Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2185 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αναιρέσεων συνεκδίκαση. Περίληψη: Απαράδεκτες οι αναιρέσεις: η πρώτη διότι δεν ασκήθηκε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 ΚΠΔ και η δεύτερη ως εκπρόθεσμη. ΑΡΙΘΜΟΣ 2185/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..... κατά την πρώτη αίτηση αναιρέσεως και ..... κατά τη δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, ο οποίος δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως των υπ' αριθμ. 3607/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων και 2845/2007 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων και το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με τις ως άνω αποφάσεις τους διέταξαν όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 25 Ιανουαρίου 2008 και 22 Απριλίου 2008 αιτήσεις του αναιρέσεως, καθώς και στο από 21 Απριλίου 2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων της από 25 Ιανουαρίου 2008 αίτησής του, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 360/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη με αριθμό 327/17.6.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Δικαστήριό σας (σε Συμβούλιο) τις από 25-1-2008 και 22-4-2008 δύο αιτήσεις αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..... (περιοχή .....) κατά την πρώτη αίτηση και ....., οδ. ..... αριθμ. ..., κατά τη δεύτερη αίτηση, που υπογράφεται η πρώτη τούτων από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος Γεώργιο Καλλιπολίτη και ασκήθηκε η δεύτερη με δήλωση, κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 474 παρ. 1 ΚΠοινΔ στη γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Αθηνών, από τον ως άνω πληρεξούσιό του δικηγόρο Γεώργιο Καλλιπολίτη, ο οποίος είχε την προς τούτο εντολή, όπως προκύπτει από την από 11-4-2008 εξουσιοδότηση που έχει προσαρτηθεί στην αριθμ. 38/22-4-2008 έκθεση αναίρεσης και στρέφονται κατά της αριθμ. 2845/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η αριθμ. 1648/7-12-2005 έφεσή του κατά της αριθμ. 3607/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων
(4)ετών για διακεκριμένες κλοπές κατ'εξακολούθηση, η πρώτη δε τούτων (αίτηση αναίρεσης) στρέφεται και κατά της ως άνω με αριθμό 3607/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών και εκθέτω τα εξής: Επειδή κατά το άρθρο 509 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. "και στην αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης του δικαστηρίου εφαρμόζονται τα άρθρα 473 παρ. 2 και 474", κατά δε το άρθρο 474 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα "με την επιφύλαξη της διάταξης της παραγ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σ'εκείνο που τη διευθύνει. Για τη δήλωση αυτή συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπο του (άρθρο 465 παρ. 1) και από εκείνον που τη δέχεται". Από τη διάταξη αυτή προσδιορίζονται αποκλειστικώς τα αρμόδια όργανα ενώπιον των οποίων θα συνταχθεί η έκθεση αιτήσεως αναιρέσεως. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 παρ. 1 και 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ συνάγεται ότι όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο. Η προθεσμία γενικώς για την άσκηση των ενδίκων μέσων, εφόσον διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, είναι δέκα ημέρες, όταν ο δικαιούμενος διαμένει στην ημεδαπή και ήταν παρών κατά τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως. Κατά την εξαιρετική δε διάταξη της παραγ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 473, η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Εξάλλου, από τη γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν υποχρεώνεται στα αδύνατα, προκύπτει ότι είναι επιτρεπτή η άσκηση ενδίκου μέσου και μετά την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεως του, αν συνέτρεξε λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, αλλά στην περίπτωση αυτή, όπως συνάγεται από το άρθρο 474 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ., ο ασκών το ένδικο μέσο πρέπει στη δήλωση ασκήσεως του να αναφέρει το λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του και τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τον επικαλούμενο αυτό λόγο. Αν δεν το πράξει, το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, ως εκπρόθεσμο και απορρίπτεται. Επίσης, από τις διατάξεις του άρθρου 273 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., όπως ήδη ισχύει, προκύπτει ότι ως δήλωση κατοικίας ή διαμονής, στην οποία επιδίδονται εγκύρως στον κατηγορούμενο, ωσότου η καταδικαστική απόφαση γίνεται αμετάκλητη και εκτελεστή, όλα τα έγγραφα της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθώς και κάθε άλλο ποινικό δικόγραφο, θεωρείται και εκείνη που αναγράφεται στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου, εκτός αν ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει μεταβολή της πριν από την επίδοση. Αν ο επιδίδων δεν βρει για οποιονδήποτε λόγο τον κατηγορούμενο στην κατά τα παραπάνω δηλωθείσα διεύθυνση και δεν βρεθεί σύνοικός του στη διεύθυνση αυτή, επικολλά το έγγραφο στη θύρα της οικίας και αντίγραφο του θυροκολληθέντος εγγράφου επιδίδεται στον τυχόν διορισμένο αντίκλητο του κατηγορουμένου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 155 παρ. 2 του K.Ποιν.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση καθόσον αφορά την από 25-1-2008 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατά των αριθμ. 2845/2007 και 3607/2005 αποφάσεων του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα, που υπογράφεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, Γεώργιο Καλλιπολίτη και απευθύνεται "ενώπιον του Αρείου Πάγου" παραδόθηκε στην αστυφύλακα του Τμήματος Ασφαλείας Μαρκοπούλου ....., για περαιτέρω διαβίβαση στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, συντάχθηκε δε από την αστυφύλακα αυτή, κάτω από την αίτηση, η από 27-1-2008 έκθεση εγχειρίσεως, η οποία υπογράφηκε από τον εγχειρίσαντα αυτήν πληρεξούσιο δικηγόρο ως και από την αστυφύλακα και τον δεύτερο ανακριτικό υπάλληλο. Η αίτηση όμως αυτή δεν ασκήθηκε κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1 και 509 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. και συνεπώς εφόσον δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση της πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, απορριπτομένων, μετά ταύτα και των από 21-4-2008 προσθέτων λόγων επίσης ως απαραδέκτων, αφού απαραίτητη προϋπόθεση για το παραδεκτό αυτών είναι η παραδεκτή αίτηση αναιρέσεως. Επίσης, ως προς την προσβαλλομένη με αριθμό 3607/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, δεν είναι επιτρεπτή η άσκηση αναιρέσεως κατ'αυτής, εφόσον έχει ασκηθεί έφεση κατ'αυτής και έχει εκδοθεί η αριθμ. 2845/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως ανυποστήρικτη και υπόκειται αυτή, πλέον ως τελειωτική της κατηγορίας απόφαση (ΑΠ 1568/2006, ΑΠ 78/2005, ΑΠ 1870/2001 κ.α.) σε αναίρεση και συνεπώς και για το λόγο αυτό η κρινόμενη αναίρεση, κατά το μέρος της με το οποίο πλήττεται η ανωτέρω απόφαση, είναι απαράδεκτη, διότι στρέφεται κατά αποφάσεως που δεν υπόκειται σε αναίρεση (άρθρα 463, 504 παρ. 1, 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). Καθόσον αφορά την από 22-4-2008 αίτηση του ιδίου αναιρεσείοντος η προσβαλλομένη με αριθμό 2845/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο κατά το άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ ειδικό βιβλίο στις 30-11-2007 (βλ. απόφαση και σχετική υπηρεσιακή βεβαίωση). Ακολούθως δε, επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα με θυροκόλληση, στη διεύθυνση που αυτός είχε δηλώσει με την έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως, στις 31-12-2007 και στον αντίκλητό του δικηγόρο Γεώργιο Κάβουρα στην οδό ..... αριθ. ... στην ....., στις 18-12-2007 (βλ. τα από 31-12-2007 και 18-12-2007 αποδεικτικά του αστυφύλακα του Α.Σ. Π. Ράφτη ..... και της Επιμελήτριας Δικαστηρίων ....., αντίστοιχα). Πρέπει να σημειωθεί ότι το κύρος της επίδοσης δεν επηρεάζεται από ποια, θυροκόλληση ή επίδοση στον αντίκλητο, προηγήθηκε της άλλης (ΑΠ 1936/2007, ΑΠ 679/1997 ΠΧ, ΜΗ, 166, ΑΠ 514/97 ΠΧ, ΜΗ, 120, ΑΠ 513/97 ΠΧ, ΜΗ, 119). 'Ετσι η δεκαήμερη προθεσμία της αναιρέσεως κατά της επιδοθείσης πιο πάνω αποφάσεως, που άρχισε από την επομένη της χρονικώς δεύτερης ως άνω επιδόσεως (31-12-2007) - Συμ. ΑΠ 2124/2005 Πράξ. Λογ. ΠΔ 2006, 50 επ, 51, ΑΠ 730/2002 ΠΧ, ΝΓ, 223) έληξε στις 10-1-2008, ενώ η κατ'αυτής αναίρεση ασκήθηκε στις 22-4-2008, δηλαδή μετά την πάροδο της οριζόμενης για την άσκηση της δεκαήμερης προθεσμίας - Στην έκθεση αναιρέσεως ο αναιρεσείων δεν επικαλείται κανένα λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Κατ'ακολουθίαν η κρινόμενη αυτή δεύτερη αίτηση αναίρεσης είναι εκπρόθεσμη και συνεπώς απαράδεκτη. Εν όψει όλων αυτών πρέπει, κατά τα άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ, να απορριφθούν ως απαράδεκτες οι κρινόμενες δύο αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Να απορριφθούν ως απαράδεκτες οι από 25-1-2008 και 22-4-2008 δύο αιτήσεις αναίρεσης του Χ, κατοίκου ..... (περιοχή .....) κατά την πρώτη και κατοίκου ....., οδ. ..... αριθμ. ..., κατά τη δεύτερη, κατά των αριθμ. 2845/2007 και 3607/2005 αποφάσεων του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, αντίστοιχα, απορριπτομένων ως απαραδέκτων και των από 21-4-2008 προσθέτων λόγων. Και 2) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 17 Ιουνίου 2008 Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι από 25-1-2008 και 22-4-2008 δύο αιτήσεις αναιρέσεως του Χ η πρώτη των οποίων στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 2845/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών,με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η με αριθμ. 1648/2005 έφεσή του κατά της υπ' αριθμ.3607/2005 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών και κατά της τελευταίας και η δεύτερη κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών πρέπει να συνεκδικασθούν. Κατά την διάταξη του άρθρου 474 παρ. 1 Κ.Π.Δ., με την επιφύλαξη της διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή εις τον γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στην φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει και σ' εκείνον που τη διευθύνει. Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του (άρθρο 465 παρ. 1). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 473 παρ. 2 ίδιου Κώδικα, η αίτηση αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στην παρ. 2 του επόμενου άρθρου και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ.
- Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η αίτηση αναιρέσεως ασκείται μόνο κατά τους προαναφερόμενους τρόπους. Εξάλλου από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 509 παρ.2 του ΚΠΔ, που ορίζει ότι, εκτός από τους λόγους που αναφέρονται στην έκθεση για την αναίρεση, μπορούν να προταθούν και πρόσθετοι λόγοι με έγγραφο που κατατίθεται στη Γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση του παραδεκτού των προσθέτων λόγων, πρέπει να είναι το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση η από 25-1-2008 πρώτη αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος που υπογράφεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καλλιπολίτη και απευθύνεται "ενώπιον του "Αρείου Πάγου" παραδόθηκε στην αστυφύλακα του Τμήματος Ασφαλείας Μαρκοπούλου ....., για περαιτέρω διαβίβαση στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, συντάχθηκε δε από την αστυφύλακα αυτή, κάτω από την αίτηση, η από 27-1-2008 έκθεση εγχειρίσεως, η οποία υπογράφηκε από τον εγχειρίσαντα πληρεξούσιο δικηγόρο ως και από την αστυφύλακα και τον δεύτερο ανακριτικό υπάλληλο. Η αίτηση αυτή, η οποία ασκήθηκε με τον προαναφερθέντα τρόπο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι ασκήθηκε χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, και συνακόλουθα πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι και οι από 21-4-2008 πρόσθετοι λόγοι που προβλήθηκαν από τον αναιρεσείοντα με δικόγραφό του, το οποίο κατατέθηκε στον αρμόδιο Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 21 Απριλίου
- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 507 παρ.1, 473 παρ.1 και 3 και 474 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά αποφάσεως, δια δηλώσεως στο γραμματέα του δικαστηρίου που την εξέδωσε, όταν ο δικαιούμενος είναι απών κατά την απαγγελία της απόφασης, είναι δέκα ημέρες και αν η επίδοση έγινε στην αλλοδαπή ή σε πρόσωπο άγνωστης διαμονής, τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, είτε από την καταχώρηση της καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, αναλόγως του ποια είναι μεταγενέστερη, η επίδοση δηλαδή ή η καταχώρηση. Εξάλλου κατά το άρθρο 273 παρ.1 εδάφ. γ' και 498 ΚΠοινΔ επί ασκήσεως εφέσεως, όπου ο εκκαλών δηλώνει την κατοικία ή διαμονή του κάθε έγγραφο της διαδικασίας στο ακροατήριο, όπως είναι και η κλήση του εκκαλούντος προς εμφάνισή του στο δικαστήριο για την υποστήριξη της έφεσής του θεωρείται ότι επιδίδεται εγκύρως αν η επίδοση γίνει στη διεύθυνση της κατοικίας ή διαμονής που του δηλώθηκε με την έφεση και αν ακόμη ο εκκαλών κατά το χρόνο επίδοσης της κλήσης είχε μεταβάλει τη δηλωθείσα κατοικία και διαμονή, εκτός αν είχε δηλώσει αρμοδίως τη μεταβολή αυτή πριν από την επίδοση. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 155 παρ.2 ΚΠοινΔ, αν ο εκκαλών μεταβάλει τη διεύθυνση της κατοικίας του, που είχε δηλώσει με την έφεσή του χωρίς να προβεί αρμοδίως σε δήλωση για τη μεταβολή αυτή, η επίδοση προς αυτόν της κλήσεως του Εισαγγελέα για να εμφανισθεί στο ακροατήριο του δικαστηρίου για την υποστήριξη της έφεσης, γίνεται, από εκείνον που κάνει την επίδοση, με θυροκόλληση της κλήσης στην οικία που είχε δηλωθεί με την έφεσή ως κατοικία, καθώς και επίδοση της ίδιας κλήσεως προς τον διορισθέντα αντίκλητο. Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 του ΚΠοινΔ, το ένδικο μέσο που ασκήθηκε εκπρόθεσμα απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Τότε μόνο συγχωρείται εκπρόθεσμη άσκηση αναίρεσης, όταν στην κατά το άρθρο 474 ΚΠοινΔ συντασσόμενη έκθεση ασκήσεώς της, γίνεται επίκληση των περιστατικών τα οποία συνιστούν ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα που κατέστησε αδύνατη την εμπρόθεσμη άσκησή της, καθώς και των αποδεικτικών μέσων που αποδεικνύουν τα περιστατικά αυτά. Στην προκείμενη περίπτωση η με αριθμό 2845/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών που προσβάλλεται με την δεύτερη αίτηση αναιρέσεως καταχωρήθηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου την 30η Νοεμβρίου 2007 και επιδόθηκε στον κατηγορούμενο με θυροκόλληση στη δηλωθείσα με την έφεση διεύθυνση της κατοικίας του (..... άνευ αριθμού στο ..... ) την 31η Δεκεμβρίου 2007 και στον αντίκλητο δικηγόρο του Γεώργιο Κάβουρα την 18η Δεκεμβρίου 2007 στη διεύθυνση που προέκυπτε από την έκθεση εφέσεως, ήτοι επί της οδού ..... αριθμ. ... των ..... (βλ.τα από 31-12-2007 και 18-12-2007, αντίστοιχα αποδεικτικά του αστυφύλακα του Α.Σ. Π. ΡΑΦΤΗ ..... και της επιμελήτριας Δικαστηρίων .....). Το κύρος της επιδόσεως δεν επηρεάζεται στην προκειμένη περίπτωση που η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε πρώτον στον αντίκλητο δικηγόρο του εκκαλούντος κατηγορουμένου και στη συνέχεια δια θυροκολλήσεως στον ίδιον. Η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 155 παρ. 2 ΚΠοινΔ αναφέρεται στο συνήθως συμβαίνον που είναι προδήλως να προηγείται η θυροκόλληση της επιδόσεως προς τον αντίκλητο, αφού ο δικαστικός επιμελητής δεν γνωρίζει, κατά κανόνα, αν την επίδοση θα ενεργήσει με θυροκόλληση και κινδυνεύει, αν ακολουθήσει αντίστροφη σειρά, να ενεργήσει περιττή επίδοση (αυτή προς τον αντίκλητο, αν ευρεθούν τα πρόσωπα της παρ. 1 εδαφ. β' του άρθρου 155 ΚΠοινΔ και παραλάβουν το έγγραφο). Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενώπιον του Γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στις 22-4-2008, ήτοι πολύ μετά την παρέλευση της πιο πάνω δεκαήμερης προθεσμίας από της επιδόσεως της πληττόμενης απόφασης στον αναιρεσείοντα, αφού προηγουμένως είχε καταχωρισθεί στο ως άνω ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠοινΔ χωρίς στην έκθεση αναιρέσεως ο αναιρεσείων να επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Κατ ακολουθίαν πρέπει, λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη. Μετά από αυτά και την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος (κατά την επί του φακέλου σημείωση του αρμόδιου Γραμματέα) και τη μη εμφάνισή του, πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτες οι αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 25-1-2008 και 22-4-2008 αιτήσεις και τους από 21-4-2008 πρόσθετους λόγους του Χ, κατοίκου ..... (περιοχή .....) κατά την πρώτη και ..... (..... αριθμ. ...) κατά τη δεύτερη για αναίρεση των 2845/2007 και 3607/2005 αποφάσεων του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι