Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 22 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια. Περίληψη: Απόλυτη ακυρότητα 171 παρ. 1, 368 ΚΠΔ. Συμπληρωματικές έρευνες. Δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας από το ότι το αιτιολογικό αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, όταν αναφέρονται σ’ αυτό αναλυτικά τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το αδίκημα. ΑΡΙΘΜΟΣ 22/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπαουτσή και Νικόλαο Ζαϊρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αρκουμάνη, περί αναιρέσεως της 229/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαϊου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1010/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή σε περίπτωση μη τηρήσεως της διατάξεως του άρθρου 368 Κ.Π.Δ. που αποτελεί ειδικότερη ανάπτυξη των διαλαμβανομένων στο άρθρο 333 ιδίου Κώδικα, δηλαδή στην περίπτωση που πριν κηρυχθεί η λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας ο διευθύνων τη συζήτηση δεν ρώτησε τον κατηγορούμενο αν έχει ανάγκη από κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση, δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 Κ.Π.Δ ιδρύουσα τον από το άρθρο 510 παρ. 1 εδ. α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, γιατί δεν απαγγέλλεται από αυτή τέτοια ακυρότητα, ούτε και από την παράλειψή της παρακωλύεται η άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, αφού αυτός, αν θέλει κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση, μπορεί να το ζητήσει, οπότε επέρχεται ακυρότητα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 170 παρ. 2 Κ.Π.Δ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 229/2006 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, επέτρεψε τη δια συνηγόρου εκπροσώπηση του απολειπόμενου- κατηγορούμενου (ήδη αναιρεσείοντος) Χ1 και ο τελευταίος δικάστηκε σαν να ήταν παρών, ο δε συνήγορός του τον εκπροσώπησε πλήρως (άρθρο 502 παρ.1 Κ.Π.Δ). Περαιτέρω, από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, αναφέρονται κατά πιστή μεταφορά τα εξής: " Μετά απ' αυτά η Πρόεδρος ρώτησε την Εισαγγελέα εάν χρειάζεται καμία συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση και, όταν απάντησε αρνητικά, η Πρόεδρος κήρυξε τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και έδωσε το λόγο στην Εισαγγελέα, η οποία ανέπτυξε την κατηγορία και πρότεινε να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος ένοχος. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο και ανέπτυξε την υπεράσπιση, ζήτησε την απαλλαγή του πελάτη του....". Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η περί του αντιθέτου αναιρετική αιτίαση για απόλυτη ακυρότητα, εκ του ότι, προ της κηρύξεως του πέρατος της αποδεικτικής διαδικασίας, δεν ρωτήθηκε ο εκπροσωπών τον αναιρεσείοντα -κατηγορούμενο πληρεξούσιός του δικηγόρος, για την άσκηση του πιο πάνω δικαιώματος, ενόψει και του ότι δεν προβάλλεται ότι αυτός ζήτησε την άσκηση του δικαιώματός του αυτού και το Δικαστήριο του το αρνήθηκε. Εξ' άλλου, έλλειψη της κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο την ουσιαστική κρίση του περί της ενοχής του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. (Ολ. ΑΠ 1/2005). Ειδικότερα, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο περιέχει εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη 229/2006 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε "ότι ο κατηγορούμενος στις 30-4-1998 νόθευσε έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλο σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια χρησιμοποίησε το έγγραφο αυτό. Συγκεκριμένα, αποδεικνύεται ότι, ενώ ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, διευθυντής και εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία ......... LTD και έλαβε για λογαριασμό της εταιρείας αυτής από τον εκπρόσωπο της εταιρείας με την επωνυμία ......... EΠE ........ την υπ' αριθμό ......... επιταγή της GRETA BANK έκδοσης της τελευταίας εταιρείας στον Πειραιά σε διαταγή της πρώτης ποσού 3.000.000 δραχμών χωρίς ημερομηνία έκδοσης, ως εγγύηση τήρησης εκ μέρους της εταιρείας ........ EΠE των όρων του από ....... ιδιωτικού συμφωνητικού, καταρτισθέντος μεταξύ των ως άνω εταιρειών, αυτός, χωρίς νόμιμο λόγο και χωρίς τη γνώση και τη συναίνεση του μηνυτή, συμπλήρωσε ως χρόνο έκδοσης της επιταγής την 30-4-1998 με σκοπό να παραπλανήσει τους τρίτους ως προς το γεγονός της νόμιμης έκδοσής της και στη συνέχεια περί τα τέλη του έτους 2001 την χρησιμοποίησε αφού την κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος της εκδότριας εταιρείας." Με τις σκέψεις αυτές, στη συνέχεια στο διατακτικό κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι "στον Πειραιά, στις 30-4-1998, νόθευσε έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια χρησιμοποίησε το έγγραφο αυτό. Ειδικότερα, ενώ ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, διευθυντής και εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία ....... LTD. Που είχε την έδρα της στο Πειραιά και έλαβε για λογαριασμό της εταιρίας αυτής από το μηνυτή και εκπρόσωπο της εταιρείας με την επωνυμία ..... EΠΕ ..... την υπ' αριθμ. ....... επιταγής της CRETA BANK, έκδοσης της τελευταίας εταιρείας στον Πειραιά, σε διαταγή της πρώτης, ποσού 3.000.000 δρχ., χωρίς ημερομηνία έκδοσης, ως εγγύηση καλής συνεργασίας των δύο εταιρειών και τήρησης εκ μέρους της εταιρείας ........ ΕΠΕ των όρων του από ...... μεταξύ των δύο εταιρειών καταρτισθέντος ιδιωτικού συμφωνητικού μεταφοράς προσώπων και οχημάτων της εταιρείας ...... ΕΠΕ, με πλοία της εταιρείας ......... LTD, αυτός, χωρίς νόμιμο λόγο και χωρίς τη γνώση και συναίνεση του μηνυτή, συμπλήρωσε ως χρόνο έκδοσης της επιταγής την 30-4-1998, με σκοπό να παραπλανήσει τους τρίτους, ως προς το γεγονός της νόμιμης έκδοσής της και στη συνέχεια σε μη διακριβωθέντα χρόνο, πάντως περί τα τέλη του έτους 2001, τη χρησιμοποίησε, αφού την κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, με αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος της εκδότριας εταιρείας". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, όπως γι' αυτήν τελικώς καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 12,14,16,26 παρ.1, 27 παρ.1 και 216 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες εφάρμοσε ορθά, χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, υπάρχει πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, παρόλο που το αιτιολογικό είναι σχεδόν ταυτόσημο με το διατακτικό της, αφού στο τελευταίο αναφέρονται αναλυτικά και με λεπτομέρεια τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει προς εξέταση άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29 Μαϊου 2006 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμό 229/14-2-2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.