← Ελλάδα

ΑΠ 22/2014 — Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 22 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Περίληψη: Το δικαστήριο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 648 επ., 652, 681 Α.Κ., 6 ν. 765/1943, 1 παρ. 1 και 2 ν. 2639/1998, αφού η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας και όχι εκείνη των ανεξάρτητων υπηρεσιών. Ο αναιρεσίβλητος δικαιούται την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, ενόψει του ότι το δικαστήριο δέχθηκε ότι η καταγγελία αποτελεί και παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του, γιατί είχε ως αποτέλεσμα "εντελώς αδικαιολόγητα δυσμενείς υλικές και ηθικές συνέπειες για τον τελευταίο". Αριθμός 22/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "…" και το διακριτικό τίτλο "…", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγάθη Μεταξά, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 2-12-2013 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Ζ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ραχιώτη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-4-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 479/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5504/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-4-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 21-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος (κατά το πρώτο μέρος του), από τον αρ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του αρθρ. 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι, με τους όρους της συμφωνίας τους, αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού ή της καταβολής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του προς αυτές. Η υποχρέωση του εργαζοµένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συµµορφώνεται προς τις οδηγίες του, ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισµα της παραπάνω εξάρτησης, η οποία µπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόµενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστηµονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη (ΟλΑΠ 28/2005). Το δικαίωµα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει τη συμμόρφωση του εργαζοµένου, προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία όµως, δεν εξαρτάται µόνον από το αν συντρέχουν όλα ή τα περισσότερα από τα στοιχεία αυτά. Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσότερων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσµευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτή εργαζόµενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθµιση της σχέσης του µε τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο. Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίµηση των όρων και εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει, κατά περίπτωση, ανάλογα µε τα είδος και τη φύση της εργασίας (ΟλΑΠ 28/2005). Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και ειδικότερα, αν ο παρέχων την εργασία δεν υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη, κατά την παραπάνω έννοια, τότε πρόκειται για σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26 § 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΑΕΔ 3/ 3001, ΟλΑΠ 7 και 8/2011). Η παροχή των υπηρεσιών του εργαζοµένου σε καθορισμένο τόπο και χρόνο, καθώς και η συμμόρφωση προς από κοινού συμφωνούμενους όρους, δεν αποτελούν, χωρίς άλλο, κριτήριο παροχής εξαρτημένης εργασίας, αν δικαιολογούνται από τη φύση και τις συνθήκες παροχής της. Ακόμη, δεν αποτελούν αποφασιστικά κριτήρια υπέρ του χαρακτηρισμού της απασχόλησης ως σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, η μη ασφάλιση του εργαζομένου στο ΙΚΑ και η μη χορήγηση σ' αυτόν βεβαιώσεων μισθωτών υπηρεσιών, η ασφάλισή του στο ΤΕΒΕ και η έκδοση δελτίου παροχής υπηρεσιών, η παρακράτηση από τον εργοδότη φόρου ελεύθερων επαγγελματιών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ.1 εδ. α' του νόμου 2639/1998 "ρύθμιση εργασιακών σχέσεων...", η μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου συμφωνία για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας, τηλεργασίας, κατ' οίκον, απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι δεν υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον η συμφωνία αυτή καταρτίζεται εγγράφως και γνωστοποιείται μέσα σε δεκαπέντε ημέρες στην οικεία επιθεώρηση εργασίας. Ενώ, κατά την παράγραφο 2 του αυτού άρθρου "Μέσα σε διάστημα εννέα

(9)μηνών από την δημοσίευση του παρόντος νόμου, κάθε εργοδότης υποχρεούται να υποβάλει στην οικεία επιθεώρηση εργασίας συγκεντρωτική κατάσταση, αναφορικά με τις υφιστάμενες συμφωνίες μεταξύ αυτού και των απασχολούμενων για παροχή υπηρεσιών ή έργου, στην οποία θα αναγράφονται η χρονολογία κατάρτισης των συμφωνιών αυτών και το ονοματεπώνυμο του απασχολουμένου. Σε περίπτωση παραλείψεως υποβολής της κατάστασης αυτής θεωρείται ότι η σχετική συμφωνία υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας". Με τις διατάξεις αυτές, όπως σαφώς προκύπτει από την διατύπωση και το περιεχόμενό τους, δεν επιχειρείται παρέμβαση του νομοθέτη στο ουσιαστικό μέρος των άνω συμβάσεων, έτσι ώστε αυτές να ερμηνεύονται αυθεντικά ως συμβάσεις έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 ή ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας στην περίπτωση της παραγράφου 2, αλλά απλά τόσο με τον όρο "τεκμαίρεται" της πρώτης παραγράφου όσο και με τον ταυτόσημο όρο "θεωρείται" της δεύτερης, καθιερώνονται μαχητά τεκμήρια, υπέρ του ότι, στην πρώτη περίπτωση δεν υποκρύπτεται στις μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου συμφωνίες σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και στη δεύτερη ότι πράγματι υποκρύπτεται τέτοια σύμβαση, και συνεπώς παρέχεται δυνατότητα ανταπόδειξης. Στην προκειμένη περίπτωση, το, ως Εφετείο, δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχτηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: Η εναγοµένη και ήδη αναιρεσείουσα είναι παραγωγός ραδιοφωνικών διαφηµίσεων, µε κύριο αντικείµενο δραστηριότητας την παραγωγή ραδιοφωνικών διαφημιστικών ρεκλαµών. Στο πλαίσιο αυτής της δραστηριότητάς της, στις 3.5.2004, συνήψε µε τον εναγόµενο και ήδη αναιρεσίβλητο σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειµένου να εργαστεί µε την ειδικότητα του ηχολήπτη, αντί αµοιβής 900 ευρώ το µήνα. Ο ενάγων παρείχε την εργασία του καθηµερινά, επί οκτώ ώρες, ήτοι από τις 10.00 π.µ. έως τις 18.00 µ.µ. και συνολικά σαράντα οκτώ ώρες εβδοµαδιαίως, στα γραφεία της εταιρείας, όπου του παρείχετο ο κατάλληλος ηλεκτρονικός εξοπλισµός, ώστε να ηχογραφεί τα εκφωνηθέντα κείµενα, που είχαν εκπονηθεί από το δημιουργικό τµήµα της εταιρείας και να επενδύει τα διαφηµιστικά µε ηχητικές και µουσικές αισθητικές εντυπώσεις, µέσω τεχνικών µέσων (εφέ), ώστε να απαρτίζουν όλα αυτά ένα ενιαίο ηχητικό σύνολο. Μετά την ολοκλήρωση της ηχογράφησης και τη µουσική επένδυση των διαφηµιστικών σποτ, αυτά αποστέλλονταν στους πελάτες για την τελική έγκριση µέσω του διαδικτύου (internet), με τη µορφή ψηφιακών αρχείων και σπανιότερα σύµπυκτου δίσκου (cd). Κατά την εκτέλεση της εργασίας του, ο ενάγων τελούσε υπό τις εντολές και οδηγίες του νόµιµου εκπρόσωπου της εταιρίας, ο οποίος καθόριζε την εργασία που εκτελούσε και το χρόνο που απαιτούνταν για την ολοκλήρωσή της, ενώ ενέκρινε το αποτέλεσµα της εργασίας του, πριν αποσταλεί στον πελάτη προς έγκριση. Ο ενάγων τελούσε σε σχέση εξαρτηµένης εργασίας προς την εναγοµένη, αφού παρείχε την εργασία του αποκλειστικά στους χώρους της εταιρίας και µε χρήση των µέσων αυτής, εντός καθορισµένου ωραρίου και υπό την άµεση επίβλεψη και καθοδήγηση του νόμιµου εκπρόσωπου της, ενώ λάµβανε, µηνιαίως, σταθερό ποσό ως αµοιβή, ανεξάρτητα από τις εργασίες που πραγµατοποιούσε. Το γεγονός ότι, στις 19.5.2005, υπεγράφη µεταξύ των διαδίκων σύµβαση µίσθωσης ανεξάρτητων υπηρεσιών, σύµφωνα µε το άρθρο 1 Ν. 2639/98, η οποία, εµπροθέσµως, γνωστοποιήθηκε στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας και ότι, για την είσπραξη της αµοιβής του, ο ενάγων εξέδιδε αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, δεν αρκεί για να προσδώσει στην εργασιακή του σχέση το χαρακτηρισµό της σύµβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών, αφού οι ειδικότερες συνθήκες και ο τρόπος παροχής της εργασίας του συνάδουν περισσότερο προς αυτά της εξαρτηµένης εργασίας, το γεγονός δε ότι ο µισθός του είχε οριστεί στο ποσό των 900 ευρώ, ενισχύει την παραπάνω κρίση. Ενόψει των ανωτέρω συνθηκών παροχής της εργασίας του ενάγοντος, το δικαστήριο δέχθηκε, ότι ο ενάγων τελούσε υπό την εξάρτηση της εναγομένης και η έννοµη σχέση που τον συνέδεε µε αυτήν, ήταν εκείνη της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι εκείνη των ανεξάρτητων υπηρεσιών, εφόσον δε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε, ότι είχε συναφθεί σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών και όχι σύμβαση εργασίας, δέχθηκε το λόγο έφεσης και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση. Με την κρίση του αυτή το, ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 648 επ., 652, 681 ΑΚ, 6 ν. 765/1943, 1 παρ. 1 και 2 ν. 2639/1998, αφού πράγματι, από τα ανελέγκτως δεκτά γενόµενα από το δικαστήριο της ουσίας, πραγματικά περιστατικά, προκύπτει ότι η σχέση που συνέδεε τον αναιρεσίβλητο µε την αναιρεσείουσα, ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας και όχι εκείνη των ανεξάρτητων υπηρεσιών. Επομένως, είναι αβάσιμος ο, περί του αντιθέτου, πρώτος (κατά το πρώτο μέρος του) λόγος αναίρεσης, από τον αρ. 1 του άρθρου 560 (όχι 559) ΚΠολΔ. Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου, η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού δεν είναι απεριόριστη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ. Καταχρηστική, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, (και επομένως άκυρη) είναι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, όταν οφείλεται σε κακότητα εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου. Η ακυρότητα αυτής δεν είναι απόλυτη, αλλά σχετική και ως εκ τούτου δικαιούται να την επικαλεσθεί μόνο ο εργαζόμενος υπέρ του οποίου έχει ταχθεί αυτή και ο οποίος έχει το δικαίωμα, μεταξύ άλλων, να παραιτηθεί από το δικαίωμά του να προσβάλλει αυτή σαν άκυρη, να δεχθεί τη γενόμενη απόλυση σαν έγκυρη και να αξιώσει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσής του. Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281, 648, 672 του ΑΚ, 5 § 1 και 22 § 1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι, αν η καταγγελία σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου (μείωση της υπόληψης αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση) ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορίζεται από το δικαστήριο κατ' εύλογη κρίση. Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο δέχθηκε ακόμη και ότι η αναιρεσείουσα, την 1.12.2005, απέλυσε, αναίτια, τον αναιρεσίβλητο, επειδή αξίωσε την καταβολή των οφειλόμενων ποσών από την παροχή της εργασίας του, χωρίς προειδοποίηση και χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωσή του. Η απόλυση αυτή είναι άκυρη, αφού, αφενός μεν δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος, αφετέρου δε η συμπεριφορά της εναγομένης με τον τρόπο που εκδηλώθηκε και το σκοπό που επεδίωξε να ικανοποιήσει (ματαίωση των αξιώσεων του ενάγοντος), δεν αποτελεί ενάσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος αλλά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος αυτού, γιατί υπερβαίνει, καταφανώς, τα όρια τα καθοριζόμενα από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη που ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου. Ο ενάγων, θεωρώντας την ως άνω απόλυσή του ως έγκυρη, αποχώρησε από την εργασία του, οπότε η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει, ως αποζημίωση απόλυσης, το ποσό των 2.100 ευρώ. Η καταγγελία αποτελεί και παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντα, γιατί είχε ως αποτέλεσμα. εντελώς αδικαιολόγητα δυσμενείς υλικές και ηθικές συνέπειες για τον τελευταίο και γι' αυτό δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης. Ανάλογο δε ποσό, σύμφωνα με τις συνθήκες της προσβολής, το βαθμό του πταίσματος των εκπροσώπων της εναγομένης, το είδος της προσβολής, την περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων και την κοινωνική θέση του ενάγοντα, είναι εκείνο των πεντακοσίων
(500)ευρώ, το οποίο και του επιδίκασε. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν, διότι, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, ο αναιρεσίβλητος δικαιούται, πράγματι, το ποσό αυτό, ενόψει του ότι το δικαστήριο δέχθηκε ότι η καταγγελία αποτελεί και παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντα, γιατί είχε ως αποτέλεσμα "εντελώς αδικαιολόγητα δυσμενείς υλικές και ηθικές συνέπειες για τον τελευταίο". Η ειδικότερη δε παραδοχή της απόφασης, ότι ο αναιρεσίβλητος, θεωρώντας την ως άνω απόλυσή του ως έγκυρη, αποχώρησε από την εργασία του, δεν αναιρεί την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να αποκαταστήσει την ηθική του βλάβη, ενόψει του ότι αυτός αποδέχθηκε την απόλυσή του ως έγκυρη, ασκώντας νόμιμο δικαίωμά του. Επομένως ο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 (και όχι 559) ΚΠολΔ, τέταρτος (κατά το πρώτο μέρος του), λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών κ.λπ., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε, όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης, του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας. Όπως προκύπτει από την σαφή διατύπωση των ως άνω διατάξεων, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων, απαριθμούνται περιοριστικά σ' αυτές (ΟλΑΠ 45/1987), οι οποίες είναι ειδικές, ως προς τους επιτρεπομένους λόγους αναίρεσης κατά των αναφερομένων εκεί αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο, (κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του), δεύτερο, τρίτο και τέταρτο, (κατά το δεύτερο μέρος του), λόγους αναίρεσης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί έφεσης κατά της 479/2008 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, για τους, από τον αριθμό 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβλεπόμενους λόγους αναίρεσης. Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, αφού δεν συγχωρείται η προβολή των, κατά της πληττόμενης απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να καταδικαστεί δε η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ, όπως, ειδικότερα, ορίζονται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την, από 7-4-2013, αίτηση της αναιρεσείουσας για την αναίρεση της 5504/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιανουαρίου 2014. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.