Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2152 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Αναιρέσεως απαράδεκτο, Απάτη, Πλαστογραφία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση. Περίληψη: Κακουργηματική πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, με ζημία άνω των 73,000 €. Χρήση πλαστών επιταγών, απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, απλή συνέργεια σε απάτη. Απορρίπτει αίτηση. Οι τρεις αναιρέσεις κατά του βουλεύματος που απέρριψε τις εφέσεις τους κατά του πρωτοβαθμίου βουλεύματος ως απαράδεκτες, για το λόγο ότι παραπέμπονται μόνο για πλημμελήματα, είναι απορριπτέες, κατ' άρθρον 476 παρ.2 ΚΠΔ, μετά την τροποποίηση του δια άρθρου 38 Ν. 3160/2003, ως απαράδεκτες, διότι πλέον δεν επιτρέπεται αναίρεση κατά τέτοιων βουλευμάτων. Απορριπτέα κατ' ουσία η για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αίτηση αναιρέσεως της τετάρτης αναιρεσείουσας. ΑΡΙΘΜΟΣ 2152/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων:
- Χ1,
- Χ2, που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο,
- Χ3, που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο και
- Χ4, που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 394/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ζ. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 19 Μαΐου 2008 και 23 Μαΐου 2008 τέσσερις χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1005/
- Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου με αριθμό 384/17.7.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, κατά το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., τις με αριθμό 93 από 19.5.2008 και 97, 98, 99 από 23-5-2008 αιτήσεις των α) Χ1, β) Χ2, γ) Χ3, και δ) Χ4, αντιστοίχως, για αναίρεση του υπ'αριθμόν 394/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, δια του οποίου έγινε δεκτή τυπικά και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η υπ'αριθμ. 506/21.9.2007 έφεση της Χ1 κατά του υπ'αριθμόν 1832/2007 βουλεύματος του συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και προσέτι κηρύχθηκαν απαράδεκτες οι υπ'αριθμόν 455, 453 και 457 από 7-9-2007 εφέσεις των Χ2, Χ3 και Χ4, αντιστοίχως, κατά του άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, το οποίο τους παρέπεμψε ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν η Χ1 για πλαστογραφία (νόθευση) μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση από την οποίαν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 €, ο Χ2 για χρήση πλαστού εγγράφου και για απάτη με ιδιαίτερα μεγάλη αξία και οι Χ3 και Χ4 για απλή συνέργεια σε απάτη με ιδιαίτερα μεγάλη ζημία και εκθέτω τα ακόλουθα: 1) Όσον αφορά στην υπ' αριθμόν 93/19-5-2008 αίτηση της Χ1: Η αίτηση αυτή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και περιέχει συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως και δη την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ Κ.Π.Δ.) ασκήθηκε δε από τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας Βασίλειο Τσίπρα, δυνάμει της από 16-5-2008 εξουσιοδότησης. Ο λόγος αναιρέσεως που επικαλείται συνίσταται στο ότι α) το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν αξιολόγησε τον ισχυρισμό της και δεν διέταξε την άρση του απορρήτου του υπ'αριθμ. ... λογαριασμού της ALPHA BANK καθόσον η ανάλυση του λογαριασμού αυτού μπορούσε να έχει επιρροή στη κρίση των δικαστών και θα ανατρέπονταν οι ισχυρισμοί της μηνύτριας, β) δεν προέβη σε συγκριτική αξιολόγηση των εγγράφων που προσκόμισε η αναιρεσείουσα, γ) δεν αξιολόγησε το υπ'αριθμόν 2927/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. 2) Όσον αφορά στις υπ'αριθμόν 97/08, 98/08 και 99/08 αιτήσεις των λοιπών αναιρεσειόντων Χ2, Χ3 και Χ4: Οι αιτήσεις των έχουν ασκηθεί εμπροθέσμως από την πληρεξουσία αυτών δικηγόρο Σοφία Ψυλλάκου, νομίμως εξουσιοδοτηθείσας. Ο λόγος αναιρέσεως που επικαλούνται είναι η παράνομη απόρριψη της έφεσής των κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος ως απαράδεκτης και επικουρικώς η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και συνίσταται στο ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα του συμβουλίου Εφετών παρανόμως απέρριψε ως απαράδεκτες τις από 7-9-2007 εφέσεις των κατά του άνω βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ενώ κατά το άρθρο 469 ΚΠΔ είχαν το δικαίωμα να ασκήσουν έφεση κατ'αυτού. Ούτω οι άνω αιτήσεις είναι τυπικά δεκτές και ερευνητέες κατ'ουσίαν και επ'αυτού επάγομαι τα ακόλουθα: 1) Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε' του Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για τη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Δεν απαιτείται δε για τη πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος η χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου σε συνδυασμό με το τί αποδείχτηκε από το καθένα αλλά αρκεί η γενική αναφορά στο σύνολο του είδους των (Α.Π. 1304/2003 ΠΧ ΝΔ/2004 σελ. 517). Δια του προσβαλλομένου βουλεύματος, το Συμβούλιο Εφετών, "από όλο το αποδεικτικό υλικό και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα της δικογραφίας, το από 7-11-2007 υπόμνημα της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας Χ1, σε συνδυασμό με την απολογία της" δέχτηκε ότι προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά, που διαλαμβάνονται στην εισαγγελική πρόταση, στις ορθές και νόμιμες σκέψεις της οποίας το Συμβούλιο αναφέρεται εξ ολοκλήρου, από τα οποία προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος της κατηγορουμένης για την αποδιδομένη σ'αυτή αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση και συνεπώς ορθά η άνω κατηγορουμένη παραπέμφθηκε να δικαστεί για την άνω πράξη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών. Από το ιστορικό του άνω βουλεύματος και δη τα αναφερόμενα στην εισαγγελική πρόταση, όπου παραπέμπει το Συμβούλιο, πέρα των πραγματικών περιστατικών που αναφέρονται, τούτο ασχολείται λεπτομερώς και στην απόρριψη του αιτήματος της πρώτης αναιρεσείουσας για την άρση του τραπεζικού απορρήτου του υπ'αριθμόν ... λογαριασμού της στην ALPHA BANK προκειμένου να διαπιστωθεί το ύψος των εμβασμάτων που έγιναν από το λογαριασμό αυτού στο λογαριασμό της εγκαλούσας. Επίσης από το ίδιο ιστορικό προκύπτει ότι αξιολογήθηκε πλήρως και το υπ'αριθμόν 2927/2007 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Από τα ανωτέρω προκύπτει σαφέστατα ότι οι λόγοι αναιρέσεως που επικαλείται η πρώτη αναιρεσείουσα και αναφέρονται στην αρχή της παρούσας είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν κατ'ουσίαν. Το προσβαλλόμενο βούλευμα αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση και τις αποδείξεις που θεμελίωσαν τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος και κατά συνέπεια έχει την απαιτουμένη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. 2) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 317 παρ. 1, 476, 481 παρ. 1 και 484 παρ. 1 εδ. στ' του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι κατά του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο της έφεσης επιτρέπεται μόνο αίτηση αναιρέσεως, ως λόγοι της οποίας δεν μπορούν να προβληθούν αιτιάσεις που αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης, αλλά μόνο η αιτίαση ότι η απόρριψη της εφέσεως κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος είναι παράνομη. Αν υπάρχουν στην αίτηση αναιρέσεως και λόγοι που αναφέρονται σε άλλες πλημμέλειες και δη στην ουσία της υπόθεσης, η προβολή τους είναι απαράδεκτη (Α.Π. 1304/2003 Π.Χ. ΝΔ/2004 σελ. 517). Εξ άλλου το κατά το άρθρο 469 Κ.Π.Δ. επεκτατικό αποτέλεσμα δεν καθιστά παραδεκτό το ανεπίτρεπτο ένδικο μέσο συγκατηγορουμένου στον οποίον δεν χορηγείται, διότι η διάταξη 469 του Κ.Π.Δ. δεν καθιερώνει επέκταση ως προς το παραδεκτό. Καθιερώνει υπέρ του συγκατηγορουμένου, έστω και αν το ένδικο μέσο δεν χορηγείται σ'αυτόν, επέκταση της ευνοϊκής κρίσης του ανωτέρω δικαστηρίου, αν οι λόγοι που έγιναν δεκτοί δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο που άσκησε παραδεκτώς το ένδικο μέσο (Α.Π. 1383/1990 Π.Χ. ΜΑ σελ. 580). Στην υπό κρίση περίπτωση οι αναιρεσείοντες Χ2, Χ3 και Χ4, με το υπ'αριθμόν 1832/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών παραπέμφθηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς, για κακουργήματα, Εφετείου Αθηνών για να δικαστούν οι μεν Χ3 και Χ4 για τις πράξεις της απλής συνέργειας κατ'εξακολούθηση και μη, σε απάτη με ιδιαίτερα μεγάλη ζημία και ο Χ2 για τη πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου, κατ'εξακολούθηση και μη και της απάτης με ιδιαίτερα μεγάλη ζημία, δηλαδή για πράξεις που προβλέπονται από τα άρθρα 386 παρ. 1β και 216 παρ. 2-1 ΠΚ ήτοι για πλημμελήματα . Κατά το άρθρο 478 παρ. 1 Κ.Π.Δ. "Το ένδικο μέσο της έφεσης επιτρέπεται στον κατηγορούμενο μόνο κατά βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών, το οποίο τον παραπέμπει στο δικαστήριο για κακούργημα....". Ούτω ορθώς το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο της εφέσεως που άσκησαν οι ανωτέρω κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος. Σύμφωνα δε με τα προαναφερόμενα το επεκτατικό αποτέλεσμα που προβλέπει το άρθρο 469 Κ.Π.Δ., δεν καθιστά το ανεπίτρεπτο ένδικο μέσο σε παραδεκτό. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω αβάσιμος είναι ο λόγος που προβάλλουν οι άνω αναιρεσείοντες ότι ουχί ορθώς το ένδικο μέσο της εφέσεως που άσκησαν κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος απορρίφθηκε ως απαράδεκτο και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθούν κατ'ουσίαν και οι αιτήσεις αυτών και να καταδικασθούν ούτοι στα έξοδα. Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α------------------------------- Π ρ ο τ ε ί ν ω 1) να απορριφθούν οι υπ'αριθμόν 93/19-5-2008, 97/23-5-2008, 98/23-5-2008 και 99/23-5-2008 αιτήσεις των Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4, αντίστοιχα, περί αναιρέσεως του υπ'αριθμόν 394/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας αυτής στους άνω αιτούντας.- Αθήνα 4 Ιουλίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου οι κρινόμενες με αρ. 93, 97, 98 και 99/2008 αιτήσεις αναιρέσεως, στρεφόμενες κατά του αυτού με αρ. 394/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκαν, ως κατ'ουσίαν αβάσιμη η έφεση της πρώτης αναιρεσείουσας κατηγορουμένης Χ1 και ως απαράδεκτες οι εφέσεις των λοιπών τριών αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, κατά του με αρ. 1832/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, που τους παρέπεμψε όλους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων), Αθηνών για να δικασθούν, για την πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση η πρώτη Χ1, για χρήση πλαστού εγγράφου και απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ο Χ2 και για απλή συνέργεια σε απάτη με ιδιαίτερα μεγάλη ζημία οι λοιποί δύο αναιρεσείοντες Χ3 και Χ
- Επί των αιτήσεων αναιρέσεως των κατηγορουμένων Χ4, Χ2 και Χ3: Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 476 ΚΠοινΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 38 του ν. 3160/2003, "κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν παρέχεται πλέον η δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως από τους διαδίκους κατά βουλεύματος, το οποίο απέρριψε την έφεσή τους κατά του πρωτόδικου βουλεύματος ως απαράδεκτη. Δηλαδή αναίρεση επιτρέπεται πλέον μόνο κατά αποφάσεως, που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο και όχι και κατά βουλεύματος που επίσης απορρίπτει αυτό ως απαράδεκτο. Το αντίθετο δεν συνάγεται από το ότι κατά το άρθρο 138 παρ. 1 εδ. τελευταίο του ΚΠοινΔ "η απόφαση του δικαστικού συμβουλίου ονομάζεται βούλευμα", αφού η πιο πάνω παράγραφος 2 του άρθρου 476 ΚΠοινΔ, πριν αντικατασταθεί κατά τα προεκτιθέμενα, όριζε ότι "κατά της απόφασης ή του βουλεύματος που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση" και έτσι, με την αντικατάσταση αυτή, εκφράσθηκε ρητά η βούληση του νομοθέτη για αποκλεισμό της αναιρέσεως κατά βουλεύματος, που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 18 του ν. 2408/1996, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν ασκήθηκε εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται... Ο Εισαγγελέας οφείλει να ειδοποιήσει το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του για να προσέλθει στο συμβούλιο και να εκθέσει τις απόψεις του είκοσι τέσσερις ώρες τουλάχιστον πριν από την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο (συμβούλιο). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, με το με αριθ. 1832/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, παραπέμφθηκαν να δικασθούν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, οι τρεις αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι Χ3, Χ2 και Χ4, για τα σε αυτό πλημμελήματα, η δε τετάρτη αναιρεσείουσα Χ1 για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος. Κατά του εν λόγω παραπεμπτικού βουλεύματος οι κατηγορούμενοι άσκησαν εφέσεις, οι οποίες όμως, με το με αριθ. 394/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, απορρίφθηκαν, α) κατ'ουσίαν η έφεση της Χ1 και β) ως απαράδεκτες, οι τρεις εφέσεις ως προς τους άνω λοιπούς τρεις εκκαλούντες, για το λόγο ότι κατ'άρθρο 478 παρ.1 ΚΠοινΔ, το ένδικο μέσο της εφέσεως επιτρέπεται στους κατηγορούμενους, μόνο κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, το οποίο τους παραπέμπει για κακούργημα ή για κακούργημα και για συναφές πλημμέλημα τον ίδιο τον παραπεμπόμενο κατηγορούμενο και όχι σε συγκατηγορούμενους, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, που παραπέμπονται αποκλειστικά για συναφή πλημμελήματα. Εξάλλου, το κατά το άρθρο 469 ΚΠοινΔ επεκτατικό αποτέλεσμα δεν καθιστά παραδεκτό το ανεπίτρεπτο ένδικο μέσο συγκατηγορουμένου στον οποίον δε χορηγείται από το νόμο, διότι η διάταξη 469 ΚΠοινΔ, δεν καθιερώνει επέκταση ως προς το παραδεκτό. Καθιερώνει υπέρ του συγκατηγορουμένου, έστω και αν το ένδικο μέσο δεν χορηγείται σε αυτόν, επέκταση της ευνοϊκής κρίσεως του ανωτέρω Δικαστηρίου, αν οι λόγοι που έγιναν δεκτοί δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο εκείνου που άσκησε παραδεκτά το ένδικο μέσο . Κατ'ακολουθίαν των παραπάνω, οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως των άνω τριών αναιρεσειόντων, αφού ο ορισθείς κοινός αντίκλητος δικηγόρος αυτών Ιωάννης Μαρκουλάκος, μετά την έκδοση της 1256/2009 αποφάσεως του δικαστηρίου τούτου σε συμβούλιο, περί αποχής από την προηγηθείσα συζήτηση για να ειδοποιηθούν και εκθέσουν τις απόψεις τους περί του άνω απαραδέκτου οι αναιρεσείοντες ή ο αντίκλητος δικηγόρος τους, ειδοποιήθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατ'άρθρο 476 παρ. 1 εδ. β του ΚΠοινΔ, για να εκθέσει τις απόψεις του περί του άνω απαραδέκτου, προ 24 ωρών, πριν από την επανεισαγωγή της υποθέσεως στο δικαστήριο (συμβούλιο) τούτο, κατά την παραπάνω νέα συνεδρίαση της 14-10-2009, όπως προκύπτει από τη σχετική σημείωση του οικείου γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας, πλην δεν παραστάθηκε, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
- Επί της αιτήσεως αναιρέσεως της Χ
- Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτό εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Δεν απαιτείται δε για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος η χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου σε συνδυασμό με το τι αποδείχθηκε από το καθένα, αλλά αρκεί η γενική αναφορά στο σύνολο του είδους των. Ειδικά για το δόλο, που ως υποκειμενικό στοιχείο, ενυπάρχει κατά τα άρθρα 26 παρ. 1 και 27 παρ.1 του ΠΚ στη θέληση παραγωγής των συγκροτούντων την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πραγματικών περιστατικών και εξυπακούεται ότι ενυπάρχει αυτός από την πραγμάτωσή τους, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξή του ή αν πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο. Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην Εισαγγελική πρόταση, που έχει ενσωματωθεί στο βούλευμα και στην οποία αναφέρονται κατ'είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα, (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στην πρόταση αυτή, στην οποία εκτίθενται τα ακόλουθα: " Η Ψ (εγκαλούσα) από το έτος 1967 διατηρούσε στο ..., επιχείρηση εμπορίας επωνύμων γυναικείων ενδυμάτων. Με την πρώτη εκκαλούσα (Χ1) διατηρούσε στενές φιλικές σχέσεις, λόγω άριστης γειτνίασης. Η γνωριμία της με την πρώτη εκκαλούσα εξελίχθηκε αρχικά σε σχέση, ενώ οι ψηλοί τζίροι που έκανε η τελευταία στο κατάστημά της και ο συνεπής τρόπος πληρωμής των εμπορευμάτων που αγόραζε για προσωπική της χρήση είχαν οικοδομήσει μία σχέση εμπιστοσύνης προς το πρόσωπό της. Η πρώτη εκκαλούσα εμφανιζόταν ως υψηλόβαθμο στέλεχος χρηματιστηριακής εταιρίας και για να διευκολύνεται, όπως της έλεγε, ζητούσε από τη μηνύτρια να την εφοδιάζει με λευκά φύλλα επιταγών από τραπεζικούς της λογαριασμούς, που έφεραν μόνο την υπογραφή της, τα οποία η πρώτη εκκαλούσα θα συμπλήρωνε και θα τοποθετούσε σε κάποιο πλαφόν στο χρηματιστήριο όπως τη διαβεβαίωνε, και μετά το τέλος της συγκεκριμένης συναλλαγής θα τα εξοφλούσε όπως και έπραττε. Η πιστοληπτική ικανότητα της εγκαλούσας και οι άριστες σχέσεις που διατηρούσε με τις συνεργαζόμενες τράπεζες της έδιναν αυτή την ευχέρεια. Το Μάϊο του έτους 2002 η Α' εκκαλούσα της ζήτησε να της παραδώσει τρία σώματα επιταγών λευκά, φέροντα μόνο την υπογραφή της προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει ως πλαφόν στο χρηματιστήριο, με τη συμφωνία να της τα επιστρέψει σε δύο μήνες. Πλέον συγκεκριμένα η Α' εκκαλούσα εκμεταλλευόμενη τότε την εμπιστοσύνη της εγκαλούσας και αποκρύπτοντας την άθλια οικονομική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει της ζήτησε να την διευκολύνει επικαλούμενη προσωρινή οικονομική δυσπραγία και να της δώσει τρία σώματα επιταγών λευκά για δύο μήνες για να τα τοποθετήσει στη θυρίδα της στο χρηματιστήριο, και έτσι την έπεισε να της παραδώσει τις υπ' αριθμ. ..., ... και ... επιταγές της ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑΣ Α.Ε., οι οποίες σύρονταν στον υπ' αριθμ. ... λογ/σμό της και έφεραν μόνον την υπογραφή της και τη σφραγίδα της ατομικής της επιχείρησης στη θέση του εκδότη και του πρώτου οπισθογράφου. Κατά τη συνάντηση αυτή ήταν παρούσα η μάρτυρας ..., λογίστρια της εγκαλούσας. Η συνεργασία αυτή γινόταν χωρίς επιπλοκές και η Α' εκκαλούσα κινούνταν πλέον ελεύθερα στο κατάστημα της εγκαλούσα, του οποίου γνώριζε όλους τους χώρους. Ετσι, ενώ δεν είχαν επιστραφεί ακόμη οι ανωτέρω επιταγές, η Α' εκκαλούσα στις αρχές Ιουλίου του έτους 2002, εκμεταλλευόμενη τη γνώση των χώρων του καταστήματός της και την ολιγόλεπτη απουσία της από το κατάστημα, όπου αυτή ήδη βρισκόταν, της αφαίρεσε παράνομα από το συρτάρι του γραφείου της τρία ακόμη σώματα επιταγών υπογεγραμμένα και σφραγισμένα, αλλά λευκά κατά τα λοιπά στοιχεία, τα οποία προορίζονταν για την εξόφληση προμηθευτών της, λόγος για τον οποίο δεν είχαν συμπληρωθεί κατά το ποσό και την ημερομηνία και δη της αφαίρεσε τις υπ' αριθμ. ..., ... και ... επιταγές της ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑΣ Α.Ε., οι οποίες σύρονταν στον ως άνω λογαριασμό της. Μόλις η εγκαλούσα αντιλήφθηκε τι συνέβη ζήτησε από την Α' εκκαλούσα να της επιστρέψει τις επιταγές, αυτή αποδέχθηκε το διαπραχθέν αδίκημα, αλλά την παρακάλεσε να μην την καταγγείλει και την καταστρέψει υποσχόμενη την εντός ολίγων ημερών επιστροφή και των έξι επιταγών. Μάλιστα η Α' εγκαλούσα παραδέχθηκε την κλοπή των επιταγών και υποσχέθηκε να τις εξοφλήσει παρουσία και της μάρτυρος ..., φίλης και γειτόνισσας της εγκαλούσας. Όλες οι ανωτέρω επιταγές έφεραν την υπογραφή και τη σφραγίδα της εγκαλούσας στη θέση του εκδότη, καθώς και την υπογραφή και την σφραγίδα της εγκαλούσας στη θέση οπισθογράφου. Ο χρόνος πέρασε και αντί της επιστροφής που ανέμενε η εγκαλούσα πληροφορήθηκε ότι η Α' εκκαλούσα, χωρίς τη συγκατάθεσή της, αφενός μεν είχε συμπληρώσει τις παραπάνω έξι επιταγές, ως προς τα ελλείποντα στοιχεία (ποσό, ημερομηνία και τόπο έκδοσης, πρόσωπο σε διαταγή του οποίου εξεδόθησαν), αφετέρου δε τις είχε κυκλοφορήσει σε τρία πρόσωπα με τα οποία ουδεμία σχέση συνέδεε την εγκαλούσα. Συγκεκριμένα η επιταγή με αριθμό ... συμπληρώθηκε ως προς την ημερομηνία έκδοσης (5-11-2002), το ποσό (20.000 ευρώ), τον τόπο έκδοσης (...) και τον δικαιούχο (εμού του ιδίου), η επιταγή με αριθμό ... συμπληρώθηκε ως προς την ημερομηνία έκδοσης (6-11-2002), το ποσό (22.000 ευρώ), τον τόπο έκδοσης (...) και τον δικαιούχο (εμού του ιδίου), η επιταγή με αριθμό ... συμπληρώθηκε ως προς την ημερομηνία έκδοσης (30-5-2003) το ποσό (45.000 ευρώ), τον τόπο έκδοσης (...) και τον δικαιούχο (Χ1) και η επιταγή με αριθμό ... συμπληρώθηκε ως προς την ημερομηνία έκδοσης (30-4-2003), το ποσό (45.000 ευρώ), τον τόπο έκδοσης (...) και τον δικαιούχο (Χ1). Στις 11-6-2003 επιδόθηκε στην εγκαλούσα η σε βάρος της με αριθμό κατάθεσης 86867/10-6-2003 αγωγή του Θ, ενώπιον του Μον/λούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με βάση την υπ' αριθμ. ... επιταγή, ποσού 20.000 ευρώ, σε συνέχεια προηγούμενης τηλεφωνικής όχλησης αυτού, με την οποία της είχε ζητήσει να πληρώσει την επιταγή. Σημειωτέον ότι ο ως άνω Θ είναι τραπεζικός υπάλληλος και είναι ο ίδιος ο οποίος εμφάνισε στις 5-11-2002, στο κατάστημα ... της Εμπορικής Τράπεζας. Η εγκαλούσα αρνήθηκε να την πληρώσει και έτσι η επιταγή σφραγίσθηκε. Στις 5-5-2004 συζητήθηκε η ανωτέρω αγωγή ερήμην της εγκαλούσας, προσκομίσθηκε από τον Θ η ως άνω επιταγή και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2219/23-6-2004 απόφαση του Μον. Πρωτ. Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή. Στις 23-2-2003 επιδόθηκε στην εγκαλούσα αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της υπ' αριθμ. 1318/4-2-2003 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μον. Πρωτ. Αθηνών, με επιταγή προς πληρωμή συνολικού ποσού 23.934 ευρώ, η οποία είχε εκδοθεί με βάση την υπ' αριθμ. ... επιταγή και την από 8-1-2003 αίτηση του ..., που την είχε εμφανίσει στις 6-1-2002 προς πληρωμή στο κατάστημα ... της Εμπορικής Τράπεζας, με αποτέλεσμα τη σφράγισή της. Ισχυρίζεται δε η εγκαλούσα ότι η Α' εκκαλούσα άσκησε για λογ/σμό της, αλλά και για λογ/σμό της ιδίας ανακοπή και αίτηση αναστολής, υπέβαλε δε για λογ/σμό της τελευταίας και μείωση με εφευρεθείσες αιτιολογίες, χωρίς τη γνώση και τη συγκατάθεσή της. Την ύπαρξη αυτών των δικογράφων πληροφορήθηκε η εγκαλούσα όταν επιτεύχθηκε με την μεσολάβηση της Α' εκκαλούσας συμβιβασμός και ειδικότερα όταν η εγκαλούσα κατέβαλε στον Ξ 10.000 ευρώ και στη συνέχεια 14.000 ευρώ με την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας, με ημερομηνία 20-5-2003 και της εγχειρίστηκε η από 20-3-2003 δήλωση προς την ALPHA BANK. Στην περίπτωση δε που δεν θα έπραττε όπως προεκτέθηκε είχε δηλωθεί από τον Ξ στην εγκαλούσα ότι η επιταγή και η υπ' αριθμ. 1318/2003 Διαταγή Πληρωμής θα καταχωρούνταν στα Τραπεζικά συστήματα με τις γνωστές σε βάρος της συνέπειες. Στις αρχές Μαΐου του 2003 η εγκαλούσα πληροφορήθηκε από την ALPHA BANK ότι είχε σφραγιστεί η επιταγή με αριθμό ..., με ημερομηνία 30-4-2003, ποσού 45.000 ευρώ, σε διαταγή της Α' εκκαλούσας που την είχε μεταβιβάσει με οπισθογράφηση στην εκκαλούσα Χ4, συζ. Χ3, αυτή στον Χ3, υπό την εταιρική επωνυμία "...." και αυτός στον εκκαλούντα Ζ, υπό την φίρμα "...", ο οποίος την εμφάνισε προς πληρωμή στις 7-5-2003 στο υποκ/μα ... της Εθνικής Τράπεζας. Υπό την απειλή των εκκαλούντων Χ3 και Ζ ότι θα προβούν σε έκδοση Διαταγής Πληρωμής και έτσι θα καταχωρηθεί στα Τραπεζικά συστήματα και με τη μεσολάβηση της Α' εκκαλούσας, η εγκαλούσα συνυπέγραψε την από 28-5-2003 Δήλωση - Βεβαίωση, κατέβαλε στον ... (ο οποίος απηλλάγη με το προσβαλλόμενο βούλευμα) το ποσό των 12.000 ευρώ και του εγχείρισε την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας για το υπόλοιπο ποσό των 33.000 ευρώ, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 15-9-
- Την επιταγή αυτή δεν είχε οπισθογραφήσει ποτέ ο ..., ως εκπρόσωπος της εταιρίας "....", όπως εσφαλμένα θεώρησε η εγκαλούσα, αλλά αναμίχθηκε μόνο στο ζήτημα της εισπράξεως της επιταγής ως υπάλληλος της εταιρίας του θείου του Χ
- Στις 6-6-2003 η ALPHA BANK ειδοποίησε την εγκαλούσα ότι είχε εμφανιστεί σε κατάστημα της... η υπ' αριθμ. ... επιταγή, με ημερομηνία έκδοσης 30-5-2003, ποσού 45.000 ευρώ, η οποία οπισθογραφήθηκε από την Α' εκκαλούσα και παραδόθηκε στον Χ3 (ήδη β' εκκαλούντα), υπό την εταιρική επωνυμία "... L.T.D. (International Transport)" και από αυτόν στον Χ2 (ήδη δ' εκκαλούντα) ο τελευταίος ζήτησε από την εγκαλούσα να εξοφλήσει την επιταγή και επειδή αυτή δεν το έπραξε την εμφάνισε προς πληρωμή και την σφράγισε στις 6-6-2003 στο υποκ/μα ... της ALPHA BANK, μολονότι η ανωτέρω τον ειδοποίησε και προφορικά και με την από 8-6-2003 εξώδικη γνωστοποίηση κλήση, πως η επιταγή ήταν προϊόν κλοπής. Η εγκαλούσα ισχυρίζεται επίσης συμπληρώθηκαν: 1) η επιταγή με αριθμό ... ως προς την ημερομηνία έκδοσης (10-1-2003), το ποσό (10.000 ευρώ), τον τόπο έκδοσης και τον δικαιούχο και 2) η επιταγή με αριθμό ... ως προς την ημερομηνία έκδοσης (20-11-2002), το ποσό (6.500 ευρώ), τον τόπο έκδοσης και τον δικαιούχο. Ανέφερε επίσης ότι στις 15-1-2003 πρόσωπο με το επώνυμο ..., άγνωστο σε αυτής, την ειδοποίησε τηλεφωνικά ότι είχε στην κατοχή του την υπ' αριθμ. ... επιταγή, μεταβιβασθείσα σε αυτόν από την Α' εκκαλούσα και της ζήτησε να την πληρώσει και ότι, μετά την έντονη αντίδρασή της προς την πρώτη εκκαλούσα, η τελευταία δήλωσε ότι θα αναλάμβανε να εξοφλήσει την επιταγή. Όσον αφορά την υπ' αριθμ. .... επιταγή η εγκαλούσα ανέφερε πως έλαβε ανώνυμη τηλεφωνική ειδοποίηση ότι κυκλοφορεί στην περιοχή της .... Το συνολικό ποσό των ανωτέρω έξι
(6)επιταγών ανέρχεται σε 148.000 ευρώ, ποσό στο οποίο ανέρχονται το συνολικό όφελος της Α' εκκαλούσας και η αντίστοιχη ζημία της παθούσας. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι η Α' εκκαλούσα βρίσκεται σε αντιδικία και με τη μάρτυρα κατηγορίας Φ, η οποία υπέβαλε την με ΑΒΜ Α 2003/325 μείωσή της μεταξύ άλλων και κατά των άνω κατηγορουμένων - εκκαλούντων Χ1 και Χ3 αλλά και κατά των Ξ, Θ και Χ4, καταγγέλοντας ότι η πρώτη κατηγ/νη την εξαπάτησε, της απέσπασε επιταγές της και της κυκλοφόρησε σε κύκλωμα τοκογλύφων. Η μάρτυρας αυτή κατέθεσε ότι η ίδια η Α' εκκαλούσα της είπε κατά το έτος 2002 πως ο Χ3 τον εκβίαζε, την έκλεισε μέσα στο γραφείο του και την απειλούσε να συμπληρώσει σε επιταγή που είχε πάρει από την Ψ (εγκαλούσα) ένα μεγάλο χρηματικό ποσό περί τα 45.000 ή 55.000 ευρώ και ότι η Α' εκκαλούσα ήταν πολύ φίλη με τους Θ, Χ3 και Ξ και ότι εν λόγω Α' κατηγ/νη δανειζόταν από αυτούς μικρά χρηματικά ποσά και τους παρέδιδε επιταγές πολύ μεγαλύτερης αξίας. Παρά ταύτα οι κατηγ/νοι αρνούνται τους παραπάνω ισχυρισμούς της εγκαλούσας και διατείνονται ότι η έκδοση και η παράδοση των προαναφερόμενων επιταγών της μέσω της Α' κατηγ/νης σ' αυτούς είναι προϊόν νομίμου συναλλαγής, καθόσον δέχθηκαν να χρηματοδοτήσουν την επιχείρησή της με τον ισχύοντα συμβατικό τόκο. Έτσι κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2002 η εγκαλούσα όφειλε στην Α' εγκαλούσα τις υπ' αριθμ. ... και ... επιταγές, με ημερομηνία εκδόσεως 30-4-2003 και 30-5-2003 αντίστοιχα, τις οποίες συμφώνησαν από κοινού να συμπληρώσουν κατά το οφειλόμενο ποσό των 45.000 ευρώ εκάστη. Ότι τις δύο αυτές επιταγές η Α' κατηγ/νη κυκλοφόρησε και τις παρέδωσε στον κατηγ/νο Χ3. Ο τελευταίος υποστηρίζει ότι από την άνοιξη του έτους 2002 η Α' κατηγ/νη του ζήτησε να της δανείσει όσα περισσότερα χρήματα μπορούσε με νόμιμο τόκο, θέλοντας να επενδύσει στο χρηματιστήριο. Ετσι άρχισε να της εμβάζει είτε διά χειρός του, είτε διά χειρός της συζύγου του, που ενεργούσε για λογ/σμό του, διάφορα χρηματικά ποσά, στον υπ' αριθμ. ... λογ/σμό της στην ALPHA BANK. Ότι κατά το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του 2002 έως τον Ιούλιο του ιδίου έτους, δάνεισε στην ανωτέρω το συνολικό χρηματικό ποσό των 300.000 με 350.000 ευρώ και ότι προς εξασφάλιση του δανείου αυτού του παρέδωσε τις υπ' αριθμ. ... και ... μεταχρονολογημένες επιταγές και άλλες δύο ακόμη επιταγές ποσού 45.000 ευρώ εκάστη, όλες εκδόσεως της εγκαλούσας, τις οποίες όλες η Α' κατηγ/νη οπισθογράφησε στην εταιρία του "..." όλες αυτές οι επιταγές δεν πληρώθηκαν και σφραγίστηκαν από τους κομιστές τους στους οποίους κυκλοφόρησαν, όπως συνέβη και με τον εκκαλούντα Χ2, με τον οποίο είχε συμφωνήσει να του μεταβιβάσει έως ισόγειο κατάστημα στη ... στο εμπορικό κέντρο "...", αντί τιμήματος 275.000 ευρώ. Τέλος ο εκκαλών Ζ διατείνεται ότι προσκόμισε στην πληρώτρια τράπεζα την υπ' αριθμ. .... επιταγή της εγκαλούσας, για λογ/σμό του φίλου και ήδη κατηγ/νου Χ3 προκειμένου να τον διευκολύνει, καθόσον θα έφευγε στο ... και ότι όταν επέστρεψε από το ... του παρέδωσε το σώμα της επιταγής και ότι δεν γνωρίζει τίποτα άλλο για τη συγκεκριμένη υπόθεση. Επιπροσθέτως οι εκκαλούντες διατείνονται στους λόγους εφέσεως και στο υπόμνημά τους το οποίο προσκόμισαν στην δικογραφία ότι δεν έγινε ορθή εκτίμηση των αποδείξεων από το προσβαλλόμενο βούλευμα, καθόσον 1) δεν έγινε άρση του τραπεζικού απορρήτου για το χρονικό διάστημα από το έτος 2001 έως το 2003, του υπ' αριθμ. ... λογ/σμού της Α' εκκαλούσας, από τον οποίο φαίνεται το μέγιστο μέρος των εμβασμάτων της προς τον λογ/σμό της εγκαλούσας, 2) ότι δεν είναι δυνατόν η εγκαλούσα να υπέγραφε και να είχε στο συρτάρι της λευκές κατά τα άλλα επιταγές, ότι κατάγγειλε ψευδώς κλοπή μόνον του υπ' αριθμ. ... φύλλου επιταγής και ότι με την από 28-5-2003 δήλωση - βεβαίωσή της ομολόγησε ότι εξέδωσε η ίδια σε διαταγή της Α' εκκαλούσας την υπ' αριθμ. ... επιταγή, 2) ο εκκαλών Χ3 διατείνεται ότι η μηνύτρια διευκολυνόταν από την Χ1 ή μέσω αυτής από τρίτους με διάφορα χρηματικά ποσά γιατί διαφορετικά δεν εξηγείται να είναι τόσο οικονομικά εύρωστη να παραδίδει επιταγές προς είσπραξη και να μην διαμαρτύρεται ότι αυτές είναι προϊόν κλοπής ή υπεξαίρεσης. Τέλος υποστηρίζουν ότι όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. 2927/2007 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κων Αθηνών αθωώθηκαν από όλες τις κατηγορίες τις οποίες τους είχε προσάψει η ήδη βασική μάρτυρας κατηγορίας Φ (για παρεμφερείς κατηγορίες), δεδομένου ότι η τελευταία ανήκει στην "παρέα των ψευδομαρτύρων" στους οποίους στηρίχθηκε η παραπομπή τους με το εκκαλούμενο βούλευμα, το δε ιστορικό της υποθέσεως είναι το ίδιο ακριβώς από κοινού καταστρωμένο σχέδιο των δύο μηνυτριών, οι οποίες αντάλλαξαν ψευδείς καταθέσεις σε βάρος τους, η μία στην υπόθεση της άλλης και αντιστρόφως. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί των εκκαλούντων - κατηγορουμένων είναι κατά την άποψή μας αβάσιμοι κατ' ουσίαν καθόσον: 1) η Α' εκκαλούσα θα μπορούσε να προσκομίσει αντίγραφο της κίνησης του λογ/σμού της στην ALPHA BANK κατά το ένδικο διάστημα από το οποίο να εμφαίνονται τα εμβάσματα αυτού προς τον υπ' αριθμ. ... λογ/σμό της εγκαλούσας. 2) όπως προκύπτει από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας η ίδια η Α' εκκαλούσα ζήτησε από την μηνύτρια να μην την καταγγείλει για την κλοπή των επιταγών, 3) ότι η μηνύτρια εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... επιταγή στο όνομα της Α' εκκαλούσας υπό την απειλή της ύπαρξης χρέους της προς την Χ4 και το σύζυγό της Χ3 και ότι σε περίπτωση που δεν πληρωθεί θα καταχωρηθεί στα Τραπεζικά συστήματα 2) ο εκκαλών Χ3 δεν είναι δυνατόν να έχει δανείσει την Α' εκκαλούσα, με το προαναφερόμενο ποσό των 300.000 με 350.000 δρχ., προκειμένου αυτή να διευκολύνει την εγκαλούσα, η οποία αντιμετώπιζε οικονομική δυσπραγία στην επιχείρησή της, χωρίς ποτέ να έλθει σε προσωπική επαφή με την ίδια την εγκαλούσα, λαμβανομένου υπόψη του ιδιαιτέρως μεγάλου χρηματικού ποσού με το οποίο την δάνεισε. Άλλωστε ο ίδιος υποστηρίζει ότι δάνεισε στην Α' εκκαλούσα το ποσό αυτό για να το επενδύσει αυτή στο χρηματιστήριο. Τέλος όσον αφορά τον ισχυρισμό των εκκαλούντων ότι η βασική μάρτυρας κατηγορίας στην προκειμένη υπόθεση είναι ψευδομάρτυρας, γι' αυτό και αθωώθηκαν στη δική της υπόθεση η μήνυση είναι κατά την άποψή μας αβάσιμος κατ' ουσίαν, καθόσον αυτοί αθωώθηκαν δεδομένου η εν λόγω μάρτυρας δεν προσκόμισε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία στην υπόθεσή της και δεν πρότεινε ως μάρτυρες τα μέλη της οικογενείας της, επειδή φοβόταν για την ασφάλειά τους, λόγω του φόβου που της είχαν εμποιήσει οι κατηγορούμενοι. Με τα δεδομένα αυτά προφανές καθίσταται ότι υφίστανται αποχρώσες ενδείξεις ενοχής για την στήριξη δημόσια στο ακροατήριο κατηγορίας σε βάρος των εκκαλούντων - κατηγορουμένων, που αναφέρονται στην αρχή γι' αυτό και πρέπει ν' απορριφθούν οι εφέσεις τους ως ουσιαστικά αβάσιμες, να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να τους επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα". Ακολούθως, το Συμβούλιο Εφετών, απέρριψε κατ'ουσία την έφεση που άσκησε η κατηγορούμενη Χ1 κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικαστεί ως υπαίτια της πράξεως της κακουργηματικής πλαστογραφίας (νοθεύσεως) μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση, από την οποίαν το συνολικό όφελος αυτής και η αντίστοιχη ζημία της εγκαλούσας υπερβαίνει το ποσόν των 73.000 ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την, κατά τα παραπάνω, επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο αυτός παραπέμφθηκε στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα πραγματικά περιστατικά αυτά, και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. στ', 14, 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 47 παρ.1, 94 παρ.1, 98, 386 παρ.1 β και 216 παρ. 1, 2, 3 α του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, και έτσι το βούλευμα δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα το Συμβούλιο με εμπεριστατωμένη αιτιολογία διαλαμβάνει τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση με συνολικό όφελος αυτής και αντίστοιχη ζημία της εγκαλούσας, από την κυκλοφορία στην αγορά των πλαστογραφηθεισών έξι τον αριθμό τραπεζικών επιταγών αυτής, συνολικού ποσού 148.000 ευρώ και συγκεκριμένα ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος της πρώτης κατηγορουμένης, Χ1, ικανές να επιστηρίξουν δημόσια εναντίον της κατηγορία, για την σε βαθμό κακουργήματος πράξη αυτή. Το βούλευμα επίσης, προκύπτει ότι: α) αξιολογεί πλήρως την από 28-5-2003 Δήλωση- Βεβαίωση της εγκαλούσας Ψ, δεχόμενο ότι η με αριθ. ... επιταγή της εγκαλούσας, εκδόθηκε υπό την απειλή της υπάρξεως του χρέους αυτής, από την κυκλοφορία και σφράγιση προηγούμενης κλαπείσας και πλαστογραφημένης από την κατηγορουμένη επιταγής της, οπισθογραφηθείσας παράνομα από την κατηγορουμένη προς το ζεύγος των συγκατηγορουμένων συνεργών της Χ3 και Χ4, για να μη καταχωρηθεί στα τραπεζικά συστήματα το όνομά της, β) αξιολογεί και το με αριθ. 2927/2007 απαλλακτικό της κατηγορουμένης βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών (βλ. φύλλο 10), που αφορούσε παρεμφερείς κατηγορίες με άλλη παθούσα την νυν μάρτυρα κατηγορίας Φ, ενώ γ) διαλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σχετικά με την απόρριψη του αιτήματος της άνω κατηγορουμένης για την άρση του τραπεζικού απορρήτου τραπεζικού της λογαριασμού, προκειμένου να διαπιστωθεί το ύψος των εμβασμάτων που έγιναν από το λογαριασμό αυτής, τα έτη 2001-2003, στο λογαριασμό της εγκαλούσας, αφού μπορούσε η ιδία να προσκομίσει έγγραφο για την κίνηση του δικού της λογαριασμού και τυχόν αποδεικτικά έγγραφα - εμβάσματα αυτής προς το τραπεζικό λογαριασμό της εγκαλούσας και επομένως οι συναφείς αιτιάσεις της άνω αναιρεσείουσας είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Επομένως ο από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠοινΔ, μοναδικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως της Χ1, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως της Χ1, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, απορριφθούν δε και οι λοιπές απορριπτέες ως παραπάνω αιτήσεις των λοιπών τριών αναιρεσειόντων και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα .(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις με αριθμούς 93/19-5-2008, 97/23-5-2008, 98/23-5-2008 και 99/23-5-2008 αντίστοιχες αιτήσεις των κατηγορουμένων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) της Χ4, για αναίρεση του με αριθμό 394/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ, για καθένα από αυτούς. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2009.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ