας, δεδομένου ότι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους σ' αυτόν έναντι αµοιβής (µισθού) και υπέκειντο σε προσωπική εξάρτηση απ' αυτόν, που εκδηλωνόταν µε το δικαίωµά του να ασκεί εποπτεία, να ελέγχει την εργασία τους και να τους δίνει δεσμευτικές οδηγίες ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της. Στη συνέχεια, δέχθηκε, ότι οι ενάγοντες απασχολήθηκαν από τον πρώτο εναγόμενο, με την ιδιότητα του φύλακα, επί 24 μήνες συνολικά, με μία τουλάχιστον ανανέωση και σε κάθε περίπτωση είχαν 18 μήνες πραγματικής απασχόλησης με τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, ενώ, εξάλλου, είχαν ενεργό σύμβαση στις 30-6-2004, ήτοι μέσα στο τελευταίο τρίμηνο πριν από την ισχύ του π.δ. 164/
- Επίσης, ότι απασχολήθηκαν καθόλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα στον ίδιο φορέα και με την ίδια ειδικότητα, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του πρώτου εναγομένου, αφού ο σκοπός της δημιουργίας των άνω θέσεων εργασίας, ήταν να επιλυθεί μόνιμα το πρόβλημα της φύλαξης και της προστασίας των σχολικών κτιρίων και όχι να αντιμετωπιστεί αυτό με προσωρινά μέτρα, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι οι ενάγοντες κάλυπταν πρόσκαιρες και εποχιακές ανάγκες του Δήμου. Σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι η ως άνω μακροχρόνια απασχόλησή τους είχε ως σκοπό μόνον την επαγγελματική κατάρτισή τους, τη μαθητεία, την ένταξη ή επανεκπαίδευσή τους επί ενός αντικειμένου ευκόλως κατανοητού, ώστε να εφαρμοστεί επ' αυτών η απαγορευτική διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του ως άνω π.δ. Ακολούθως, δέχεται το Εφετείο ότι οι ενάγοντες είχαν όλες τις προϋποθέσεις, που προβλέπονται στο άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, για τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που είχαν συνάψει με τον πρώτο εναγόμενο, σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, αφού τα ίδια δέχθηκε και το ΑΣΕΠ με την υπ' αριθ. 6/2005 απόφαση της Ολομελείας του, κρίνοντας ότι οι προσληφθέντες από τους ΟΤΑ βάσει προγραμματικών συμβάσεων, στις οποίες μετείχε η ΕΕΤΑΑ και απασχοληθέντες ως σχολικοί φύλακες εφόσον παρείχαν πράγματι εξαρτημένη εργασία έναντι αμοιβής, κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες των άνω φορέων και συνέτρεχαν στο πρόσωπό τους και οι καθοριζόμενες λοιπές προϋποθέσεις (όπως στην προκείμενη περίπτωση) εμπίπτουν στις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/
- Ακόμη δέχθηκε ότι οι ενάγοντες συνδέονται με το Δήμο Νέας Ιωνίας Βόλου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου όχι από της προσλήψεώς τους, αλλά από 19-7-
- Τέλος δέχθηκε ότι οι ενάγοντες καθ' όλο το χρονικό διάστηµα από της προσλήψεώς τους µέχρι τις 31-12-2003 απασχολήθηκαν από τον πρώτο εναγόµενο επί είκοσι δύο
(22)ηµέρες µηνιαίως, και ότι σε όλη τη διάρκεια της εργασίας τους σε περίπτωση νυκτερινής βάρδιας παρείχαν 7 ώρες νυκτερινής εργασίας και σε περίπτωση απογευματινής βάρδιας μία
(1)ώρα νυκτερινής εργασίας ενώ, ανάλογα µε τη βάρδια τους, κατά τις Κυριακές και αργίες εργάζονταν είτε 8 ώρες, είτε 7 ώρες, είτε μία
(1)ώρα. Με τα δεδομένα αυτά καθένας από τους ενάγοντες έχει δικαίωμα να λάβει από τον πρώτο εναγόμενο, τα εξής ποσά για το χρονικό διάστημα της απασχόλησής τους από 1-12-2003 έως και 31-12-2005: Α) Για αποζημίωση λόγω μη λήψεως της ετήσιας άδειας in natura, καθένας από τους ενάγοντες έχει δικαίωμα να λάβει αποζημίωση ετήσιας άδειας: 1) Για το έτος 2004 880 €. 2) Για το έτος 2005 880 €. Β) Για επίδομα αδείας, έχει δικαίωμα να λάβει για καθένα από τα έτη 2004 και 2005 ποσό 457,86 ευρώ και συνολικά και για τα δύο έτη ποσό 915,72 ευρώ. Γ) Για επιδόματα εορτών, έχει δικαίωμα να λάβει: 1) Για επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2003, 2004, 2005 συνολικά το ποσό των 2.751,14 ευρώ. 2) Για επίδομα εορτών Πάσχα 2004 και 2005 ποσό 1.100 ευρώ. Δ) Για προσαύξηση λόγω της νυκτερινής απασχόλησης από 1.1.2003 - 31.12.2005: 2.112 € Και Ε) Για προσαύξηση λόγω της απασχόλησης κατά τις Κυριακές από 1.1.2003 - 31.12.2005 1.588 €. Συνολικά δε καθένας από τους ενάγοντες δικαιούται από όλες τις προαναφερόμενες αιτίες ποσό 10.227 €. Με τις παραδοχές αυτές, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της και αφού την απέρριψε ως προς τη δεύτερη εναγομένη, τη δέχθηκε ως προς τον πρώτο και αναγνώρισε ότι α) οι ενάγοντες συνδέονται με τον πρώτο εναγόμενο, ήδη αναιρεσείοντα, από 19-7-2004, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και β) ο πρώτος εναγόμενος, ως εργοδότης των από την αρχική πρόσληψή των, με βάση τη σύμβαση εργασίας, οφείλει σε καθένα ενάγοντα το παραπάνω ποσό. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν και δη των άρθρων 648, 653 ΑΚ, 20 παρ. 1 και 15 ν. 2639/1998, της κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας υπ' αριθ. 34100/24-11-1999 ΥΑ, 103 παρ. 2 και 8 του Συντάγματος και 6 ν. 2527/1997 και εκείνες των άρθρων 11 του ΠΔ/τος 164/2004, αφού, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά ως άνω περιστατικά μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκαν εξαρχής, για τα ως άνω χρονικά διαστήματα, μη απαγορευόμενες αλλά επιτρεπόμενες από το νόμο συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, παραταθείσες με παρόμοιες συμβάσεις, όπως ορθά χαρακτηρίσθηκαν και με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, και όχι συμβάσεις μαθητείας και μάλιστα γνήσιες, όπως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων και τούτο διότι ο προέχων σκοπός των επίδικων συµβάσεων ήταν η παροχή εργασίας από τους ενάγοντες και στο σκοπό αυτό απέβλεψαν τα συμβαλλόμενα μέρη, ενόψει και του ότι η απασχόληση με την Φύλαξη σχολικών κτιρίων, από την φύση της, δεν απαιτεί ούτε απόκτηση ειδικών γνώσεων και ικανοτήτων, ούτε ιδιαίτερη εκπαίδευση, επίσης δε ο αναιρεσείων Δήμος, ως αντισυμβαλλόμενος κάθε Φύλακα σχολικών κτιρίων, τόσο κατά την σύσταση όσο και καθεαυτή την λειτουργία των συμβάσεων εργασίας τους, αποτελεί το φορέα της εργασιακής σχέσης, με τον οποίο συνδέονταν οι ενάγοντες στο πλαίσιο εφαρμογής του παραπάνω προγράμματος, και τον εργοδότη αυτών, δεδομένου ότι σε αυτόν προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, έναντι αµοιβής (μισθού) και υπόκειντο σε προσωπική εξάρτηση απ' αυτόν, που εκδηλωνόταν µε το δικαίωµά του να ασκεί εποπτεία, να ελέγχει την εργασία τους και να τους δίνει δεσμευτικές οδηγίες ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της και ότι ο τελευταίος τους οφείλει τ' αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση ποσά, ως επιδόματα εορτών, αποδοχές και επίδομα αδείας και προσαύξηση για την απασχόλησή τους κατά τις Κυριακές και τη νύχτα για τα χρονικά διαστήματα που αναφέρονται σ' αυτήν. Επομένως, οι περί του αντιθέτου, ενιαίως κρινόμενοι, πρώτος, δεύτερος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Η διαδικασία ενώπιον των οικείων υπηρεσιακών συμβουλίων και του ΑΣΕΠ δεν αποκλείει το δικαίωμα των εργαζομένων να ζητήσουν, σύμφωνα με τα άρθ. 20, 26, 94 και 95 του Συντάγματος, με αγωγή, παρακάμπτοντας τη διαδικασία αυτή, την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας τους, ότι δηλ. συνδέονται με το Δημόσιο κ.λπ. εξαρχής με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία (αγωγή) ως εισάγουσα διαφορά ιδιωτικού δικαίου υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (άρθ. 94 Συντ. 1 ν. 1406/1983, 1 ΚΠολΔ). Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για υπέρβαση της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας (και όχι από τον αρ. 1, όπως φέρεται) είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Περίπτωση επιδίκασης δικαστικών εξόδων δεν συντρέχει, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 15-4-2010, αίτηση για την αναίρεση της 263/2009 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ