Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2124 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Κατηγορούμενος. Περίληψη: Αναίρεση παραπεμπτικού βουλεύματος για κακουργηματική απάτη κατά συναυτουργία με την επίκληση των λόγων : α) της απόλυτης ακυρότητας, β) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει απόλυτη ακυρότητα γιατί δεν κλητεύθηκε ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών ο διάδικος προκειμένου να λάβει γνώση των εγγράφων που υπέβαλε ο συγκατηγορούμενός του, μετά το πέρας της ανακρίσεως, ώστε να διατυπώσει τις τυχόν παρατηρήσεις του. (Ίδετε και ΑΠ 57/2008). Αναιρεί και παραπέμπει. Αριθμός 2124/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2 , περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2631/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 27 Δεκεμβρίου 2007 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 181/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 269/20.05.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Eισάγω, κατ'άρθρ. 485 § 1 Κ.Π.Δ., με τη σχετική δικογραφία τις υπ'αριθμ. 303/27-12-2007 και 304/27-12-2007 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων (α) Χ1 και (β) Χ2, αντίστοιχα, οι οποίες ασκήθηκαν από τους ίδιους, κατά του υπ'αριθμ. 2631/07 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκαν κατ'ουσία οι υπ'αριθμ. 563/2007 και 578/2007 αντίστοιχες εφέσεις των ως άνω κατηγορουμένων, κατά του υπ'αριθμ. 2807/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκαν αυτοί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών να δικασθούν για απάτη κατά συναυτουργία, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και με συνολικό όφελος και αντίστοιχη συνολική ζημία που υπερβαίνουν συνολικά τα 15.000 ευρώ (αρ. 13 στ, 14, 26 § 1, 27 § 1,45, 51,52 και 386 § 1-3α'Π.Κ. ως ισχύουν), επικυρώθηκε το εκκαλούμενο βούλευμα και απορρίφθηκε το αίτημα της εκκαλούσης Χ1 για αυτοπρόσωπη εμφάνισή της ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Οι υπό κρίση αναιρέσεις ασκήθηκαν από τους ίδιους τους κατηγορουμένους νομοτύπως, εμπροθέσμως (αφού το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στη Χ1 και τον αντίκλητο δικηγόρο της την 19/12/07, στο δε Χ2 την 18/12/07 και τον αντίκλητο δικηγόρο του την 19/12/07) και παραδεκτώς από πρόσωπα δικαιούμενα προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, σύμφωνα με τα άρθρα 462-463, 473 § 1, 474 και 482 § 1-3 Κ.Π.Δ. ως ισχύουν, με τις ως άνω από 27/12/2007 δηλώσεις των ιδίων των κατηγορουμένων στον αρμόδιο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, για τις οποίες συντάχθηκαν νομοτύπως οι υπ'αριθμ. 303/07 και 304/07 αντίστοιχες εκθέσεις αναίρεσης, στις οποίες αναφέρονται κατά την εκτίμηση του περιεχομένου τους ως λόγοι αναίρεσης η (α) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, (β) εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, του άρθρου 386 § 1-3α' Π.Κ., που εφαρμόστηκε και (γ) απόλυτη ακυρότητα (άρθρ. 171 § ιδ', 484 § ια', β'και δ' Κ.Π.Δ.). Κατόπιν των ανωτέρω οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως (βλ. εκθ. αναίρεσης). (Ι) Κατά τη διάταξη του άρθρ. 309 § 2 εδ. ε' Κ.Π.Δ., αν μετά το τέλος της ανάκρισης και την υποβολή των εγγράφων στον εισαγγελέα υποβλήθηκαν στο Συμβούλιο από ένα διάδικο έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που ασκούν ουσιώδη επιρροή στη κρίση του Συμβουλίου, αυτό οφείλει αυτεπαγγέλτως να καλέσει τους υπολοίπους διαδίκους ή του αντικλήτους για να ενημερωθούν και να γνωστοποιήσουν τις παρατηρήσεις τους σε εύλογη προθεσμία που την καθορίζει το ίδιο. Η παράβαση της διάταξης αυτής η οποία κατά τα αρ. 316 § 2 και 318 Κ.Π.Δ. εφαρμόζεται και στη διαδικασία στο Συμβούλιο Εφετών, επάγεται σε σχέση με τον κατηγορούμενο απόλυτη ακυρότητα, κατ'άρ. 171 § 1δ' Κ.Π.Δ., η οποία κατά το άρθρ. 484 § 1α Κ.Π.Δ. είναι λόγος αναίρεσης του βουλεύματος (ΑΠ 1937/06 Π.Χρ. ΝΖ'/815, ΑΠ 865/2007 και ΑΠ 1496 κ.α.). ( ΙΙ) Επειδή για την πληρότητα της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους (πχ. μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα, ούτε από ποιό ή ποιά από αυτά προέκυψαν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, ούτε απαιτείται αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει και γιατί περισσότερο (βλ. ΑΠ 732/2006, ΑΠ 1304/2003, ΑΠ 13030/2002, ΑΠ 67/2006, ΑΠ 1580/2002 κ.ά.). Η κατάθεση όμως του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος είναι διάδικος στη ποινική διαδικασία, πρέπει είτε να μνημονεύεται ειδικά στην αιτιολογία, μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο ή το Συμβούλιο, είτε να προκύπτει από αυτή (αιτιολογία) με βεβαιότητα, ότι λήφθηκε πράγματι υπόψη διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναίρεσης (ΑΠ 757/07, ΑΠ 385/06, ΑΠ 430/04 Π.Χρ.ΝΕ/140, ΑΠ 1/2004 ΠΧρ.ΝΔ'/298 κ.ά.). -Επειδή το παραπεμπτικό, βούλευμα έχει απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντ. και .139 - όπως ισχύει -- ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών (αποχρωσών) ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε η ποινική δίωξη και παραπέμφθηκε, οι αποδείξεις (τα αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες προέκυψαν τα- άνω πραγματικά περιστατικά και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής (βλ. ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 732/2006 κ.α.). Εξ άλλου εσφαλμένη ερμηνεία-εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από αυτή που έχει, και όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθησαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη (βλ. ΑΠ 732/2006, ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 67/2006 κ.α). Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής υπάρχει και όταν η ουσιαστική ποινική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, ήτοι όταν, στο πόρισμα του συμβουλίου - που περιλαμβάνεται στo συνδυασμό διατακτικού-σκεπτικού και ανάγεται στα στοιχεία και ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατος - ανέφικτος ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περί ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και έτσι το βούλευμα να μην έχει νόμιμη βάση (βλ. ΑΠ 1269/2006, ΑΠ 93/2006, ΑΠ 252/2004, ΑΠ 1128/2004, ΑΠ 2445/2003, ΑΠ 9/2001 - Ολ. κ.ά.)- - Επειδή η εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων -έστω και εσφαλμένη- δεν συνιστά λόγον αναιρέσεως (βλ. ΑΠ 591/2001, ΑΠ 145/2000, ΑΠ 1880/2005, ΑΠ 111/2004 κ.ά.). - Τέλος, η επιβαλλομένη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση και δι'αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα και στην υιοθετηθείσα υπ'αυτού πρωτόδικη εισαγγελική πρόταση, αφού στην περίπτωση αυτή η εισαγγελική πρόταση αποτελεί τμήμα του· βουλεύματος, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η. επανάληψη από το συμβούλιο των ίδιων περιστατικών, συλλογισμών, αποδείξεων (βλ. ΑΠ 1381/2005, ΑΠ 1273/2005, ΑΠ 1109/2005, ΑΠ 1242/2005, ΑΠ 2382/2005, ΑΠ 67/2006, ΑΠ 2078/2005 κ.ά.). Είναι δε χαρακτηριστικόν ότι αυτός ο Άρειος Πάγος αναφέρεται -και ορθότατα- εξ ολοκλήρου στην εισαγγελική πρόταση (Ολ. ΑΠ 1494/2005, ΑΠ 176/2006 κ.α.), πράγμα που οφείλεται και στην ιδιότητα αυτού ως δικαστικού λειτουργού - 87 επ. Συντ.-· - Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 Π.K. προκύπτει, ότι προς στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτείται: (α) σκοπός του δράστου να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και πραγματοποίηση του οφέλους· αυτού, (β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, εκ της οποίας παραπλανήθηκε άλλος και (γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Κατά την παρ. 3 εδ. α του αυτού άρθρου (386 ΠΚ) -όπως ίσχυε από της ενάρξεως ισχύος του ΠΚ και με την αντικ. αυτής με το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 2408/96 - "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια". Περαιτέρω κατά την παρ. 3 εδ. α' του ίδιου άρθρου . 386, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 ν. 2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, εάν ο δράστης διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (5.000.000 δρχ.). Κατά το άρθρο 13 εδ. στ' Π.Κ., κατ'επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως, ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός αυτού προς πορισμόν εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερά ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστου. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ'εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής. Εξ άλλου κατ'επάγγελμα τέλεση υπάρχει, και όταν η πράξη τελείται το πρώτον όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και της οργανωμένης ετοιμότητας του, με πρόθεση επανειλημμένης .τέλεσης προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος. Η διάταξη του άρθρου 386 παρ. 3 εδ. α' Π.Κ. όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 ν. 2721/1999 είναι ηπιώτερη της προηγούμενης ρύθμισης και εφαρμόζεται και επί πράξεων που τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του ν. 2721/1999, αφού ο νέος νόμος στο σύνολο του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι στην παλαιότερη ρύθμιση δεν προβλεπόταν ποσοτικά όρια. Εν όψει τούτου πράξεις απάτης, που τελέσθηκαν εξακολουθητικά πριν από την ισχύ του Ν. 2721/1999 και έχουν συνολικό ή, κατά μείζονα λόγο, μερικό όφελος ανώτερο των 5.000.000 δρχ., διατηρούν και με το νέο νομοθετικό καθεστώς τον κακουργηματικό τους χαρακτήρα, και επομένως εφαρμοστέα είναι η διάταξη που ίσχυε κατά το χρόνο εκδίκασης (βλ. ΑΠ 172/2002, ΑΠ 149/2003, ΑΠ 1 348/2003 κ.ά.), διότι αυτός απηχεί πλέον τις κατά τεκμήριον ορθότερον αντιλήψεις. ( ΙΙl) Επειδή στη συγκεκριμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με επιτρεπτή αναφορά στην υιοθετηθείσα υπ'αυτού εισαγγελική πρόταση και δι'αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα και την υπ'αυτού υιοθετηθείσα εισαγγελική πρόταση, και των αναφερομένων κατ'είδος αποδεικτικών μέσων και δη από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τα έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων, όλα αυτά σε συνδυασμό και αλληλουχία μεταξύ των, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του τα εξής: - Στη συγκεκριμένη περίπτωση η ποινική δίωξη ασκήθηκε με αφορμή την από 14-6-2006 έγκληση του Ψ1, κατά των προαναφερθέντων κατηγορουμένων (αναιρεσειόντων). Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, που συγκεντρώθηκε από την προκαταρκτική εξέταση και την επακολουθήσασα κύρια ανάκριση, η οποία νομότυπα περατώθηκε, και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τα έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων, όλα αυτά σε συνδυασμό και αλληλουχία μεταξύ των, προέκυψαν τα ακόλουθα ουσιώδη και κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Ο εγκαλών Ψ1 και ο δεύτερος κατηγορούμενος,Χ2 ο οποίος διατηρεί επιχείρηση εμπορίας και επεξεργασίας μαρμάρων στην Αθήνα (...., ....), συνδέονταν φιλικά από πολλών ετών. Ο εγκαλών είχε ανακοινώσει στον πρώτο κατηγορούμενο την επιθυμία και την πρόθεση του να αγοράσει ένα διαμέρισμα σε πολυκατοικία, στην περιοχή του ....., προκειμένου να στεγασθεί εκεί το ιατρείο του υιού του. Κατά μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2001 ο δεύτερος κατηγορούμενος παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στον εγκαλούντα ότι η πρώτη των κατηγορουμένων, η οποία κατά τον χρόνο εκείνο ασκούσε το επάγγελμα της εργολάβου οικοδομών, ανήγειρε με το σύστημα της αντιπαροχής μία οικοδομή στην ανωτέρω περιοχή και ότι υπήρχε στην οικοδομή αυτή διαμέρισμα για την στέγαση του ιατρείου του υιού του. Επίσης ο ανωτέρω ανέφερε στον εγκαλούντα ότι η πρώτη κατηγορούμενη, λόγω προσωρινών οικονομικών δυσχερειών, αδυνατούσε να προχωρήσει τις οικοδομικές εργασίες και ότι θα έπρεπε αυτός (εγκαλών) να την διευκολύνει οικονομικά με ένα ποσό το οποίο θα αφαιρούνταν από το τίμημα που θα συμφωνούσαν. Μάλιστα ο δεύτερος κατηγορούμενος έφερε σε τηλεφωνική επικοινωνία τον εγκαλούντα και την πρώτη κατηγορουμένη, η οποία επιβεβαίωσε όσα είχε αναφέρει ο δεύτερος κατηγορούμενος στον εγκαλούντα. Προηγουμένως ο εγκαλών και οι δύο κατηγορούμενοι είχαν μεταβεί στην ανεγειρόμενη οικοδομή, η οποία ευρίσκετο, από πλευράς εργασιών, στο στάδιο του σκελετού. Έτσι πείσθηκε ο εγκαλών και εντός του μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 2001, μέσα στο κατάστημα του δευτέρου κατηγορουμένου κατέβαλε σ' αυτόν (δεύτερο κατηγορούμενο) το ποσό των 70000 Euro, προκειμένου αυτός (δεύτερος κατηγορούμενος) να το παραδώσει στην συγκατηγορούμενή του, και έλαβε από αυτόν (δεύτερο κατηγορούμενο) πέντε
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.