Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2193 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Δικηγορική αμοιβή. Περίληψη: Κατά την έννοια των διατάξεων του Κώδικα Δικηγόρων, στις οποίες γίνεται λόγος «για τη σύνταξη», το δικαίωμα του δικηγόρου να απαιτήσει την προβλεπόμενη από τις εν λόγω διατάξεις αμοιβή, προϋποθέτει ολοκληρωμένη την ενέργεια σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, για την οποία προβλέπεται η εν λόγω αξίωση του, και ειδικότερα διατύπωση από το δικηγόρο του περιεχομένου του οικείου διαδικαστικού εγγράφου και υπογραφή του από τον ίδιο. Αριθμός 2193/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ζ. Β., δικηγόρου Λεβαδείας κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μαυροειδή, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS" πρώην "Τράπεζα EFG EUROBANK ERGASIAS Ανώνυμη Εταιρεία", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γιάννη Μπόμπο και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-9-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λεβαδείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 13/2013 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-1-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ανδρέας Δουλγεράκης, ανέγνωσε την από 25-9-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1) Kανόνας δικαίου παραβιάζεται, κατ' άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή και 2) Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που το δικαστήριο εφάρμοσε. Η ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία υπάρχει και όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία στηρίζουν τη διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα. Ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, όταν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκή ή ασαφή αιτιολογία. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που έχει έντονο το χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης δημοσίας τάξεως διατάξεις, όπως είναι οι αξιώσεις των δικηγόρων προς καταβολή της ελαχίστης αμοιβής τους για την παροχή των νομικών υπηρεσιών τους, που ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 92 παρ. 1 , 98, 100 επ. του ΝΔ 3026/1954 "περί Κώδικος των Δικηγόρων". Ειδικότερα (α) κατ' αρθ. 91 παρ.1 του ως άνω Κώδικος ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δικαστηριακής ή άλλης δαπάνης, την οποία κατέβαλε εξ ιδίων και αμοιβή για κάθε εργασία του δικαστική ή εξώδικη, (β) κατ' άρθ. 92 παρ.1 του ίδιου Κώδικος (όπως ισχύει μετά την προσθήκη του εδ. β αυτής με το άρθ. 5 παρ. 3 του ν.δ. 4272/1962 και την αντικατάστασή του με το άρθρο 8 ν. 1093/ 1980), η δικηγορική αμοιβή κανονίζεται με συμφωνία του δικηγόρου και του εντολέα ή αντιπροσώπου του, η οποία περιλαμβάνει είτε όλη τη διεξαγωγή της δίκης είτε μέρος της είτε μεμονωμένες πράξεις ή άλλης φύσεως εργασίες, σε καμία περίπτωση, όμως, δεν επιτρέπεται να υπολείπεται των ελαχίστων ορίων που καθορίζονται από τα άρθρα 98 επ. του ως άνω Κώδικος, κάθε δε συμφωνία για λήψη κατώτερης αμοιβής από τα ως άνω καθοριζόμενα όρια είναι άκυρη, ανεξάρτητα από τον χρόνο σύναψης της. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες αποσκοπούν όχι μόνο στην προστασία του δικηγόρου ως εργαζομένου αλλά και στην κατοχύρωση του κύρους του δικηγόρου ως θεράποντος του δημοσίου συμφέροντος, συνάγεται, ότι η συμφωνία μεταξύ του εντολέως και του δικηγόρου για την λήψη αμοιβής κατώτερης των ελαχίστων ορίων που καθορίζονται στα άρθρα 98 επ. του Κώδικος των Δικηγόρων, ανεξάρτητα από το χρόνο σύναψης της (πριν ή μετά την εκτέλεση της συμφωνημένης εργασίας) και τη μορφή με την οποία συνάπτεται, όπως άφεση χρέους του άρθρου 456 ΑΚ ή άλλη συμφωνία, είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη (άρθρ. 174, 180 ΑΚ). Ο δικηγόρος, παρά την συμφωνία αυτή, δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του για κάθε εργασία του, δικαστική ή εξώδικη, τα από το νόμο οριζόμενα ελάχιστα όρια αμοιβής, ο δε εντολέας του δεν μπορεί ν' αντιτάξει κατά της απαίτησης του προς καταβολή της εν λόγω απαίτησης του, ότι είχε συμφωνηθεί μικρότερη αμοιβή, αφού η συμφωνία αυτή είναι άκυρη. Όμως, η αφορμή ή οι συνθήκες, με τις οποίες έγινε η παραίτηση του δικηγόρου από κάθε απαίτησή του για δικηγορική αμοιβή, το περιεχόμενο της έγγραφης παραίτησης του κ.λ.π. μπορούν να ασκήσουν επιρροή για την εκτίμηση της αντίθεσης της συμπεριφοράς του στην καλή πίστη, αφού, ανεξάρτητα από την ακυρότητα της παραίτησης, η αβίαστη παραίτηση του δικηγόρου από την καταβολή της επιπλέον αμοιβής καθιστά κακόπιστη την εν συνεχεία διεκδίκησή της. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 98 του Ν.Δ. 3026/1954 "περί του Κώδικα των Δικηγόρων", ελλείψει ειδικής συμφωνίας μεταξύ του δικηγόρου και του εντολέα του, το ποσό της αμοιβής του πρώτου ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των επόμενων άρθρων του Κώδικα αυτού, κατά δε το άρθρο 100 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το ελάχιστο όριο της αμοιβής για τη σύνταξη κύριας αγωγής ορίζεται σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου αυτής, ενώ, επί αγωγών από συναλλαγματικές και γραμμάτια σε διαταγή κατά την έκτακτη διαδικασία αυτών το ανωτέρω ποσοστό μειώνεται στο ήμισυ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 114 παρ. 3α του ανωτέρω Κώδικα, για τη σύνταξη κάθε άλλης αίτησης, που δεν κατονομάζεται στον Κώδικα αυτό, το ελάχιστο όριο της αμοιβής του δικηγόρου, ενώπιον του Προέδρου, είναι 30 δρχ. Από τις εν λόγω διατάξεις συνάγεται, με σαφήνεια, ότι εκείνη του άρθρου 100 παρ. 1β του Κώδικα των Δικηγόρων εφαρμόζεται και επί αιτήσεων προς έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση συναλλαγματικές και γραμμάτια σε διαταγή, αλλά, για την ταυτότητα του λόγου, και με βάση οποιαδήποτε άλλα έγγραφα, αφού και στην περίπτωση αυτή τηρείται η ίδια διαδικασία. Συνεπώς, εφόσον η αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση τους, ως άνω, πιστωτικούς τίτλους και τα άλλα έγγραφα περιλαμβάνεται στη διάταξη του άρθρου 100 παρ. 1β του Κώδικα των Δικηγόρων, μολονότι δεν κατονομάζεται ρητώς σ' αυτή, η αμοιβή του δικηγόρου για τη σύνταξη της εν λόγω αίτησης ορίζεται σε ποσοστό 1% επί της αξίας του αντικειμένου της. Κατά την έννοια, όμως, των παραπάνω διατάξεων, στις οποίες γίνεται λόγος "για τη σύνταξη", το δικαίωμα του δικηγόρου να απαιτήσει την προβλεπόμενη από τις εν λόγω διατάξεις αμοιβή προϋποθέτει ολοκληρωμένη την ενέργεια σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, για την οποία προβλέπεται η εν λόγω αξίωσή του και ειδικότερα διατύπωση από το δικηγόρο του περιεχομένου του οικείου διαδικαστικού εγγράφου και υπογραφή του από τον ίδιο. Η νομική αυτή παραδοχή δεν αναιρείται από το άρθρο 173 του ιδίου Κώδικα, κατά τους ορισμούς του οποίου "Η υπογραφή εγγράφου παρά δικηγόρου χορηγεί αυτώ το δικαίωμα της κατά τον παρόντα νόμον πλήρους δια την σύνταξιν του εγγράφου αμοιβή". Με το άρθρο αυτό ορίζεται, ως επιπρόσθετη προϋπόθεση, για να δικαιούται ο δικηγόρος της απόληψης της προβλεπομένης αμοιβής, η υπογραφή του δικογράφου της αγωγής, το περιεχόμενο της οποίας εκείνος έχει διατυπώσει, με την οποία και ολοκληρώνεται η σύνταξή της. Μόνο η σύνταξη του κειμένου αυτής ή η υπογραφή της δεν αρκεί. Με τη ρύθμιση αυτή γίνεται αντιδιαστολή προς εκείνη των προηγουμένων άρθρων 160 και 161, με τα οποία προβλέπεται αμοιβή για τη σύνταξη έκθεσης για τον έλεγχο τίτλων ιδιοκτησίας ακινήτου (άρθρο 160) ή ιδιωτικών εγγράφων ή σχεδίων δημοσίων εγγράφων για κάθε είδους δικαιοπραξίες (άρθρο 161) χωρίς να απαιτείται στις περιπτώσεις αυτές και η υπογραφή του δικηγόρου για τη λήψη της αμοιβής του. Προς την ακολουθούμενη ερμηνεία του άρθρου 173 του Κώδικα Περί Δικηγόρων συμπορεύεται και το άρθρο 51 §§ 1,3 του ιδίου Κώδικα, με το οποίο τιμωρείται πειθαρχικώς, τουλάχιστον με πρόστιμο, ο δικηγόρος που υπογράφει γνωμοδοτήσεις, δικόγραφα ή άλλα έγγραφα, τα οποία δεν έχουν συνταχθεί από εκείνον ή για τα οποία δεν διασκέφτηκε με τον συντάκτη τους. Η απόληψη αμοιβής για πειθαρχικώς ελεγχόμενη δικαστική ενέργεια δεν ανταποκρίνεται στη νομοθετική βούληση και δεν δικαιολογείται(ολ ΑΠ, 9/2008).Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του, το Μονομελές Εφετείο Λαμίας δέχθηκε, μεταξύ των άλλων και τα παρακάτω, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα, που είναι δικηγόρος, διορισμένη στο Δικηγορικό Σύλλογο Λιβαδειάς και διατηρεί γραφείο στην πόλη της Λιβαδειάς, παρείχε στην εναγομένη τις νομικές της υπηρεσίες, από τις αρχές του έτους 2000 μέχρι το έτος 2006, αμειβόμενη με βάση το εκάστοτε ισχύον για όλους του συνεργαζόμενους δικηγόρους αμοιβολόγιο (Πίνακα αμοιβών), που τηρούσε η εναγομένη, αναπροσαρμοζόμενο κατά διαστήματα. Σύμφωνα με το αμοιβολόγιο αυτό και εφόσον το προβλεπόμενο γραμμάτιο προείσπραξης δεν ήταν ανώτερο προβλέπονταν οι εξής αμοιβές: 1) για την έκδοση Διαταγής πληρωμής αρμοδιότητας Μονομελούς Πρωτοδικείου και για ποσό από 60.000 ευρώ έως 150.000 ευρώ, 700 ευρώ ως αμοιβή και για ποσό άνω των 150.000 ευρώ, 900 ευρώ, ως αμοιβή, 2) για τη σύνταξη της επιταγής προς πληρωμή, ποσό 75 ευρώ, 3) για την παράσταση και συζήτηση ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, αρμοδιότητας Μονομελούς Πρωτοδικείου και για ποσό από 30.000 ευρώ και άνω, ποσό 550 ευρώ, ενώ για αρμοδιότητα Πολυμελούς Πρωτοδικείου για μεν ποσά από 60.001 ευρώ έως 150.000 ευρώ, ποσό 600 ευρώ και για ποσά από 150.001 και άνω, ποσό 800 ευρώ και 4) για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης με βάση διαταγή πληρωμής ποσό 180 ευρώ. Στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας, κατόπιν εντολής της εναγομένης, η ενάγουσα υπέγραψε την από 2-3-2004 αίτηση της προς έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Π. Λ. Α.Β.Ε.Ε." και των εγγυητών αυτής, για απαίτηση 6.000.000 ευρώ από αλληλόχρεο λογαριασμό και την κατέθεσε στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς στις 2-3-2004, η οποία έγινε δεκτή και εκδόθηκε η 16/2004 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς. Στη συνέχεια συνέταξε και τη σχετική επιταγή προς πληρωμή την οποία και επέδωσε προς τους ως άνω οφειλέτες. Στη συνέχεια η ενάγουσα υπέγραψε το δικόγραφο των από 30-9-2004 προτάσεων, καθώς και την από 4-10-2004 προσθήκη αντίκρουση, επί της από 23-3-2006 και με αριθμό 47/26-3-2004 ανακοπής που άσκησαν η ως άνω ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Π. Λ. Α.Β.Ε.Ε.", καθώς και οι εγγυητές κατά της ήδη εναγομένης και της 16/2004 διαταγής πληρωμής, συζήτηση της οποίας ορίσθηκε δικάσιμος το πρώτον η 21-10-2004, κατά την οποία η συζήτηση της αναβλήθηκε για την 3-2-2005 και στη συνέχεια για την 19-5-
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.