← Ελλάδα

ΑΠ 220/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη από αμέλεια

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 220 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη από αμέλεια. Περίληψη: Σωματική βλάβη από αμέλεια παρ' υπόχρεω. Καταδίκη Τεχνικού Ασφαλείας Αεροδρομίου για σωματική βλάβη σε εργαζόμενη λόγω προσκρούσεως της σε αεραγωγό κακώς τοποθετημένο παρεμποδίζοντας τη βάδιση. Αίτηση αναίρεσης αυτής για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου. Απόρριψη αυτής ως αβάσιμης κατ' ουσία. Λήψη υπόψη από το δικαστήριο αναγνωσθέντων εγγράφων. Μη ιδιαίτερη αποδεικτική ισχύς και αξιολόγηση αυτής με λοιπά αποδεικτικά μέσα χωρίς ιδιαίτερη επισήμανσή της. Δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ λόγος περί απολύτου ακυρότητας. Αριθμός 220/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λουκά Παπαγγελή, περί αναιρέσεως της 8340/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 320/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ' ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 του ιδίου ως άνω Κώδικα και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του αυτού Κώδικα. Κατά το άρθρο 515 παρ.2 εδ.α' του αυτού ως άνω Κώδικα, αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης εμφανισθεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από τους άλλους διαδίκους δεν εμφανίσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 4-6-2009 αποδεικτικό επίδοσης του αρχιφύλακα του Α.Τ. ..., ..., με πολιτικώς ενάγουσα Ψ κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ'αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, αφού εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων κατά συζήτηση της κρινόμενης από 12-2-2009 αιτήσεως του για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8340/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, πρέπει να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της ως άνω υπόθεσης σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 παρ.1 εδάφιο α' του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε ή πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ιδιότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μια παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η αιτιολογία δε αυτή, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, τους οποίους προτείνει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή εκείνους που τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητος προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η παθούσα εργαζόταν στην "Ολυμπιακή Αεροπορία" από το έτος 1977 και από το 1981 στο Ανατολικό Αεροδρόμιο, ως υπάλληλος εδάφους, με τα ειδικότερα καθήκοντα από το 1992 στην υπηρεσία του ελέγχου εισιτηρίων. Στις 3 Μαρτίου του 2001 και ώρα 20:30 περίπου, κατά τη διάρκεια της εργασίας της, η παθούσα υπέστη ατύχημα εντός των εγκαταστάσεων του Ανατολικού Αερολιμένα Αθηνών. Ειδικότερα, έχοντας τελειώσει στην εξωτερική θυρίδα τον έλεγχο εισιτηρίων των επιβατών συγκεκριμένης πτήσης προς το εξωτερικό, επιχείρησε να εισέλθει σε γραφείο το οποίο βρισκόταν στο πίσω μέρος του σημείου ελέγχου. Προ της εισόδου του γραφείου σκόνταψε πάνω σ' ένα προεξέχον σταθερό κάλυμμα αεραγωγού, το οποίο βρισκόταν πάνω στο δάπεδο, διαστάσεων 29 εκ. ύψους Χ 25 εκ. πλάτους Χ 70 εκ. μήκους, με αποτέλεσμα να πέσει στο πάτωμα με τα γόνατα και το δεξιό γοφό και να τραυματιστεί στη σπονδυλική στήλη. Αμέσως μετά το ατύχημα διακομίστηκε στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο "Ασκληπιείο Βούλας" και υπεβλήθη σε ακτινολογικό έλεγχο και εξετάσεις, της χορηγήθηκε δε δεκαήμερη αναρρωτική άδεια και συνεστήθη η εξέταση της από τον ιατρό που προ έτους την είχε χειρουργήσει (πεταλεκτομή) στη σπονδυλική της στήλη. Λόγω του ατυχήματος η ως άνω παθούσα υπέστη "κάκωση ΟΜΣΣ επί εδάφους Πεταλεκτομής 05-11" και έλαβε αναρρωτική άδεια σταδιακώς από 3-3-2001 έως και 1-6-2001 και στη συνέχεια διαπιστώθηκε "δεξιά οσφυοϊσχιαλγία και αδυναμία βάδισης επί εδάφους μετατραυματικής σπονδυλοδισκίτιδος συνεπεία ατυχήματος" για την οποία της χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια από 11-6-2001 έως 10-8-2001, ενώ προηγουμένως από 29-5-2001 έως 11-6-2001 είχε νοσηλευθεί στο "Απολλώνειο Θεραπευτήριο" του Ιατρικού Κέντρου Αθηνών για την ίδια αιτία. Με απόφαση του Διευθυντή του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων χορηγήθηκε στην παθούσα "σύνταξη βαρείας αναπηρίας από εργατικό ατύχημα" με ποσοστό αναπηρίας 80% καθώς και επίδομα απολύτου αναπηρίας ποσού ίσου με 50% της καταβλητέας βασικής της σύνταξης, διότι χρήζει βοηθείας τρίτου προσώπου για τις απλές βιοτικές της ανάγκες (αδυναμία βάδισης κλπ). Ο αεραγωγός στον οποίο σκόνταψε η παθούσα βρισκόταν στο χώρο του Ανατολικού Αεροδρομίου του Ελληνικού από το έτος 1994 που η Ολυμπιακή Αεροπορία είχε μισθώσει από την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας τους χώρους του ως άνω αεροδρομίου, πλην όμως αυτός από κατασκευής ήταν υπερυψωμένος περίπου 0,90 μ. από το δάπεδο, μέσα σε κιβώτιο, σε μαρμάρινο πλαίσιο, κατασκευή που τον καθιστούσε ευχερώς ορατό, ώστε να αποκλείεται η πιθανότητα ατυχήματος. Παραταύτα, η Ολυμπιακή Αεροπορία, με δική της πρωτοβουλία και ευθύνη και χωρίς προηγούμενη έγκριση της εκμισθώτριας Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, μετέτρεψε τον αεραγωγό αυτό σε επιδαπέδιο. Συγκεκριμένα, μείωσε το ύψος του από 0,90 μ. σε 0,20 μ., μειούμενο πλαγίως σε κεκλιμένο κάλυμμα με περσίδες, διαστάσεων ύψους 0,20 μ., πλάγιας όψης 0,25 μ. και πρόσοψης- μήκους 0,70 μ.. Η τροποποίηση του αεραγωγού σε επιδαπέδιο έγινε από την Ολυμπιακή Αεροπορία στα πλαίσια της κάλυψης των λειτουργικών της αναγκών με τη δημιουργία και λειτουργία γραφείου, η θύρα του οποίου ευρίσκεται παραπλεύρως του εν λόγω αεραγωγού. Η διαμόρφωση όμως του αεραγωγού κατά αυτό τον τρόπο δημιουργούσε κίνδυνο ατυχήματος για το διακινούμενο στο χώρο αυτό προσωπικό, διότι δεν ήταν πολύ εμφανής και απαιτούσε, λόγω της θέσης του, την συνεχή προσοχή και παρατήρηση των κυκλοφορούντων εκεί υπαλλήλων, προς αποφυγή πρόσκρουσης των ποδιών, τους σ' αυτόν, πολύ περισσότερο ενόψει του ότι εκεί ήταν δίοδος χρησιμοποιούμενη συνεχώς κατά το χρόνο εργασίας. Συνεπώς, το ατύχημα της παθούσας οφείλεται στην διαμόρφωση την οποία είχε λάβει ο ως άνω αεραγωγός, ο οποίος περιόριζε τη δίοδο των εργαζομένων και καθιστούσε επικίνδυνη τη διέλευσή τους από τη δίοδο που υπήρχε σε εκείνο το σημείο για να εισέλθουν στο παρακείμενο σ' αυτόν γραφείο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν Τεχνικός Ασφάλειας της Ολυμπιακής Αεροπορίας και είχε ως αρμοδιότητα, μεταξύ άλλων, τον έλεγχο των εγκαταστάσεων της εργοδότριας του και στο συγκεκριμένο αεροδρόμιο και την επισήμανση των τεχνικών ζητημάτων, που μπορούσαν να προκαλέσουν στους εργαζομένους κινδύνους. Ειδικότερα, με βάση τα καθήκοντα του ως Τεχνικού Ασφάλειας των εγκαταστάσεων της Ολυμπιακής Αεροπορίας, όφειλε να ελέγχει τους χώρους εργασίας της εργοδότριας του και να εντοπίζει και να επισημαίνει τυχόν προβλήματα τα οποία υπήρχαν, κάνοντας σχετικές αναφορές στην Διεύθυνση στην οποία λειτουργικά υπαγόταν. Αυτός, κατά το διάστημα που υπηρετούσε ως Τεχνικός Ασφάλειας, είχε επισκεφθεί πολλές φορές τον χώρο όπου βρισκόταν ο ως άνω επικίνδυνος αεραγωγός που περιόριζε και εμπόδιζε τη δίοδο των εργαζομένων στο παρακείμενο γραφείο, πλην όμως δεν εντόπισε και δεν επισήμανε το πρόβλημα που δημιουργούσε ο αεραγωγός αυτός για την ασφάλεια των διερχομένων υπαλλήλων και δεν μερίμνησε με αναφορές του προς τη Διεύθυνση της Ολυμπιακής να διορθωθεί το ως άνω πρόβλημα ασφαλείας των εργαζομένων, όπως είχε άλλωστε νόμιμη υποχρέωση από τα καθήκοντα του ως Τεχνικού Ασφαλείας. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν Τεχνικός Ασφαλείας της Ολυμπιακής Αεροπορίας από πολλά έτη μέχρι και τις 3 Μαρτίου του έτους 2001 που τραυματίστηκε η ως άνω εγκαλούσα, όντας υπόχρεος από το επάγγελμα του σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή κατά την άσκηση του, από αμέλεια του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του, χωρίς να προβλέψει το εν λόγω αξιόποινο αποτέλεσμα. Ειδικότερα, με την ως άνω ιδιότητα του Τεχνικού Ασφαλείας της Ολυμπιακής Αεροπορίας, όντας υπόχρεος σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή και έχοντας ιδιαίτερη νομική υποχρέωση από το Ν. 1568/1985 και το Π.Δ. 16/1996 να μεριμνά για την ασφάλεια των εργαζομένων στην ως άνω εταιρεία και συγκεκριμένα να ελέγχει τους χώρους εργασίας της εργοδότριας του και να εντοπίζει και να επισημαίνει τυχόν προβλήματα τα οποία υπήρχαν και να μεριμνά με αναφορές του προς τη Διεύθυνση (Διοίκηση) για την αποκατάσταση τους προς ασφάλεια των εργαζομένων, παρέλειψε να προβεί, ως όφειλε υπό την ως άνω ιδιότητά του του Τεχνικού Ασφαλείας, στις κατάλληλες ενέργειες με ελέγχους και αναφορές προκειμένου να τοποθετηθεί ο ως άνω αεραγωγός και το στόμιό του με τέτοιο τρόπο ώστε να μην δημιουργείται κίνδυνος πτώσης των εργαζομένων που διέρχονταν από το σημείο εκείνο, διότι πίστεψε, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, ότι δεν θά επερχόταν πτώση και τραυματισμός εργαζομένου, με αποτέλεσμα η εγκαλούσα και εργαζόμενη στην ανωτέρω Διεύθυνση Ψ να σκοντάψει στον ανωτέρω αεραγωγό κατά την είσοδό της στο ως άνω γραφείο που βρισκόταν δίπλα του, να χάσει την ισορροπία της, να πέσει στο δάπεδο αρχικά με τα γόνατα και στη συνέχεια με όλο της το σώμα και να υποστεί κάκωση γονάτων και ΟΜΣΣ επί εδάφους πεταλεκτομής 05 σπονδύλου, εκ των οποίων η τελευταία οδήγησε σε βαρεία αναπηρία της. Επομένως, ενόψει όλων των ανωτέρω, αφού αποδεικνύεται ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος ο κατηγορούμενος ήταν Τεχνικός Ασφαλείας της εργοδότριας εταιρείας Ολυμπιακή Αεροπορία στην οποία εργαζόταν η ως άνω παθούσα και ότι είχε νόμιμη υποχρέωση να μεριμνήσει για την αποκατάσταση του κινδύνου ασφαλείας που δημιουργείτο με τον ως άνω αεραγωγό που εμπόδιζε την ασφαλή διέλευση των εργαζομένων από την δίοδο προς το γραφείο που βρισκόταν δίπλα του και παρά ταύτα ο κατηγορούμενος, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, ενεργώντας αμελώς, παρέλειψε να μεριμνήσει για την αποκατάσταση του ως άνω κινδύνου ασφαλείας που δημιουργείτο με τον ως άνω αεραγωγό, με συνέπεια να επισυμβεί ο κατά τα ανωτέρω τραυματισμός της παθούσας, πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος της σωματικής βλάβης από αμέλεια που κατηγορείται, σύμφωνα με το διατακτικό. Ωστόσο, από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος μέχρι και τις 3-3-2001 που τέλεσε την ως άνω αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και γιαυτό πρέπει να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α του Π.Κ. και να γίνει δεκτό ότι μέχρι τότε που τέλεσε την ως άνω σωματική βλάβη από αμέλεια έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ'υποχρέου και με την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 περ.α' ΠΚ του επέβαλε ποινή φυλάκισης έξι

(6)μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία (30 χρόνια. Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28, 314 παρ.1 α και 315 παρ.1 β του ΠΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 5, 6 και 7 του ν. 1568/1985 "Υγιεινή και Ασφάλεια Εργαζομένων", που εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με τις παραδοχές του διαλαμβάνει επαρκώς τις ενέργειες και παραλείψεις του αναιρεσείοντος ως τεχνικού ασφαλείας της Ολυμπιακής Αεροπορίας στο τότε (Μάρτιο 2001) λειτουργούν Ανατολικό αεροδρόμιο στο Ελληνικό Αττικής, που συνθέτουν τη μη συνειδητή αμέλεια αυτού, δοθέντος ότι στη γενόμενη δεκτή δυνατότητα προβλέψεως του αξιοποίνου αποτελέσματος ενυπάρχει και η δυνατότητα αποφυγής τούτου. Επίσης, με τα όσα εκθέτει το Εφετείο προσδιορίζει στην απόφασή του ότι οι ενέργειες και παραλείψεις του αναιρεσείοντος ήταν αυτές που αμέσως προκάλεσαν τη σωματική βλάβη της πολιτικώς ενάγουσας ως και ότι και εκείνες τελούσε σε άμεση αιτιότητα προς το αποτέλεσμα, χωρίς να ασκεί κάποια έννομη επιρροή ως προς την άνω ποινική ευθύνη του α) η επισήμανση από αυτόν της εσφαλμένης τοποθέτησης και κάλυψης του επιδαπέδιου αεραγωγού επί του οποίου επέπεσε η παθούσα Ψ, οι καταχωρήσεις σε ειδικό βιβλίο περί των ληπτέων μέτρων ασφαλείας και οι συνεχείς προφορικές παραστάσεις του προς την εργοδότρια αμφοτέρων (αναιρεσείοντος και πολιτικώς ενάγουσας) Ολυμπιακή Αεροπορία, χωρίς όμως να ακολουθήσει οιαδήποτε ενέργεια για τη μετακίνηση και ασφαλέστερη κάλυψη του εν λόγω αεραγωγού, που ήταν αντιληπτό από τον αναιρεσείοντα και δεν έλαβε κάποιο προστατευτικό μέτρο για άρση των δικών του ευθυνών και β) η ευρύτητα της ευθύνης του σε χώρο όπου απαιτούνταν ακόμα τέσσερις
(4)τεχνικοί ασφαλείας, ενώ αυτός ήταν μόνος του. Πρέπει να επισημανθεί ότι οι ανωτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος συνιστούν αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό και όχι αυτοτελή για τον οποίο θα όφειλε να απαντήσει ιδιαίτερα το Δικαστήριο της ουσίας. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης αρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά με τον πρώτο ως άνω λόγο αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ.1 στοιχ. δ, 329, 331, 333 παρ.2, 358, 364 και 369 ΚΠΔ, προκύπτει ότι αν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, σύμφωνα με το άρθρο 358. Από την άποψη αυτή στην έννοια του εγγράφου περιλαμβάνονται τα διάφορα έγγραφα που προσκόμισε ο κατηγορούμενος για την απόδειξη υπερασπιστικών του ισχυρισμών κατά της σε βάρος του κατηγορίας. Εξάλλου σχετική ακυρότητα λόγω έλλειψης ακρόασης δημιουργείται, εκτός των άλλων περιπτώσεων, όταν το δικαστήριο δεν προβεί στην ανάγνωση εγγράφων που προσκόμισε ο κατηγορούμενος, εφόσον από τα πρακτικά προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν την ανάγνωσή τους και το δικαστήριο παρά το νόμο δεν την επέτρεψε ή παράλειψε να αποφανθεί επί τους αιτήματος αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της κρινόμενη αιτήσεως του ισχυρίζεται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας γιατί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του δεν έλαβε υπόψη τα προσαχθέντα από αυτόν και αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφο της από 31-8-1994, 15-3-1990 και 6-4-2000 εγγραφές του ίδιου η πρώτη και η τρίτη αυτών και του συναδέλφου του ... η δεύτερη στο τηρούμενο ειδικό βιβλίο της Ολυμπιακής Αεροπορίας (εργοδότριας του) με θέμα "Το Ανατολικό Αεροδρόμιο" καθώς και τα υπ'αριθμ. πρωτ. 1) ... έγγραφο της ΟΑ προς ΒΔΣ/ΥΠ και 2) ... έγγραφο της ΟΑ προς αυτόν. Τα ανωτέρω όμως έγγραφα που αναγνώσθηκαν (βλ. σχ. σελ. 12 της προσβαλλόμενης απόφασης) συνεκτιμήθηκαν και συναξιολογήθηκαν από το δικαστήριο κατά το σχηματισμό της καταδικαστικής για τον αναιρεσείοντα κρίσης του, χωρίς να έχουν ιδιαίτερη αποδεικτική ισχύ και από τα οποία και μόνο προέκυπτε, η έλλειψη οιασδήποτε ποινικής ευθύνης (μη συνειδητής αμελείας) του αναιρεσείοντος. Δηλονότι ο αναιρεσείων δεν παραπονείται για λήψη υπόψη μη αναγνωσθέντων στο ακροατήριο δημόσια εγγράφων του, εντεύθεν ο προβαλλόμενος λόγος περί απολύτου ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως παραδεκτός για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16 Φεβρουαρίου 2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 8340/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων Αθηνών). Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.