← Ελλάδα

ΑΠ 2136/2009 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Πλαστογραφία, Ε.Σ.Δ.Α

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2136 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Πλαστογραφία, Ε.Σ.Δ.Α.. Περίληψη: Χρήση Πλαστών εγγράφων - 216 παρ.1 ΠΚ. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Β', Η', Δ', Ε' ΚΠΔ και 6 ΕΣΔΑ λόγοι αναιρέσεως. Αβάσιμος και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13 περ. γ και 216 παρ. 1, 2 του ΠΚ (ΑΠ 806/2000). Απορρίπτει αίτηση. ΑΡΙΘΜΟΣ 2136/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμό 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Μήτση, περί αναιρέσεως της 7204/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καρατζογιάννη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τον από 24 Απριλίου 2009 πρόσθετο λόγο, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2023/2008. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, η δε χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της χρήσεως πλαστού εγγράφου, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η ύπαρξη πλαστού εγγράφου, ήτοι κατάρτιση εγγράφου εξ υπαρχής καταρτισθέντος από τρίτο, ή νοθευμένου γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοιωμένου κατά το περιεχόμενό του, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες μπορεί να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, δηλαδή είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 περ. γ' του ΠΚ, "έγγραφο είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός. Έγγραφο είναι και κάθε μέσο, το οποίο χρησιμοποιείται από υπολογιστή ή περιφερειακή μνήμη υπολογιστή, με ηλεκτρονικό, μαγνητικό ή άλλο τρόπο, για εγγραφή, αποθήκευση, παραγωγή ή αναπαραγωγή στοιχείων, που δεν μπορούν να διαβαστούν άμεσα, όπως επίσης και κάθε μαγνητικό, ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό στο οποίο εγγράφεται οποιαδήποτε πληροφορία, εικόνα, σύμβολο ή ήχος, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό, εφόσον τα μέσα και τα υλικά αυτά προορίζονται ή είναι πρόσφορα να αποδείξουν γεγονότα, που έχουν έννομη σημασία". Στην έννοια αυτή του εγγράφου περιλαμβάνεται τόσο το τηλεομοιότυπο (TELEFAX), που διαβιβάζεται σε σταθμό λήψεως με πιστή αναπαραγωγή, από απόσταση, κειμένων, σχεδίων ή εικόνων, με τη βοήθεια καταλλήλων τερματικών διατάξεων, όσο και το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου, στο οποίο απεικονίζεται (φωτογραφίζεται) το πρωτότυπο εγγράφου με τη χρησιμοποίηση κατάλληλης συσκευής. Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει πιστή αναπαραγωγή του πρωτοτύπου, με μηχανικό τρόπο, ενώ διαφέρουν κατά το ότι το φωτοτυπικό αντίγραφο αναπαράγεται από μία συσκευή (φωτοτυπικό μηχάνημα), ενώ το τηλεομοιότυπο αναπαράγεται, από απόσταση, αφού χρησιμοποιηθούν δύο συσκευές τηλεομοιοτυπίας, μία για τη μεταβίβαση και μία για τη λήψη, σε συνδυασμό με τηλεφωνική συσκευή. Επομένως, το γεγονός με έννομη σημασία, που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει το πρωτότυπο του εγγράφου, εμφανίζεται και στο πιστό τηλεομοιότυπο ή φωτοτυπικό αντίγραφο, έστω και αν δεν είναι επικυρωμένο και επομένως μπορεί να αποδειχθεί με αυτό. 'Ετσι και τα έγγραφα αυτά, παρ' ό,τι δεν είναι πρωτότυπα, είναι δυνατόν να καταστούν υλικό αντικείμενο πλαστογραφίας (κατάρτισης πλαστού ή νόθευσης) ή και χρήσεως πλαστού εγγράφου. Η δημιουργία εγγράφου με τη μέθοδο της φωτοτυπίας και η αλλοίωση, κατά τη φωτοτύπηση, στοιχείων του γνησίου εγγράφου συνιστά κατάρτιση νέου πλαστού εγγράφου, ενώ η χρήση ανεπικύρωτων φωτοτυπικών αντιγράφων εγγράφου, που έχει ήδη νοθευτεί, συνιστά ειδική μορφή χρήσεως πλαστού εγγράφου. Από την ίδια διάταξη του άνω άρθρου 13 περ. γ' ΠΚ συνάγεται ότι η αποδεικτική δύναμη του εγγράφου, με την πιο πάνω ευρεία έννοια δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη, με την αποδεικτική δύναμη που έχουν τα έγγραφα, ως μέσα αποδείξεως, κατά την πολιτική δικονομία και επομένως δεν είναι απαραίτητο να ερευνάται, αν είναι σύμφωνα με τους κανόνες της. Κατά συνέπεια στο χώρο του ποινικού δικαίου, το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου αποτελεί έγγραφο με την πιο πάνω έννοια, χωρίς να απαιτείται η, κατά το άρθρο 449 παρ. 2 ΚΠολΔ, βεβαίωση της ακριβείας του από αρμόδιο, κατά το νόμο, πρόσωπο.(ΑΠ 1230/2008). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά και στην κρίση για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, η οποία επίσης πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό, συνιστά έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, εκ της οποίας ιδρύεται ιδιαίτερος λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Β' του ΚΠοινΔ. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός, δεν είναι νόμιμος, ή δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που αναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε να διαλάβει στην απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολόγηση, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε απαράδεκτο μη νόμιμο ή αόριστο ισχυρισμό, ενώ αιτιολογία για τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, εμπεριέχεται από τα πράγματα, στην κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως αυτής το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αναφερόμενα σε αυτό κατ'είδος αποδεικτικά μέσα, (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και πολιτικής αγωγής, αναγνωσθέντα έγγραφα και πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης και απολογία του κατηγορουμένου), αποδείχθηκαν, τα ακόλουθα : "Ο κατηγορούμενος με την από 7-10-1997 αίτηση προς το Ειρηνοδικείο Αθηνών ζήτησε την έκδοση διαταγής πληρωμής κατά του Ψ, ήτοι ως αποδέκτη των τελευταίων

(9)συναλλαγματικών από 22-7-1994 ποσού 88000 δραχ. εκάστης, ήτοι συνολικά 792000 δρχ. Πράγματι εξεδόθη η υπ' αριθμ. 21600/8-10-1997 διαταγή πληρωμής η οποία επιδόθηκε προς τον καθού. Ο τελευταίος άσκησε την από 14/11/1997 ανακοπή κατά της ΔΠ στο Ειρηνοδικείο ΠΑΡΑΧΕΛΩΙΤΙΔΑΣ το οποίο εξέδωσε την 58/98 απόφαση και κατ' έφεση εξεδόθη η υπ' αριθ. 29/2002 απόφαση του Πολ. Πρωτ. Μεσολογγίου που έκρινε κατά τόπο αναρμόδιο το Ειρηνοδικείο της περιφερείας του. Εν συνεχεία η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση στο Ειρηνοδικείο Αθηνών με την από 18-6-2002 κλήση του κατηγορουμένου κατά την οποία ο ανωτέρω έκανε χρήση των επιδίκων εννέα συναλλαγματικών και επεδίωξε την απόρριψη της κρινόμενης ανακοπής. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 20/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε αυτή και ακύρωσε την 21600/1997 διαταγή πληρωμής. Κήρυξε πλαστά τα σώματα των εννέα συναλλαγματικών εκδόσεως 22-7-1994. Κατόπιν ασκηθείσης εφέσεως κατά της αποφάσεως αυτής εκδόθηκε η 1947/2005 απόφαση το Πολ. Πρωτ. Αθ. που απέρριψε την έφεση του ήδη κατηγορουμένου. Ειδικότερα αποδεικνύεται ότι στις 7-6-1994 ο ανακόπτων και ήδη πολιτικώς ενάγων, αποδέχθηκε μεταξύ των άλλων και εννέα συναλλαγματικές ποσού 88.000 δρχ. η κάθε μία, λήξης 30-11-1994, 30-12-1994, 30-1-1995, 28-2-1995, 30-3-1995, 30-4-1995, 30-5-1995, 30-6-1995 και 30-7-1995, οι οποίες μαζί με άλλες ένδεκα
(11)εκδόθηκαν την ημερομηνία αυτή από τον ..., έμπορο αυτοκινήτων, προς εξασφάλιση υπολοίπου οφειλομένου τιμήματος του υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας ..., που ο ανακόπτων αγόρασε από τον ως άνω έμπορο πληρεξούσιο και αντίκλητο του τελευταίου. Οι ως άνω 20 συναλλαγματικές φέρουν την ίδια υπογραφή του εγκαλούντους, που είναι η ίδια με αυτή που έχει τεθεί απ' αυτόν στο υπ' αριθ. 7136 συμβολαιογραφικό έγγραφο της Συμβ/φου Αθηνών Μαρίνας Μανούσακα Μαύρου πώλησης του ως άνω αυτοκινήτου αναφερόν δε αυτός ως τελευταίο οπισθογράφο τρίτο πρόσωπο, διαφορετικό από τον κατηγορούμενο. Οι ως άνω 20 συναλλαγματικές πληρώθηκαν κατά τη λήξη τους από τον εγκαλούντα και για το λόγο αυτό τα πρωτότυπά τους βρίσκονται στα χέρια του και επεδείχθησαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επίσης με την σε ανύποπτο χρόνο από 4-4-1996 δοθείσα υπεύθυνη δήλωση του ιδιοκτήτη του αγορασθέντος αυτοκινήτου, προκύπτει ότι έγινε εξόφληση του τιμήματος, με την καταβολή του ποσού των ως άνω συναλ/κών για την εκτέλεση της μεταβίβασης της κυριότητάς του στον εγκαλούντα. Όμως ο ως άνω ... εξέδωσε στις 22-7-1994 άλλες εννέα, τις ήδη επίδικες συναλλαγματικές ποσού 88.000 δρχ. η κάθε μία, για τις οποίες εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 21660/1997 διαταγή πληρωμής, θέσας στη θέση του αποδέκτη την υπογραφή του εγκαλούντος και στη θέση του εκδότη εκτός από τη δική του έντυπη σφραγίδα με υπογραφή και την έντυπη σφραγίδα της ... μαζί με την υπογραφή της, στη συνέχεια δε παρέδωσε τις ως άνω συν/κές στον κατηγορούμενο, προς κάλυψη μέρους του απαιτούμενου εκ μέρους του τελευταίου τιμήματος από συναλλαγές των, που κατέληξαν σε πλειστηριασμό ακινήτων της .... Μετά την επίδοση της διαταγής πληρωμής ο εγκαλών, μαζί με τον ..., που εξετάστηκε ως μάρτυρας στις 25-11-2002 ενώπιον δε Ειρηνοδικείου Αθηνών, ήρθαν στην ... σε επαφή με τον κατηγορούμενο, τον οποίο δεν γνώριζαν, ούτε είχαν κάποια συναλλαγή μαζί του και αφού του έδειξαν τις 20 συναλλαγματικές που ήταν πληρωμένες και ότι πλέον δεν οφείλει ο εγκαλών τίποτα στον ..., δέχθηκε τελικά ο κατηγορούμενος και επέστρεψε τις εννέα (επίδικες) συναλλαγματικές και ζήτησε μόνο 100.000 δρχ. για τα έξοδα (δικαστικά) που είχε κάνει. Ο εγκαλών τα κατέβαλε δίδοντας 50.000 δρχ. την ημέρα αυτή και 50.000 δρχ. απέστειλε μέσω ΕΛΤΑ, παρά το ότι δήλωσε ότι δεν οφείλει. Έκτοτε σε κάθε περίπτωση έλαβε γνώση ο κατηγορούμενος ότι οι συναλλαγματικές είναι πλαστές, της πλαστογραφίας γενομένης εκ μέρους του ... που είναι μεγάλος απατεώνας, όπως κατατίθεται υπό των μαρτύρων, πλην όμως παρά ταύτα έκανε και πάλι χρήση των ως άνω πλαστών εννέα συν/κών κατά τη δικάσιμο στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Αθηνών την 25/11/2002 κατά τη συζήτηση της ανακοπής. Υπέβαλε δε και μηνυτήρια αναφορά κατά του ήδη εγκαλούντος ο οποίος εδιώχθη για απάτη, πλην όμως κηρύχθηκε αθώος αυτής, με φερόμενο χρόνο τελέσεως την 7-11-1997 έως 13-11-1997, ότε κατά τα ανωτέρω παρεδόθησαν τα πρωτότυπα των (πλαστών) εννέα
(9)συναλλαγματικών όπως προκύπτει από την 39517/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών που αναγνώσθηκε. Ενόψει των ανωτέρω ο κατηγορούμενος αποδείχθηκε ότι έκανε χρήση των εννέα συναλλαγματικών καίτοι γνώριζε από το έτος 1997 τουλάχιστον ότι αυτές είναι πλαστές (κατόπιν της ως άνω συναντήσεως με τον εγκαλούντα), δηλ. είχε τεθεί σε αυτές χωρίς νόμιμο δικαίωμα η υπογραφή του ως άνω εγκαλούντα με σκοπό να παραπλανήσει το δικαστή του Ειρηνοδικείου Αθηνών και να εμφανίσει αυτές ως έγκυρα αξιόγραφα των οποίων αυτός ήτο νόμιμος (καλόπιστος) κομιστής εξ οπισθογραφήσεως ώστε να μη γίνει δεκτή η ανακοπή κατά της 21600/1997 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών. Τέλος πρέπει ενόψει προσβολής ως πλαστής της από 2-10-2008 εκθέσεως επιδόσεως του δικ. Επιμελητή Αθηνών ... με αριθμό 7819/2008 δια της οποίας επιδόθηκε στον κατηγορούμενο γνωστοποίηση μαρτύρων πολιτικής αγωγής από 29-9-2008, ως προς τον φερόμενο ως μάρτυρα κατά τη θυροκόλληση ..., δικ. Επιμελητή, ... και κατονόμασε ως πλαστογράφο αυτής το δικαστικό επιμελητή ..., πρέπει κατ' άρθρο. 38, 338 ΚΠΔ να σταλεί επίσημο αντίγραφο της απόφασης αυτής, ως και επίσημο αντίγραφο της προσβαλλομένης εκθέσεως επιδόσεως στον αρμόδιο Εισαγγελέα ποινικής διώξεως για τις νόμιμες ενέργειες". Ακολούθως, το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, ένοχο, σε βαθμό πλημμελήματος χρήσης πλαστών εγγράφων και δη εννέα αντιγράφων συναλλαγματικών στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, κατά την εκδίκαση σε βάρος του της από 14-11-1997 ανακοπής του εγκαλούντος - πολιτικώς ενάγοντος Ψ, φερομένου δήθεν ως αποδέκτου των άνω πλαστών συναλλαγματικών και στη συνέχεια το Δικαστήριο του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλεν επί τριετία. Με βάση τα προεκτεθέντα και τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. γ, 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 216 παρ.1, 2 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσεως. Αναφέρονται δε στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των διωκόμενου εγκλήματος της χρήσεως πλαστών εγγράφων, ήτοι ότι αυτός προσκόμισε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών φωτοαντίγραφα των εν λόγω πλαστών εννέα συναλλαγματικών, αποδοχής δήθεν του ανακόπτοντος πολιτικώς ενάγοντος, ισχυριζόμενος, με την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής ότι είναι νόμιμος από οπισθογράφηση κομιστής και δικαιούχος εισπράξεως της ενσωματωμένης στους τίτλους αυτούς απαιτήσεως, εν γνώσει του περί της πλαστότητας και του ότι τα πρωτότυπα που κατέχει τρίτος είναι πλαστά ως προς την υπογραφή του αποδέκτου αυτών πολιτικώς ενάγοντος και με σκοπό παραπλανήσεως του δικάζοντος Ειρηνοδίκη για γεγονός που έχει έννομη συνέπεια ήτοι περί της γνησιότητος των συναλλαγματικών και παράνομου οφέλους του ιδίου, με ζημία του καθού η διαταγή πληρωμής - ανακόπτοντος, πράγμα που ήταν δυνατόν να γίνει, αφού, όπως εκδόθηκε βάσει των προσκομισθέντων πλαστών αυτών αντιγράφων από τον Ειρηνοδίκη η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, έτσι υπήρχε η δυνατότητα παραπλανήσεως του Ειρηνοδίκη και κατά την εκδίκαση της ανακοπής, ότε έγινε η χρήση των πλαστών αντιγράφων των συναλλαγματικών, χωρίς να είναι αναγκαίο για την πραγμάτωση του αδικήματος και να παραπλανηθεί τελικά ο Ειρηνοδίκης. (ΑΠ 806/2000), β) αιτιολογείται επαρκώς ότι ο κατηγορούμενος πριν προβεί σε χρήση των άνω εννέα αντιγράφων πλαστών συναλλαγματικών, έλαβε γνώση από το 1997 ότι αυτές είναι όλες πλαστές και του ονόματος του πλαστογράφου, (...), ο οποίος και τις παρέδωσε σε αυτόν, αλλά παρά ταύτα προέβη σε χρήση αυτών, με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστή και εκδώσει ευνοϊκή γιαυτόν απόφαση επί της ανακοπής και επικυρώσει τη διαταγή πληρωμής, γ) ορθά ερμηνεύθηκε η διάταξη του άρθρου 13 περ. γ του ΠΚ και θεωρήθηκαν έγγραφα οι πιο πάνω πλαστές εννέα συναλλαγματικές, που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο από τον κατηγορούμενο σε φωτοτυπικό αντίγραφο και όχι σε πρωτότυπο, αφού και τα φωτοτυπικά αντίγραφα αυτών, ως έχοντα αποδεικτική δύναμη και κατά του ΚΠολΔ ήταν πρόσφορα να αποδείξουν την ύπαρξη χρέους σε βάρος του αποδέκτου αυτών εγκαλούντος και να καταστούν υλικό αντικείμενο της αξιόποινης πράξεως της χρήσεως πλαστών εγγράφων, γ), αιτιολογείται επαρκώς, ο τρόπος με τον οποίο ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος έδρασε στην τέλεση της πράξεως της χρήσεως πλαστών εγγράφων, δ) Ιδιαίτερη αιτιολογία υπάρχει και όσον αφορά το δόλο, ήτοι τη γνώση αυτού περί της πλαστότητας των χρησιμοποιηθέντων αντιγράφων των άνω εννέα συναλλαγματικών που παρέλαβε από τον πλαστογραφήσαντα αυτές, εκδότη ... και τον επιδιωκόμενο σκοπό με τη χρήση αυτών στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, συνιστάμενο στην παραπλάνηση του δικάζοντος Ειρηνοδίκη και την απόρριψη της κατ'αυτού ανακοπής κατά της με αριθ. 21660/1997 διαταγής πληρωμής σε βάρος του ανακόπτοντος για το συνολικό ποσό του 1.632.500 δραχμών, που επεδίωκε να εισπράξει σε βάρος της περιουσίας του πολιτικώς ενάγοντος, ε) το Δικαστήριο, δε διέταξε μεν, όπως ζήτησε ο κατηγορούμενος, την προσκόμιση των πρωτοτύπων των επιδίκων εννέα πλαστών συναλλαγματικών, πλην ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας ή έλλειψη ακροάσεως επήλθε, καθόσον η αναγκαιότητα ή μη ενός επικαλούμενου αποδεικτικού στοιχείου προς ανακάλυψη της αλήθειας, ανάγεται στην ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, όλοι οι συναφείς λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Α, Β, Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ,(2ος, 3ος, 6ος, 8ος, 9ος, 18ος, 19ος, 20ος και 21ος), με τους οποίους ειδικότερα προβάλλεται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 216 του ΠΚ και ιδία ότι δε στοιχειοθετείται το εν λόγω αδίκημα, λόγω μη προσφορότητας των χρησιμοποιηθέντων φωτοαντιγράφων των πλαστών συναλλαγματικών προς παραπλάνηση του Ειρηνοδίκη, επίσης και οι αιτιάσεις για ακυρότητα της διαδικασίας, για έλλειψη ακροάσεως, για ελλιπή, ασαφή και αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του ΠΚ, για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 14 του ΔΣΑΠΔ, 20 και 28 του Συντάγματος, καθώς και για εκ πλαγίου παράβαση των ιδίων διατάξεων και έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όλες οι λοιπές, σε σχέση, με τους ίδιους λόγους αναιρέσεως αιτιάσεις, πλήττουν εμμέσως και συγκαλυμμένα, την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι εκ τούτου απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά το άρθρο 171 παρ. 1δ' ΚΠοινΔ και 6 της ΕΣΔΑ και 14 του ΔΣΑΠΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 423 του ΚΠοινΔ, ορίζεται ότι εκείνος που διευθύνει τη συνεδρίαση ανακοινώνει στον κατηγορούμενο τα δικαιώματά του να ζητήσει αναβολή της δίκης και το διορισμό συνηγόρου υπερασπίσεως. Όμως η άνω διάταξη ισχύει μόνον επί εκδικάσεως πλημμελημάτων κατά την αυτόφωρη διαδικασία των άρθρων 417 επόμ. ΚΠοινΔ και όχι στη διαδικασία της προκείμενης κατ' έφεση δίκης. Συνεπώς, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, από το ότι ο πρόεδρος του Δικαστηρίου, μετά την απαγγελία της κατηγορίας, δεν του ανακοίνωσε τα κατά το άρθρο 423 ΚΠοινΔ δικαιώματα αυτού να ζητήσει αναβολή της δίκης και να διορίσει συνήγορο υπερασπίσεως και έτσι ο σχετικός 4 ος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ.1, 174 παρ.2, 320 παρ. 2 (όπως η παράγραφος αυτή αναριθμήθηκε με το άρθρο 2 παρ.15 του Ν. 2408/1996), 321 παρ.1 στοιχ. δ', ε' και 4 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα συντάσσεται σε δύο αντίτυπα, από τα οποία το ένα επιδίδεται στον κατηγορούμενο και καλείται με αυτό στο ακροατήριο και το άλλο επισυνάπτεται στη δικογραφία κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, πρέπει δε να περιέχει, μεταξύ άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό της πράξεως για την οποία κατηγορείται, μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα, που εξέδωσε το κλητήριο θέσπισμα. Διαφορετικά υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται, αν, εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη, εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδό της. Αν δεν καλυφθεί η ακυρότητα αυτή, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ. Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και προβλέπει την απειλούμενη ποινή. Η υπογραφή του εισαγγελέα στο αντίτυπο του κλητηρίου θεσπίσματος που επιδίδεται στον κατηγορούμενο μπορεί να τεθεί και με μηχανικό μέσο, δεδομένου ότι "το αντίτυπο" που επιδίδεται στον κατηγορούμενο δεν είναι τίποτε άλλο παρά πανομοιότυπο αντίγραφο του πρωτοτύπου εγγράφου, σύμφωνα και με την έννοια της λέξης "αντίτυπο" που χρησιμοποιείται στο νόμο. Άλλωστε η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 321 εδ. ε' ΚΠοινΔ απαιτεί απλώς την υπογραφή του εισαγγελέα και όχι την ιδιόχειρη τοιαύτη. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, ο αναιρεσείων είχε προτείνει, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό, ενστάσεις ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και ακυρότητα της εκθέσεως επιδόσεως αυτού προς αυτόν, τις οποίες, μετά την απόρριψή τους με την πρωτόδικη απόφαση, επανέφερε με λόγο εφέσεως ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και διατύπωσε εκ νέου και ενώπιον αυτού, αλλά με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκαν, με την παρακάτω αιτιολογία: "Κατόπιν εγκλήσεως του Ψ, ασκήθηκε ποινική δίωξη την 18-6-2005 κατά του κατηγορουμένου, κατόπιν παραγγελίας από 15-4-2005 του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών για χρήση πλαστού εγγράφου κατ' άρθρ. 216 παρ. 2 Π.Κ. Στον ως άνω κατηγορούμενο επιδόθηκε, όπως και στον αντίκλητο του δίκηγόρο, σύμφωνα με τα άρθ. 245, 320 και 321 Κ.Π,Δ. αντίγραφο του υπ' αριθμ. 53819/28-12-2005 κλητηρίου θεσπίσματος, στο οποίο αναφέρονται όλα τα τυπικά και ουσιαστικά στοιχεία της διωκόμενης πράξεως, του χρόνου τελέσεως αυτής (25-11-2002) και του προβλέποντος αυτήν την πράξη άρθρα (αρ. 1, 14, 26παρ. 1α, 27 παρ. 1, 53, 216 παρ. 2-1 Π.Κ.), φέρει δε νομίμως υπογραφή της εκδοσάσης από Εισαγγελέα δια μηχανικού μέσου. Ήτοι δεν πάσχει τούτο από ακυρότητα αφού περιέχονται όλα τα αναγκαία για την εγκυρότητα του στοιχεία, σύμφωνα με το αρθρ. 321 ΚΠΔ, η δε υπογραφή του Εισαγγελέως με μηχανικό μέσο δεν επιφέρει ακυρότητα αυτού. Επίσης το ως άνω κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε νομίμως στον κατηγορούμενο όπως προκύπτει από το από 19-1-2006 αποδεικτικό επιδόσεως της επιμελητρίας Δικαστηρίων ..., για τη δικάσιμο της 27-2-2006 και λόγω του ότι όπως αναφέρεται σ' αυτό, δεν ανευρέθη στην κατοικία του (...) έγινε νομίμως κατ' άρθρ. 155 ΚΠΔ θυροκόλληση του κλητηρίου θεσπίσματος παρουσία του μάρτυρος ... (δικ. Επιμελητή) κατοίκου .... Νομίμως επίσης έγινε επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος στον αντίκλητο δικηγόρου του, όπως προκύπτει από το από 4-1-2006 αποδεικτικό επιδόσεως του ..., επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών και λόγω μη ανευρέσεως αυτού στην δηλωθείσα διεύθυνση κατοικίας του, όπως και άλλων συνοίκων, έγινε θυροκόλληση του κλητηρίου θεσπίσματος παρουσία της μάρτυρος .... Επομένως ετηρήθη "νόμιμη προδικασία" και δεν πάσχει ακυρότητας η προδικασία της εκδικάσεως για την εισαγωγή της υποθέσεως στο ακροατήριο (αρθρ. 320, 321 ΚΠΔ) και επομένως είναι απορριπτέες οι σχετικές ενστάσεις, αφού περιέχεται το αρθρ. 155 ΚΠΔ που προσδιορίζει τη διαδικασία επιδόσεως, σε πρόσωπο γνωστής διαμονής. Περαιτέρω κατ' αρθρ. 111 παρ. 3 Π.Κ. τα πλημ/τα παραγράφονται μετά πέντε έτη, κατά το άρθρο 112 ΠΚ ο χρόνος αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, ενώ κατά το άρθρο 113 ΠΚ η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρόνο σύμφωνα με διάταξη νόμου δεν μπορεί να αρχίσει ή να εξακολουθήσει η ποινική δίωξη, η οποία δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από τρία
(3)έτη για τα πλημ/τα. Εν προκειμένω χρόνος τελέσεως φέρεται η 25-11-2002 και η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος έγινε στις 19-1-2006, οπότε επήλθε αναστολή και έως το χρόνο συζητήσεως της κρινόμενης εφέσεως (29-10-2008) δεν έχει παρέλθει η ως άνω 8ετία (5+3 έτη) επομένως η ένσταση παραγραφής είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Νομίμως επίσης παρίσταται ο ως άνω Ψ, ως πολιτικώς ενάγων αφού αυτός είναι αμέσως εκ της πράξεως παθών κατ' άρθρ. 63 ΚΠΔ, 914, 932 ΑΚ". Σύμφωνα με τις άνω παραδοχές και αφού με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, αρκεί, για το κύρος του κλητηρίου θεσπίσματος, η επίδοση και αντιγράφου - αντιτύπου αυτού, στον κατηγορούμενο, η δε υπογραφή του εισαγγελέα μπορεί να τεθεί και με μηχανικό μέσο, χωρίς να επάγεται καμία εκ τούτου ακυρότητα (ΑΠ 1464/2006), το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο σύννομα, με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 245,320, 321, 155 επομ. και με επαρκή αιτιολογία, απέρριψε τους ως παραπάνω προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δεχθέν ότι είναι έγκυρο το επιδοθέν στον κατηγορούμενο κλητήριο θέσπισμα, ότι είναι έγκυρο το από 19-1-2006 αποδεικτικό επιδόσεως της επιμελήτριας των Δικαστηρίων ..., περιέχοντος όλα τα αναγκαία τυπικά στοιχεία και συντρεχουσών των νομίμων προϋποθέσεων επιδόσεως στον κατηγορούμενο με θυροκόλληση, με παρουσία της μάρτυρος .... Περαιτέρω, αφού κρίθηκε ως άνω νόμιμη η επίδοση του ως άνω κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο στις 19-1-2006, επήλθεν αναστολή της κύριας διαδικασίας, κατά το άρθρο 113 του ΠΚ, επί τριετία, με χρόνο τελέσεως του εν λόγω πλημμελήματος την 25-11-2002 και επομένως ορθά και με ειδική ως άνω αιτιολογία το Δικαστήριο της ουσίας, απέρριψεν ως αβάσιμο την προβληθείσα ένσταση παραγραφής. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α, Β, Δ και Η ΚΠοιν, λόγοι αναιρέσεως (9ος, 10ος,11ος, 12ος, 13ος, 14ος, 16ος, 17ος και 18ος), που προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα για ακυρότητα που επήλθε κατά τα παραπάνω κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε, για υπέρβαση εξουσίας και για αναιτιολόγητη απόρριψη των άνω ισχυρισμών του, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.2 ΚΠοινΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 34 παρ.3 του ν.2172/1993, απόλυτη ακυρότητα, η οποία λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 63,64 και 68 του ίδιου Κώδικα, η πολιτική αγωγή ασκείται από εκείνον που έχει το σχετικό δικαίωμα κατά το αστικό δίκαιο και αν είναι ανίκανος προς δικαιοπραξία από το νόμιμο αντιπρόσωπό του. Παράνομη δε είναι η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο, όταν υπάρχει έλλειψη ως προς το χρόνο και τον τρόπο ασκήσεώς της ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου ή ως προς την ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του δικαιούχου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 68 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, αυτός που δικαιούται χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης κατά τον Αστικό Κώδικα, μπορεί να υποβάλει την απαίτησή του ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου μέχρι να αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία. Η μετά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο ποινικό Δικαστήριο δήλωση και παράσταση πολιτικής αγωγής ως και εκείνη που γίνεται για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο είναι ανεπίτρεπτη και αν δεν απορριφθεί και δεν αποβληθεί ο πολιτικώς ενάγων πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία θεμελιώνει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την πρωτοβάθμια με αριθ. 64820/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας λόγου αναιρέσεως, πρωτοδίκως παρέστη ως πολιτικώς ενάγων ο Ψ, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την επίμαχη αξιόποινη πράξη της χρήσης πλαστών εγγράφων και δη εννέα αντιγράφων συναλλαγματικών στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, κατά την εκδίκαση σε αυτό ανακοπής αυτού κατά του κατηγορουμένου κομιστή από οπισθογράφηση, υπερού είχεν εκδοθεί διαταγή πληρωμής, σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος, ως δήθεν αποδέκτου των πλαστών αυτών συναλλαγματικών και επιδικάστηκε χρηματική ικανοποίηση ποσού 40 ευρώ. Κατά την εκδίκαση εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως, όπως προκύπτει από την επισκοπούμενη προσβαλλόμενη 7204/2008 απόφαση του σε δεύτερο βαθμό δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο ίδιος ως άνω πολιτικώς ενάγων, δήλωσε παράσταση και παρέστη ως πολιτικώς ενάγων κατά του εναγομένου κατηγορουμένου και δήλωσε ότι ζητεί να υποχρεωθεί να του καταβάλει ο κατηγορούμενος 40 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που του προκάλεσε το αδίκημα. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παρά την προβληθείσα ένσταση του κατηγορουμένου, για αποβολή της πολιτικής αγωγής, για τους λόγους ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι ο πλαστογράφος, αλλά διώκεται μόνο για χρήση των πλαστών συναλλαγματικών, ο δε πολιτικώς ενάγων δεν είναι άμεσα ζημιωθείς από το αδίκημα αυτό και δε νομιμοποιείται ενεργητικά σε άσκηση πολιτικής αγωγής, με την προεκτεθείσα επαρκή αιτιολογία, απέρριψε την άνω ένσταση κατ'ουσία, δέχθηκε την άνω παράσταση πολιτικής αγωγής, ως νόμιμη και επιδίκασε στον πολιτικώς ενάγοντα χρηματική ικανοποίηση ποσού 40 ευρώ. Έτσι που ασκήθηκε η δήλωση πολιτικής αγωγής ήταν σύννομη, ορθά κρίθηκε ότι ο πολιτικώς ενάγων ως αμέσως από το εν λόγω αδίκημα παθών, νομιμοποιείται ενεργητικά να παρασταθεί και δεν αποβλήθηκε από την ποινική διαδικασία και οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγοι αναιρέσεως (1ος και 15ος), με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. β' του Κ.Ποιν.Δ., στην κατ' έφεση δίκη, εάν εμφανισθεί ο εκκαλών και αρχίσει η συζήτηση, το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει, εκτός από τους μάρτυρες που κλητεύθηκαν και άλλους μάρτυρες, αν είναι παρόντες στο ακροατήριο, ύστερα από αίτηση του εισαγγελέα ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, ανεξάρτητα αν τα ονόματά τους γνωστοποιήθηκαν ή μη, ή αν εξετάσθηκαν ή όχι στην πρωτόδικη δίκη. Μόνο αν ο κατηγορούμενος εναντιωθεί στην εξέταση τέτοιων μαρτύρων και το Δικαστήριο αρνηθεί να τον ακούσει ή παραλείψει ν' αποφανθεί, επέρχεται απόλυτη, κατ' άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠοινΔ, ακυρότητα της διαδικασίας. Η εξέταση δε στο ακροατήριο μάρτυρα, που δεν γνωστοποιήθηκε στον κατηγορούμενο προ πέντε τουλάχιστον ημερών, κατά το άρθρο 326 παρ. 1,2 του ΚΠοινΔ, δημιουργεί σχετική από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β του ΚΠοινΔ ακυρότητα, η οποία καλύπτεται αν δεν προταθεί εγκαίρως σύμφωνα με τα άρθρα 173 παρ. 1 και 174 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα. Η γνωστοποίηση αυτή πρέπει να είναι και νομότυπη, αποδεικνύεται με προσαγωγή σχετικού αποδεικτικού επιδόσεως, αν δε προβληθεί ακυρότητα της γνωστοποιήσεως το Δικαστήριο κρίνει και το ζήτημα αυτό παρεμπιπτόντως. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ο συνήγορος του πολιτικώς ενάγοντος ζήτησε προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας κατά την 29-10-2008, την εξέταση και μαρτύρων πολιτικής αγωγής, με κατάλογο που έχει ήδη νόμιμα γνωστοποιήσει στον κατηγορούμενο, με την στη δικογραφία υπάρχουσα με αριθ. 7819/2-10- 2008 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή .... Ο κατηγορούμενος, όμως σαφώς αντέλεξε στην εξέταση των μαρτύρων πολιτικής αγωγής, δηλώσας ότι η άνω έκθεση επιδόσεως της προς αυτόν γνωστοποιήσεως μαρτύρων είναι πλαστή, γιατί η έκθεση αυτή συνετάγη χωρίς την παρουσία του αναγραφομένου σε αυτή δευτέρου μάρτυρος ..., κατονόμασε δε ως πλαστογράφο τον επιδόσαντα .... Το Δικαστήριο στη συνέχεια, μετά πρόταση του εισαγγελέα της έδρας να εξετάσει τους γνωστοποιηθέντες ως άνω μάρτυρες πολιτικής αγωγής, προχώρησε στην εξέταση δύο από αυτούς που βρέθηκαν παρόντες. Το Δικαστήριο ορθά προχώρησε στην εξέταση των άνω μαρτύρων πολιτικής αγωγής, χωρίς ειδικότερη αιτιολόγηση, απορρίψαν σιωπηρώς τις αντιρρήσεις του κατηγορουμένου, καθόσον ο αντιλέξας κατηγορούμενος προέβαλε αορίστως τον άνω περί πλαστότητας της εκθέσεως επιδόσεως ισχυρισμό, αφού δεν επεκαλείτο τα αποδεικτικά της πλαστότητας μέσα (έγγραφα και μάρτυρες) και ουδεμία ακυρότητα εκ τούτου επήλθε. Ούτε επίσης δημιουργείται ακυρότητα εκ του γεγονότος ότι δεν αναγνώσθηκε η άνω έκθεση επιδόσεως, αφού ο άνω περί πλαστότητας αυτής ισχυρισμός προβλήθηκε αορίστως. Επομένως οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, ( 5 ος, 6 ος και 7 ος), με τους οποίους ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος προβάλλει την αιτίαση, ακυρότητας της διαδικασίας γιατί δεν αναγνώσθηκε η άνω έκθεση επιδόσεως του καταλόγου των μαρτύρων της πολιτικής αγωγής και για έλλειψη ακροάσεως, γιατί μετά ταύτα εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, παρά τις αντιρρήσεις του, μάρτυρες του πολιτικώς ενάγοντος που δεν γνωστοποιήθηκαν σε αυτόν νομίμως, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι. Τέλος, κατά το άρθρο 17 κεφ. Β του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίου και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Ν. 1756/1988) σε όσα εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δέκα πέντε
(15)τουλάχιστον δικαστών, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση (παρ. 1). Ο πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου που διευθύνει το εφετείο καταρτίζει πίνακα ο οποίος περιλαμβάνει κατ' αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα των νεώτερων προέδρων εφετών και των αρχαιότερων εφετών, από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των τριμελών εφετείων (παρ. 3). Η μη τήρηση της διαδικασίας αυτής συνεπάγεται ακυρότητα που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης (παρ. 10). Στην προκείμενη περίπτωση με τον από 24-4-2009 πρόσθετο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναγράφεται μεν η σύνθεση του δικάσαντος Δικαστηρίου (Τριμελούς Εφετείου Αθηνών), αλλά ενώ προήδρευσε ο εφέτης Δημήτριος Γεώργας, δεν αναφέρεται στην απόφαση ότι κωλύονταν οι πρόεδροι εφετών του Εφετείου και οι αρχαιότεροι του άνω δικαστή εφέτες, ούτε και η πράξη του Αρεοπαγίτη Δικαστή που διευθύνει το Τριμελές Συμβούλιο του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτός (προεδρεύων εφέτης) ορίστηκε ως αναπληρωτής των κωλυομένων προέδρων εφετών και των αρχαιοτέρων του εφετών, με αποτέλεσμα οι παραλείψεις αυτές να δημιουργήσουν κακή σύνθεση του δικάσαντος Δικαστηρίου και κατά συνέπεια λόγο αναιρέσεως για ακυρότητα της διαδικασίας από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και 171 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠοινΔ. Όμως, εκτός από το ότι στο Εφετείο Αθηνών, δεδομένου ότι προβλέπεται σε αυτό οργανικός αριθμός μεγαλύτερος των δέκα πέντε
(15)δικαστών, σύμφωνα με το νόμο, η σύνθεση των δικαστών των ποινικών Δικαστηρίων γίνεται με κλήρωση και δεν υπάρχει υποχρέωση να αναγράφεται τούτο στην απόφαση ούτε εκδίδεται πράξη του διευθύνοντος το Δικαστήριο και επομένως δεν ιδρύεται οποιοσδήποτε λόγος αναιρέσεως, η παράβαση των διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 2 έως και 8 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίου και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Ν.1756/1988) συνεπάγεται ακυρότητα που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υποθέσεως (παρ. 10). Τέτοια όμως πρόταση ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται ούτε από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι προβλήθηκε. Επομένως ο σχετικός ως άνω πρόσθετος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. (ΑΠ 327/2006,867/07). Συνεπώς, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως μετά του προσθέτου λόγου αυτής, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5-12-2008 αίτηση του Χ και τον από 24-4-2009 πρόσθετο λόγο αυτής, για αναίρεση της με αριθμό 7204/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος ποσού πεντακοσίων
(500)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Νοεμβρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.