← Ελλάδα

ΑΠ 2145/2009 — Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Πρόσθετοι λόγοι

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2145 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Πρόσθετοι λόγοι. Περίληψη: Καταδικαστική απόφαση αφανούς εταίρου αφανούς εταιρείας για απάτη και πλαστογραφία με χρήση και απόρριψη λόγων αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία. Στην έννοια του εγγράφου του άρθρου 13 περ. γ΄ ΠΚ περιλαμβάνεται και το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου. Απόρριψη προσθέτου λόγου αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ. Απορρίπτει αίτηση. ΑΡΙΘΜΟΣ 2145/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Ζαχόπουλο, περί αναιρέσεως της 5181/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Γκαργκούδη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τον από 24 Σεπτεμβρίου 2009 πρόσθετο λόγο, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 407/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και ο επ' αυτής πρόσθετος λόγος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς βεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, στοιχείο του εγκλήματος της πλαστογραφίας είναι η κατάρτιση πλαστού ή νόθευση εγγράφου με σκοπό την παραπλάνηση άλλου, με τη χρήση του, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομη συνέπεια, δηλαδή είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 περ. γ' ΠΚ, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 1805/1988, "έγγραφο είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός έγγραφο είναι και κάθε μέσο, το οποίο χρησιμοποιείται από υπολογιστή ή περιφερειακή μνήμη υπολογιστή, με ηλεκτρονικό, μαγνητικό ή άλλο τρόπο, για εγγραφή, αποθήκευση, παραγωγή ή αναπαραγωγή στοιχείων, που δεν μπορούν να διαβαστούν άμεσα, όπως επίσης και κάθε μαγνητικό, ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό στο οποίο εγγράφεται οποιαδήποτε πληροφορία, εικόνα, σύμβολο ή ήχος, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό, εφόσον τα μέσα και τα υλικά αυτά προορίζονται ή είναι πρόσφορα να αποδείξουν γεγονότα, που έχουν έννομη σημασία. Στην έννοια αυτή του εγγράφου περιλαμβάνεται και το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου, στο οποίο απεικονίζεται (φωτογραφίζεται) το πρωτότυπο εγγράφου με τη χρησιμοποίηση κατάλληλης συσκευής. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει πιστή αναπαραγωγή του πρωτοτύπου, με μηχανικό τρόπο. Επομένως το γεγονός με έννομη σημασία, που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει το πρωτότυπο του εγγράφου, εμφανίζεται και στο πιστό φωτοτυπικό αντίγραφο, έστω και αν δεν είναι επικυρωμένο, και επομένως μπορεί να αποδειχθεί με αυτό. Έτσι και το έγγραφο αυτό, παρ' ότι δεν είναι πρωτότυπο, είναι δυνατόν να καταστεί υλικό αντικείμενο πλαστογραφίας (κατάρτισης πλαστού ή νόθευσης). Η δημιουργία εγγράφου με τη μέθοδο της φωτοτυπίας και η αλλοίωση, κατά τη φωτοτύπηση, στοιχείων του γνησίου εγγράφου συνιστά κατάρτιση νέου πλαστού εγγράφου, ενώ η χρήση ανεπικύρωτων φωτοτυπικών αντιγράφων εγγράφου, που έχει ήδη νοθευτεί, συνιστά ειδική μορφή χρήσεως πλαστού εγγράφου. Εξάλλου από την ίδια διάταξη του άρθρου 13 περ. γ' ΠΚ συνάγεται ότι η αποδεικτική δύναμη του εγγράφου, με την πιο πάνω ευρεία έννοια, δεν συμπίπτει κατ' ανάγκην με την αποδεικτική δύναμη που έχουν τα έγγραφα, ως μέσα αποδείξεως, κατά την πολιτική δικονομία και επομένως δεν είναι απαραίτητο να ερευνάται, αν είναι σύμφωνα με τους κανόνες της. Κατά συνέπεια, στο χώρο του ποινικού δικαίου το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου αποτελεί έγγραφο με την πιο πάνω έννοια, χωρίς να απαιτείται η, κατά το άρθρο 449 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., βεβαίωση της ακριβείας του από αρμόδιο, κατά το νόμο, πρόσωπο (Ολ. ΑΠ 2/2000). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. H ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 5181/2008 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα απάτης και πλαστογραφίας με χρήση σε βάρος του Ψ και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 16 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική. Κατά το διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος 1) για απάτη σε βάρος του Ψ, η οποία συνίστατο στο ότι, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, με αναληθείς προς τον μηνυτή παραστάσεις, έπεισε τον τελευταίο να συστήσουν αφανή εταιρία, με την οποία θα εκμεταλλεύονταν από κοινού το υπ` αριθ. 1003148 δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και την οποία θα χρηματοδοτούσε ο μηνυτής με 70.000 €, ποσό που ο τελευταίος κατέβαλε ως συνεισφορά, με συνέπεια να το ζημιωθεί γιατί δεν ήταν δυνατή η εκμετάλλευση του διπλώματος επειδή ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος είχε εκχωρήσει τα εξ αυτού δικαιώματα στον Ζ και 2) για πλαστογραφία με χρήση σε βάρος του ιδίου, που συνίσταται στο ότι κατήρτισε ιδιωτικό συμφωνητικό αναμεταβίβασης δικαιωμάτων, στο οποίο έθεσε κατ` απομίμηση την υπογραφή του Ζ χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής, κατά λέξη, ήτοι: "Ο πολιτικώς ενάγων (Ψ) διατηρεί στη ... κατάστημα ναυτιλιακών ειδών. Τον Μάιο του 2003 ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε στο παραπάνω κατάστημα του πολιτικώς ενάγοντος ως κάτοχος, ιδιοκτήτης και δικαιούχος του με αριθμό ...διπλώματος ευρεσιτεχνίας με τίτλο "ΠΛΩΤΟ ΦΡΑΓΜΑ ΚΑΘΑΡΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ ΑΠΟ ΣΤΕΡΕΑ ΕΠΙΠΛΕΟΝΤΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΗ ΚΑΤΑΛΟΙΠΑ". Με το ανωτέρω δίπλωμα διαβεβαίωσε τον εγκαλούντα ότι ανοίγονταν μεγάλες προοπτικές για τον κατ' αποκλειστικότητα καθαρισμό και προστασία ακτών και θαλασσών καθώς και την εμπορία φραγμάτων καθόσον το πελατολόγιο τους θα ήταν Δήμοι, Νομαρχίες αλλά και μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες. Έτσι έπεισε αυτόν (εγκαλούντα) να συστήσουν αφανή εταιρία για την από κοινού εκμετάλλευση του παραπάνω διπλώματος. Συγκεκριμένα με ιδιωτικό συμφωνητικό που φέρει ημερομηνία 1-2-2003, υπογράφηκε όμως από τους συμβαλλομένους στις 13-5-2003, όπως προκύπτει από την υπάρχουσα σε αυτό θεώρηση του γνήσιου της υπογραφής τους από την Λιμενική αρχή Θεσσαλονίκης, συμφωνήθηκε ο μεν αφανής εταίρος (κατηγορούμενος) να εισφέρει τα πάγια περιουσιακά στοιχεία της εταιρίας τα οποία αποτιμήθηκαν σε 70.000 ευρώ, ο δε εμφανής εταίρος (πολιτικώς ενάγων) 70.000 ευρώ σε μετρητά, συμμετέχοντας έτσι, κατά κοινή συμφωνία, ο καθένας κατά 50%. Η διάρκεια της εταιρίας συμφωνήθηκε να είναι 15 χρόνια (δηλαδή από 1-2-2003 έως 31-1-2018) όσο χρόνο διαρκεί και τα δίπλωμα ευρεσιτεχνίας του αφανούς εταίρου, απαγορεύτηκε δε ρητά σε όλη τη διάρκεια της αφανούς εταιρίας η διάθεση του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, έναντι οποιουδήποτε ανταλλάγματος, τόσο από τον αφανή, όσο και από τον εμφανή εταίρο. Με την πρώτη συμμετοχή του πολιτικώς ενάγοντος σε διαγωνισμό του Δήμου Θεσσαλονίκης στις 13-5-2003, αυτός (πολιτικώς ενάγων) διαπίστωσε ότι υπάρχει ένσταση σε βάρος του από την εταιρία "... ΕΠΕ". Η ενιστάμενη εταιρία επικαλούνταν ότι τα δικαιώματα από το προαναφερόμενο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ανήκαν στον Ζ (συμφερόντων του οποίου ήταν η ίδια) κατόπιν εκχωρήσεώς τους από τον κατηγορούμενο. Ο τελευταίος κατόρθωσε να πείσει τον πολιτικώς ενάγοντα ότι τα δικαιώματα του εν λόγω διπλώματος ευρεσιτεχνίας είχε μεταβιβάσει στον Ζ το έτος 1999 μόνο όμως για ένα έργο στο ... και ότι ο Ζ με ιδιωτικό συμφωνητικό που υπογράφηκε και από τους δύο συμβαλλόμενους (δηλαδή τον κατηγορούμενο και τον Ζ) του αναμεταβίβασε τα δικαιώματα από το πιο πάνω δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Ο πολιτικώς ενάγων πείσθηκε από τις διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου και πιστεύοντας ότι θα ευδοκιμήσει η συνεργασία τους άρχισε να καταβάλει διάφορα ποσά στον κατηγορούμενο που αφορούσαν τη συμφωνηθείσα συνεισφορά του για τη λειτουργία της αφανούς εταιρίας και συνολικά το ποσό των 70.000 ευρώ. Τα ποσά αυτά λόγω της εμπιστοσύνης που έτρεφε στο πρόσωπο του κατηγορουμένου τα κατέβαλε σε αυτόν, χωρίς να λαμβάνει αποδείξεις, εκτός από την τελευταία καταβολή των 8.800 ευρώ που έγινε στις 3-7-2003 για την οποία έλαβε απόδειξη. Όπως αποδείχθηκε ο κατηγορούμενος παρέστησε ψευδώς στον πολιτικώς ενάγοντα τα προαναφερόμενα γεγονότα ως αληθινά εν γνώσει της αναλήθειάς τους και τούτο διότι με το από 8-9-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό εκχώρησης δικαιωμάτων είχε εκχωρήσει στον Ζ το σύνολο των δικαιωμάτων που απορρέουν από το παραπάνω δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και όχι μόνο για ένα έργο που αφορούσε το .... Τη μεταβίβαση αυτή προς τον Ζ ο Οργανισμός Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας (Ο.Β.Ι.) την καταχώρησε νόμιμα στα μητρώα του και τη δημοσίευσε στο Ειδικό Δελτίο Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας που αυτός τηρεί, όπως δε προκύπτει από το με αριθμό 4210/9-9-2003 έγγραφο του Ο.Β.Ι. η αίτηση του Ζ προς τον Οργανισμό για εγγραφή της παραπάνω μεταβίβασης έγινε στις 3-8-2000 και η μεταβίβαση καταχωρήθηκε στα μητρώα του Οργανισμού στις 4-9-2000 με αποτέλεσμα από αυτή την ημερομηνία της καταχώρησης η μεταβίβαση να ισχύει έναντι πάντων. Αποτέλεσμα αυτής της απατηλής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου ήταν να ζημιωθεί ο πολιτικώς ενάγων το ποσό των 70.000 ευρώ καθόσον μετά την προαναφερόμενη ένσταση του Ζ ήταν αδύνατη η εκμετάλλευση των δικαιωμάτων του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, κανένα δε έργο δεν ανέλαβε ο πολιτικώς ενάγων στα πλαίσια της λειτουργίας της αφανούς εταιρίας. Αποδείχθηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος στις 13-5-2003 κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες κάνοντας χρήση του εγγράφου. Ειδικότερα, κατάρτισε ένα ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ ΑΝΑΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ, στο οποίο φέρεται ότι υπέγραψαν τόσο ο κατηγορούμενος, όσο και ο Ζ. Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτού του συμφωνητικού, ο κατηγορούμενος είχε εκχωρήσει στις 8-9-1999 τα δικαιώματα του προαναφερομένου διπλώματος ευρεσιτεχνίας στον Ζ για την ανάληψη ενός μόνου έργου στο ... και ότι ήδη ο Ζ αναμεταβιβάζει στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα αυτά. Στο συμφωνητικό αυτό ο κατηγορούμενος αφού έθεσε αυθαίρετα και χωρίς τη συναίνεση του Ζ κατ' απομίμηση την υπογραφή του τελευταίου, στο τέλος του συμφωνητικού (κάτω από το όνομά του), το επέδειξε στον πολιτικώς ενάγοντα προκειμένου να τον πείσει ότι έχει όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από το εν λόγω δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και ότι τα έχει εκχωρήσει και σε αυτόν (Ψ) νόμιμα...". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε τις πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της απάτης και της πλαστογραφίας με χρήση, για τα οποία πρόκειται, τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, έγγραφα που αναγνώσθηκαν, απολογία του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης), από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Ειδικότερα: 1) Ως προς την απάτη παρατίθεται στην απόφαση α) ο σκοπός του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, β) η εν γνώσει αυτού παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ότι, δηλαδή, είχε τα δικαιώματα εκμεταλλεύσεως του ως άνω διπλώματος ευρεσιτεχνίας, από την οποία (παράσταση), ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε ο μηνυτής και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο συμπεριφορά, στη σύσταση, δηλαδή, της αφανούς εταιρίας και στη χρηματοδότηση αυτής με το ποσό των 70.000 € και γ) βλάβη ξένης, ήτοι του παθόντος μηνυτή, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την ως άνω παραπλανητική ενέργεια του αναιρεσείοντος. Το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση, πέραν των ως άνω διεξοδικά αναφερομένων, να απορρίψει με ιδιαίτερη αιτιολογία τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι αυτός, ως αφανής εταίρος, δεν μπορούσε κατά νόμο, να είναι ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος της απάτης, για το οποίο καταδικάσθηκε, σε βάρος του μηνυτή εμφανούς εταίρου, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός (που, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, εμπεριέχεται στην απολογία του κατηγορουμένου και δεν προτάθηκε από την υπεράσπιση) είναι όχι αυτοτελής, αλλά αρνητικός της κατηγορίας και η απόρριψή του ανάγεται στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της ουσίας, ανεξαρτήτως του ότι δεν είναι νόμιμος, αφού ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος της απάτης μπορεί να είναι οποιοσδήποτε με πρόθεση παραπλανά άλλον και του προκαλεί βλάβη στην περιουσία του για δική του ωφέλεια. Και 2) ως προς την πλαστογραφία, ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος κατάρτισε πλαστό έγγραφο (το ανωτέρω ιδιωτικό αναμεταβίβασης δικαιωμάτων) με σκοπό την παραπλάνηση άλλου (του μηνυτή), με τη χρήση του, για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομη συνέπεια (ότι, δηλαδή, είχε όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από το δίπλωμα και ότι τα είχε εκχωρήσει και στον μηνυτή νόμιμα), καθώς και σε τι συνίστατο η πλαστογραφία (κατάρτιση του εγγράφου και θέση κατ` απομίμηση της υπογραφής του Ζ χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου). Σύμφωνα δε με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ορθά το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι η προσκομισθείσα φωτοτυπία του φερομένου ως πλαστού εγγράφου θεωρείται έγγραφο και δέχθηκε ότι πληρούται η αντικειμενική και η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, καθώς και ο παραδεκτώς ασκηθείς με το από 24/28.9.2009 δικόγραφο πρόσθετος λόγος αυτής, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (του άρθρου 216 §1 ΠΚ), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και ο πρόσθετος αυτής λόγος και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17 Φεβρουαρίου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 1466/2009) αίτηση του Χ μετά του από 24/28 Σεπτεμβρίου 2009 προσθέτου λόγου αυτής για αναίρεση της υπ` αριθ. 5181/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων
(500)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Νοεμβρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.