← Ελλάδα

ΑΠ 2137/2007 — Επανάληψη διαδικασίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2137 / 2007 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Επανάληψη διαδικασίας. Προϋπό-θεση για το παραδεκτό της αίτησης, είναι το αμετάκλητο της απόφασης της οποίας ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας. Δεν καθίσταται αμετά-κλητη η ερήμην εκδοθείσα πρωτόδικη απόφαση χωρίς προηγούμενη επίδοση αυτής στον δικαιούμενο να ασκήσει το ένδικο μέσο της έφεσης και της αναίρεσης. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση διότι δεν αποδεικνύεται η επίδοση στην δικαιούμενη ν’ ασκήσει έφεση και αναίρεση κατηγορούμενη της εκδοθείσας ερήμην της, πρωτόδικης από-φασης Αριθμός 2137/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αιτούσας Χ1 που παρέστη στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σαραντόπουλο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την με αριθμό 4490/1993 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και η αιτούσα ζητά τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Ιουνίου 2006 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1033/

  1. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 401/22.9.2006 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Δικαστήριό σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, την από 8-6-2006 (ημερομηνία καταθέσεως) αίτηση της Χ1 με την οποία επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ΄αριθμ. 4490/1993 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών δια της οποίας καταδικάστηκε η αιτούσα σε φυλάκιση 10 μηνών για συκοφαντική δυσφήμιση κατ΄εξακολούθηση και εκθέτω τα εξής:Ι. Επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επιτρέπεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται περιοριστικά, στο άρθρο 525 παρ. 1 ΚΠΔ και αν μετά την οριστική καταδίκη κάποιου απεκαλύφθησαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως "κάνουν φανερό", ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις είναι εκείνες που δημιουργήθηκαν μεταγενέστερα, καθώς και εκείνες που, αν και υπήρχαν δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και για το λόγο αυτό ήταν άγνωστες στους δικαστές που δίκασαν, την κρίση του δε ότι πρόκειται για νέες αποδείξεις ή γεγονότα, με την πιο πάνω έννοια, σχηματίζει το δικαστήριο που δικάζει την αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης και τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων συμπληρωματικές ή τροποποιητικές εκείνων οι οποίες τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, νέα έγγραφα κλπ, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες μόνες ή σε συνδυασμό με αυτές που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο να κάνουν φανερό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος. Η φράση "κάνουν φανερό" αποτελεί μεταφορά στη δημοτική γλώσσα του κειμένου του άρθρου 525 ΚΠΔ στην καθαρεύουσα, όπου η αντίστοιχη φράση ήταν "καθιστούν πρόδηλο", η οποία είχε ερμηνευθεί ότι είχε την έννοια ότι τα νέα στοιχεία πρέπει "να εγγίζουν την βεβαιότητα", περί της αθωότητας (ΑΠ 1546/1984 Ποιν. Χρον. ΛΕ΄ σελ. 491). Επομένως η υπό κρίση αίτηση, για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την 4490/1993 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου, στηριζόμενη σε νέα γεγονότα και αποδείξεις που αποκαλύφθηκαν μετά την καταδίκη της αιτούσας και οι οποίες φέρονται ότι καθιστούν φανερό, ότι η αιτούσα καταδικάστηκε άδικα, ενώ ήταν αθώα, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά τα άρθρα 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ και πρέπει να εξετασθεί στην ουσία. ΙΙ. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την 4490/1993 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που ήδη έχει καταστεί αμετάκλητη, η αιτούσα καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως 10 μηνών για συκοφαντική δυσφήμηση κατ΄εξακολούθηση. Συγκεκριμένα κηρύχθηκε ένοχος του ότι : Στην Αθήνα με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος διέδωσε ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλο γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή του, το γεγονός δε αυτό ήταν ψευδές και αυτό το γνώριζε. Συγκεκριμένα: α) Κατά τα μέσα ...., σε ημερομηνία που δεν προσδιορίστηκε επακριβώς διέδωσε ενώπιον του Μ2, Ζ1 , Μ1 για τον παθόντα Σ1 ότι "αυτός με την αδελφή του Θ1, το σύζυγό της ..... και ένα ακόμη άτομο με το όνομα ..... ήταν σε ταβέρνα στο Χαλάνδρι. Αμέσως πριν από το τροχαίο ατύχημα της ... κατά το οποίο σκοτώθηκε η Θ1 που επέβαινε, στο ίδιο αυτοκίνητο και στο οποίο επέπεσε το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ζ1 ". Επίσης ότι "ο παθών ομολόγησε στη νύφη του Ν1 και στις ανιψιές του ..... και ..... ότι έφταιγε εξ ολοκλήρου για το ατύχημα αυτό". β) Κατά τα μέσα Ιανουαρίου 1990 και σε ημερομηνία που δεν προσδιορίσθηκε επακριβώς διέδωσε ενώπιον των Μ2 και Ζ1 εκτός των παραπάνω υπό στοιχ. α΄ και ότι, ο παθών "έχει προκαλέσει στο παρελθόν και άλλα ατυχήματα με το αυτοκίνητο με σοβαρότερο ένα στην Αμφιθέα πριν από λίγα χρόνια γιατί είναι απρόσεκτος οδηγός". ΄Όλα τα παραπάνω ήταν ψευδή, η ίδια τα γνώριζε και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή του μηνυτή. Προκειμένου το Δικαστήριο να καταλήξει στην κατά πλειοψηφία καταδικαστική κρίση του δέχθηκε τα εξής: Ο εγκαλών και η κατηγορουμένη είναι σύζυγοι εκ νομίμου γάμου, τελεσθέντος το έτος
  2. Αμφότεροι είναι δικαστικοί λειτουργοί, ο μεν εγκαλών Εφέτης, η δε κατηγορουμένη Ειρηνοδίκης. Ο γάμος τους δεν είχε ευτυχή κατάληξη και από του έτους 1988 τελούν εις διάσταση. Εκ του γάμου τους έχουν αποκτήσει ένα θήλυ τέκνο το οποίο κατά τον κρίσιμο χρόνο ετέλει υπό την επιμέλεια της κατηγορουμένης μητρός του ενώ ο εγκαλών ήσκει δικαίωμα επικοινωνίας. Την ... ημέρα Κυριακή ο εγκαλών ήσκησε το δικαίωμα της επικοινωνίας και επέστρεψε το τέκνο του εις την κατηγορουμένη περί την 12η νυχτερινή ώρα. Η μετάβασή του εις την οικία της κατηγορουμένης εις το .... εγένετο δια του ιδιωτικού του αυτοκινήτου εις το οποίο επέβαιναν επίσης και η αδελφή του Θ1 με τον σύζυγό της .... Ούτοι παρέμειναν εις το αυτοκίνητο και τον ανέμειναν να επιστρέψει. Ο εγκαλών, αφού παρέμεινε επί τι χρονικό διάστημα εις την οικία της κατηγορουμένης, πλησίον του τέκνου του, αναχώρησε και επέστρεψε εις το αυτοκίνητο, προκειμένου να επιστρέψουν όλοι μαζί εις την οικία τους. Εγγύτατα της οικίας της κατηγορουμένης εις μία διασταύρωση, περί ώρα 1.00 της ..... ο εγκαλών υπέστη οδικό ατύχημα (σύγκρουση) με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό της αδελφής του Θ1 η οποία, μετά από ολιγοήμερο νοσηλεία, απεβίωσε. Η κατηγορουμένη επληροφορήθη το συμβάν την επομένη και ανεζήτησε τον εμπλακέντα εις το ατύχημα έτερο οδηγό και επεδίωξε να συναντηθεί μετ΄αυτού. Πράγματι περί τα μέσα ...., ανεύρε τον Ζ1 και τον επισκέφθη εις την οικία του εις ..... Κατά την επίσκεψή της εκεί ήσαν παρόντες, πλην του Ζ1 και η σύζυγός του Μ1 η μητέρα της και ο Μ2 γνώριμος και συνεργάτης του Ζ1 . Η κατηγορουμένη ενώπιον όλων των ανωτέρω προσώπων, αφού εδήλωσε την ιδιότητά της ως Ειρηνοδίκου και συζύγου του εγκαλούντος, ανέφερε μεταξύ άλλων ότι ο εν λόγω σύζυγός της, κατά την προηγηθείσα του ατυχήματος εσπέρα ευρίσκετο εις ταβέρνα του Χαλανδρίου, μαζί με την αποβιώσασα αδελφή του και τον γαμπρό του, καθώς και κάποιου φίλο τους ονόματι ..... επίσης δε ισχυρίσθη ότι ο εγκαλών ομολόγησε εις την νύφη του Ν1 και τις ανεψιές του ..... και ..... πως ήτο εξ ολοκλήρου υπαίτιος δια το ατύχημα, όπως της είπε (της κατηγορουμένης) κάποια από αυτούς. Βραδύτερα, περί τα μέσα Ιανουαρίου 1980 οι Ζ1 και Μ2 επισκέφθηκαν την κατηγορουμένη εις την οικία της, η δε κατηγορουμένη επανέλαβε προς αυτούς όλους τους ανωτέρω ισχυρισμούς, επί πλέον δε τους ανέφερε ότι ο εγκαλών έχει προκαλέσει εις το παρελθόν και άλλα ατυχήματα με το αυτοκίνητο, με σοβαρότερο ένα εις την Αμφιθέα πριν λίγα χρόνια, διότι είναι απρόσεκτος οδηγός. Την 31-1-1990 ο ρηθείς Μ2 προσήλθε εις το κατάστημα του Ειρηνοδικείου Αθηνών και εξητάσθη ενόρκως ενώπιον του αρμοδίου Ειρηνοδίκου, συνταχθείσης νομοτύπως της 2611/90 ενόρκου βεβαιώσεως η οποία επρόκειτο να χρησιμεύσει εις τον Ζ1 ως αποδεικτικό μέσο εις την, αφορώσα αξιώσεις αποζημιώσεως εκ του ατυχήματος, πολιτική δίκη .εις την ένορκο αυτή βεβαίωση ο Μ2 καταθέτει περί των συνθηκών του ατυχήματος και εν συνεχεία καταθέτει ότι συνηντήθη με την κατηγορούμενη όπως ανωτέρω εκτίθεται και ότι αύτη κατά τις δύο συναντήσεις ισχυρίσθη ενώπιόν του όλα τα ανωτέρω, όπως λεπτομερώς περιγράφονται εις την ένορκο αυτή βεβαίωση και το διατακτικό της παρούσης. Με τα δεδομένα αυτά ο Μ2 κατέθεσε αληθή γεγονότα, ότι δηλαδή συνηντήθη με την κατηγορουμένη, και ότι αύτη προέβη ενώπιόν του εις τις ειρημένες ανακοινώσεις. Συνεπώς δεν στοιχειοθετείται, κατά την ομόφωνο κρίση του Δικαστηρίου, το υπό κατηγορία αδίκημα της παραπλανήσεως εις ψευδορκίαν, (αρθρ. 228 Π.Κ.) αφού ελλείπει εν προκειμένω το στοιχείο της εκ πλάνης δόσεως ψευδούς όρκου, δεν ερευνάται δε αν οι ανακοινώσεις της κατηγορουμένης ήσαν ή όχι ψευδείς και πρέπει να κηρυχθεί αθώα η κατηγορουμένη της πράξεως αυτής. Περαιτέρω, καθ΄όσον αφορά το υπό κατηγορία αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημίσεως, κατά την πλειοψηφίσασα γνώμη του Δικαστηρίου, εκ των προαναφερομένων αποδείξεων αποδεικνύεται πλήρως ότι όλα τα ανωτέρω, τα οποία η κατηγορουμένη ισχυρίσθηκε και διέδωσε ενώπιον τρίτων προσώπων περί του εγκαλούντος, ήσαν ψευδή και τα διέδωσε αύτη εν γνώσει της αναληθείας προς τον σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του. Αποδεικνύεται δηλαδή ότι ο εγκαλών δεν είχε μεταβεί εις ταβέρνα ή άλλο κέντρο διασκεδάσεως προ του ατυχήματος, ούτε ομολόγησε προς τους συγγενείς του πως ήτο υπαίτιος αυτού. Η κατηγορουμένη ήτο εν γνώσει της αναληθείας των γεγονότων τούτων όπως αποδεικνύεται από το αποδεικτικό ως άνω υλικό, και ιδίως από τις σαφείς και με λόγο γνώσεως καταθέσεις των ανεψιών του εγκαλούντος, οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς της κατηγορουμένης απετέλεσαν τους δέκτες των "ομολογιών" του εγκαλούντος, από κανένα δε στοιχείο δεν προκύπτει, έστω και κατά πιθανολόγηση, πως η κατηγορουμένη έλαβε από οποιαδήποτε πηγή την πληροφορία περί μεταβάσεως εις ταβέρνα. Αποδεικνύεται επίσης ότι ουδέποτε ο εγκαλών εγένετο υπαίτιος τροχαίου ατυχήματος. Ούτος υπέστη τροχαίο ατύχημα κατά το παρελθόν (έτος 1975) εις Αμφιθέα κατά το οποίο ετραυματίσθη ελαφρώς, εξ αποκλειστικής υπαιτιότητας του ετέρου οδηγού, όπως δικαστικώς εκρίθη (βλ. 56868/76 απόφαση Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών). Η κατηγορουμένη ήτο πράγματι εν γνώσει της αναληθείας του ισχυρισμού της τούτου, διότι ήδη από της εποχής εκείνης αυτή και ο εγκαλών είχαν μεταξύ τους ερωτικό δεσμό (βλ. κατάθεση εγκαλούντος) με συνέπεια έχει πληροφορηθεί την πραγματικότητα από τον ίδιο τον εγκαλούντα. Τα ψευδή αυτά γεγονότα που ισχυρίσθη και διέδωσε η κατηγορουμένη ενώπιον τρίτων ήσαν πράγματι ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος και προς τον σκοπό αυτόν τα διέδωσε αυτή παρακινούμενη από τις πολλαπλές διενέξεις που είχαν ανακύψει μεταξύ τους λόγω της διαστάσεως και των διαφωνιών περί την επιμέλεια του τέκνου. Το γεγονός της παρουσίας του εγκαλούντος εις ταβέρνα, ως συνδεόμενο με το εν συνεχεία επισυμβάν ατύχημα, σαφώς εξυπονοεί κατανάλωση οινοπνεύματος και οδήγηση του αυτοκινήτου υπό την επήρρεια αυτού, εξυπονοεί όμως επί πλέον και ότι ο εγκαλών οδήγησε το, μόλις τριετές κατά την εποχή εκείνη, τέκνο του, εις εντελώς ακατάλληλο δι΄αυτό χώρο. Επίσης βλαπτικό δια την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος είναι και το γεγονός ότι ο εγκαλών, ως απρόσεκτος οδηγός έχει γίνει επανειλημμένως υπαίτιος οδικών ατυχημάτων. Με τα δεδομένα αυτά συντρέχουν όλα τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως (αρθρ. 363 εν συνδυασμό προς 362 ΠΚ) που αποδίδεται εις την κατηγορουμένη δια του κλητηρίου θεσπίσματος και πρέπει να κηρυχθεί αύτη ένοχος τούτου, όπως ειδικότερα περιγράφεται εις το διατακτικό. Ένα μέλος του Δικαστηρίου όμως έχει τη γνώμη ότι η κατηγορουμένη έπρεπε να αθωωθεί της παραπάνω πράξεως, καθόσον από αυτά που φέρεται ότι ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων για τον εγκαλούντα σύζυγό της, τα μεν υπό στοιχείο α) " ότι αυτός με την αδελφή του Θ1 το σύζυγό της ..... και ένα ακόμη άτομο με το όνομα .... ήταν σε ταβέρνα στο Χαλάνδρι, αμέσως πριν από το τροχαίο ατύχημα κατά το οποίο σκοτώθηκε η Θ
  3. Ο παθών ομολόγησε στη νύφη του Ν1 και στις ανιψιές του ..... και ..... ότι έφταιγε εξ ολοκλήρου για το ατύχημα αυτό", ανεξαρτήτως της ανακριβείας τους ή όχι και της προθέσεως της κατηγορουμένης, δεν ήσαν ικανά να προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος. Τα δε υπό στοιχείο β) "ότι έχει προκαλέσει στο παρελθόν και άλλα ατυχήματα με το σοβαρότερο ένα στην Αμφιθέα πριν λίγα χρόνια, γιατί είναι απρόσεκτος οδηγός", κατά μεν το πρώτο σκέλος (ότι έχει προκαλέσει ατυχήματα) είναι αληθή, όπως προκύπτει κυρίως από το στατιστικό Δελτίο Ασφαλιστικών Εταιρειών, κατά δε το δεύτερο σκέλος (ότι είναι απρόσεκτος οδηγός) αποτελεί απλή έκφραση γνώμης και αξιολογική κρίση της οδηγητικής συμπεριφοράς του εγκαλούντος και όχι δυσφημιστικό γεγονός (άρθρο 366 παρ. 1 ΠΚ, Α.Π.104/59). ΙΙΙ. Για να θεμελιώσει το αίτημα περί επαναλήψεως της διαδικασίας επικαλείται η αιτούσα ως νεώτερα στοιχεία, που δεν είχε υπόψη του το Δικαστήριο, τα εξής έγγραφα: α) την 12219/25-10-1993 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, β) την 1051/1994 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, γ) την 6281/1991 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δ) το από .... έγγραφο της ΔΕΗ, ε) Στατιστικό δελτίο δηλώσεως ζημιών της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιριών, για τροχαία που προκλήθηκαν με το .... ΙΧΕ αυτοκίνητο του Σ1 στ) ένορκες βεβαιώσεις 23048/2005 και 23049/2005, που δόθηκαν αντίστοιχα από την μητέρα της Κ1 και την αδελφή της Κ
  4. (βλ. αίτηση και έγγραφα). Από τα παραπάνω έγγραφα δεν ανατρέπονται οι παραδοχές της πλειοψηφίας του Δικαστηρίου, περί του ότι η αιτούσα είχε τελέσει την πράξη της κατ΄εξακολούθηση συκοφαντικής δυσφημήσεως σε βάρος του εν διαστάσει συζύγου της Σ1 Γιατί το ζήτημα δεν είναι αν ο Σ1 , είναι αποκλειστικώς ή όχι υπαίτιος του τροχαίου που είχε ως αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό της αδελφής του Θ1 αλλά αν αυτός είχε μεταβεί σε ταβέρνα πριν το ατύχημα, όπως είχε ισχυριστεί η αιτούσα και κρίθηκε ψευδές και συκοφαντικό από το Δικαστήριο και αν ο κατηγορούμενος είχε ομολογήσει την υπαιτιότητά του, όπως επίσης είχε ισχυριστεί η αιτούσα. Στα δύο αυτά κρίσιμα σημεία, οι παραδοχές του Δικαστηρίου δεν ανατρέπονται από τα νεώτερα στοιχεία. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι η μάρτυρας Κ1 μητέρα της αιτούσας, την 23048/2005 ένορκη βεβαίωση της οποίας προσκομίζει ως νεώτερο στοιχείο η αιτούσα είχε εξεταστεί στο ακροατήριο, πλην όμως τα όσα αυτή ισχυρίσθηκε δεν έγιναν δεκτά ως βάσιμα από το Δικαστήριο. Από τα πρακτικά επίσης προκύπτει ότι στο ακροατήριο εξετάστηκε ως μάρτυρας και ο ...... σύζυγος της Κ2 , αδελφός της αιτούσας, της οποίας η 23049/2005 ένορκη βεβαίωση προσκομίζεται ως νεώτερο στοιχείο, ο οποίος κατέθεσε σχετικά με την υπόθεση, όσα ήδη η σύζυγός του αναφέρει στην ένορκη βεβαίωση, χωρίς οι σχετικοί ισχυρισμοί να γίνουν δεκτοί από το Δικαστήριο. IV. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, γιατί οι αποδείξεις που προσκομίστηκαν, μόνες ή σε συνδυασμό με αυτές που υπήρχαν στο ακροατήριο, δεν κάνουν φανερό ότι η αιτούσα είναι αθώα της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω Ι. Να απορριφθεί η από 8-6-2006 (ημέρα καταθέσεως) αίτηση Επαναλήψεως της Χ1 , κατά της 4490/1993 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και ΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στην αιτούσα. Αθήνα 10-8-2006 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω έγγραφη εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο της αιτούσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά της παρούσας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 του ΚΠΔ, η διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις εξής περιπτώσεις ...(απαριθμούνται στη συνέχεια περιοριστικά). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει με σαφήνεια ότι προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας, η οποία δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία, αποτελεί το αμετάκλητο της απόφασης με την οποία ο αιτών καταδικάσθηκε για πλημμέλεια η κακούργημα. Κατά δε το άρθρο 546 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, αμετάκλητη είναι η απόφαση κατά της οποίας δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο ή δεν ασκήθηκε μέσα στη νόμιμη προθεσμία το επιτρεπόμενο ένδικο μέσο ή ασκήθηκε εμπρόθεσμα και απορρίφθηκε. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 507 του ίδιου Κώδικα, η προθεσμία για την αναίρεση ορίζεται στο άρθρο 473, κατά δε τη παρ. 1 εδ. β΄ του άρθρου 473, αν ο δικαιούμενος να ασκήσει ένδικο μέσο δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 25.5.2006 αίτησή της η αιτούσα ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την 4490/1993 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης δέκα

(10)μηνών για συκοφαντική δυσφήμηση. Από τα συνημμένα όμως στην παραπάνω απόφαση: α) με αριθμό πρωτ. 1058/2006, από 16.5.2006, σε ακριβές αντίγραφο πιστοποιητικό της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και β) με αριθμό 10, από 12.1.2006 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, τα οποία επικαλείται η αιτούσα προς απόδειξη του αμετακλήτου, αποδεικνύεται μόνο από μεν το πρώτο πιστοποιητικό, ότι, μέχρι τη 16.5.2006, δεν είχε εισαχθεί στο Γραφείο της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ούτε επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αίτηση αναίρεσης στο όνομα της αιτούσας κατά της 4490/1993 απόφασης που εξέδωσε το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, από δε το δεύτερο, ότι μέχρι την 25.1.2006 δεν είχε ασκηθεί αναίρεση κατά της ως άνω απόφασης, ούτε είχε κατατεθεί αίτηση ακύρωσης της διαδικασίας ή κάποιο άλλο ένδικο μέσο. Επίδοση όμως της παραπάνω απόφασης, στην απούσα κατηγορουμένη, ώστε να προκύπτει αν και πότε παρήλθαν άπρακτες οι προθεσμίες έφεσης και αναίρεσης, οι οποίες, κατά το άρθρο 473 παρ. 1 εδ. β΄ ΚΠΔ, αρχίζουν από την επίδοση της απόφασης στον απόντα κατά τη συζήτηση της ποινικής υπόθεσης, δικαιούχο των ενδίκων τούτων μέσων, δεν προκύπτει, αφού στο φάκελο της δικογραφίας δεν υπάρχει αποδεικτικό επίδοσης της παραπάνω απόφασης ούτε και αντίγραφο αυτής με κάτω από αυτό επισημείωση του επιδόσαντος, με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 161 παρ. 4 του ΚΠΔ στοιχεία, ούτε και η αιτούσα επικαλείται επίδοση της απόφασης σ΄ αυτήν. Συνακόλουθα, πρέπει, κατ΄ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση επανάληψης της διαδικασίας και να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1, 583 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25 Μαΐου 2006 αίτηση της Χ1 για επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την 4490/1993 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Και Καταδικάζει την αιτούσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου
  1. Εκδόθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.