Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2110 / 2009 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Ναρκωτικά, Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή. Περίληψη: Ναρκωτικά: Αγορά και κατοχή ναρκωτικών για εμπορία. Ισχυρισμός περί αποκλειστικής δίκης του (δράστη) χρήσης. Αιτιολογία καταδικαστικής απόφασης. Ποινή 2 ετών. Υπέρβαση εξουσίας για μη αυτεπάγγελτη έρευνα περί αναστολής εκτέλεσης ποινής. Μερική παραδοχή αίτησης αναίρεσης και μερική αναίρεση (ως προς τη μη αναστολή της εκτέλεσης της ποινής) καταδικαστικής απόφασης. Αριθμός 2110/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αδριόπουλο, περί αναιρέσεως της 2197/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 124/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ H κρινόμενη από 10-10-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2197/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε στις 22-9-2008 με την παρουσία του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος και καταχωρίσθηκε στο ειδικό βιβλίο την 10-11-2008 (βλ. τη σχετική βεβαίωση στο τέλος της προσβαλλόμενης απόφασης ως και την από 27-11-2008 υπηρεσιακή βεβαίωση του Τμήματος Ποινικών Ενδίκων Μέσων του Εφετείου Αθηνών), οπότε αρχίζει και η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 465 και 473 ΚΠΔ). Επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω. Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. β και ζ του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993 (ήδη άρθρο 20 παρ. 1 περ. β και ζ του ν. 3459/2006), τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ'αυτό ποινές όποιος, εκτός των άλλων περιπτώσεων, αγοράζει και κατέχει ναρκωτικά. Για τη θεμελίωση του εγκλήματος της αγοράς ναρκωτικών ουσιών δεν είναι αναγκαία η ρητή μνεία και αναφορά σε συγκεκριμένη περίπτωση κατηγορίας ότι συμφωνήθηκε και τίμημα, γιατί ο νομικός όρος "αγορά" είναι τόσο εύχρηστος στην πράξη και έχει ορισμένο περιεχόμενο και γνωστή έννοια, ώστε υποδηλώνει οπωσδήποτε και συνομολόγηση τιμήματος, γιατί χωρίς τέτοιο δεν μπορεί να νοηθεί αγορά. Εξάλλου η κατοχή των ναρκωτικών ουσιών ως έγκλημα πραγματώνεται με τη φυσική εξουσίασή τους από το δράστη, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και την κατά τη δική του βούληση να τις διαθέτει πραγματικά. Ακόμη κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου περί ναρκωτικών, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του ν. 2161/1993, "όποιος για δική του αποκλειστική χρήση προμηθεύεται ή κατέχει με οποιονδήποτε τρόπο ναρκωτικά σε ποσότητα, που αποδεδειγμένα εξυπηρετεί αποκλειστικά τις δικές του ανάγκες ή κάνει χρήση τους, ή καλλιεργεί φυτά κάνναβης σε αριθμό ή έκταση που δικαιολογείται μόνο για δική του χρήση τιμωρείται με φυλάκιση" (ήδη με το άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 3189/2003 ορίσθηκε ως ανώτατο όριο ποινής φυλάκισης ενός έτους). Περαιτέρω στο ίδιο ως άνω άρθρο ορίζεται ότι "η διαπίστωση της εξυπηρέτησης της αποκλειστικά δικής του ανάγκης του κατόχου συγκεκριμένης ποσότητας ναρκωτικής ουσίας γίνεται με συνεκτίμηση του είδους, της ποσότητας και της καθαρότητας της ουσίας, καθώς και των διαγνωστικών στοιχείων των αναφερομένων στο άρθρο 13 του παρόντος νόμου ...". Από το εδάφιο β της παρ. 1 του ως άνω άρθρου σαφώς προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις αυτού απαιτούνται για την παραδοχή του ισχυρισμού του κατηγορουμένου ότι "για δική του αποκλειστική χρήση προμηθεύεται ή κατέχει με οποιονδήποτε τρόπο ναρκωτικά σε ποσότητα που αποδεδειγμένα εξυπηρετεί τις δικές του ανάγκες ..." και όχι αιτιολογία προς απόκρουση του ισχυρισμού αυτού, δηλονότι το βάρος της απόδειξης του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού φέρει ο κατηγορούμενος που πρέπει να τον προβάλλει σαφώς και ορισμένα. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου για προμήθεια και κατοχή μικροποσότητας ναρκωτικής ουσίας για δική του αποκλειστική χρήση (άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 1729/1987), η παραδοχή του οποίου συνεπάγεται την ευνοϊκή γι'αυτόν ποινική μεταχείριση (φυλάκιση μέχρι ενός έτους), πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 2197/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 14-10-2000 και περί ώρα 10.30 κατελήφθη ο κατηγορούμενος στην περιοχή της ... (στη συμβολή των οδών ... και ...), από αστυνομικούς του Α.Τ. .. που εκτελούσαν διατεταγμένη υπηρεσία (πεζή περιπολία), να έχει στην κατοχή του ένα
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.