← Ελλάδα

ΑΠ 2207/2009 — Αιτιολογίας επάρκεια, Επίδοση, Εφέσεως απαράδεκτο

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2207 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Επίδοση, Εφέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Απορριπτική απόφαση εφέσεως ως εκπρόθεσμης, κληθείσας της κατηγορουμένης με θυροκόλληση. Αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως, ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε η έφεσή της, ως εκπρόθεσμη, για το λόγο ότι δεν έλαβε γνώση της εκκαλούμενης αποφάσεως, γιατί είναι άκυρη η επίδοση της ερήμην αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στην κατηγορουμένη, αφού της επιδόθηκε στην επί της οδού ... διεύθυνση, ενώ αυτή διέμενε επί της οδού …, διεύθυνση γνωστή στις Αρχές, διότι ο προβληθείς με την έκθεση εφέσεως λόγος αυτός ακυρότητας της επιδόσεως, προβλήθηκε αορίστως, αφού δεν εκθέτει από πού προκύπτει ότι η νέα αυτή διεύθυνσή της ήταν γνωστή στις Αρχές (ΑΠ 1173/2008) -. ΑΡΙΘΜΟΣ 2207/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδάκη, περί αναιρέσεως της 12018/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Απριλίου 2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 633/

  1. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο την αναιρεσείουσα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος της αναιρεσείουσας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, η πιο πάνω προθεσμία είναι, επίσης, δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 273 παρ. 1 γ του ιδίου Κώδικα, "ωσότου η καταδικαστική απόφαση γίνει αμετάκλητη και εκτελεστεί, κάθε έγγραφο της προδικασίας και της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθώς και κάθε άλλο ποινικό δικόγραφο, επιδίδεται εγκύρως στον κατηγορούμενο, αν η επίδοση γίνει στη διεύθυνση της κατοικίας ή της διαμονής του που δηλώθηκε αρχικά, σύμφωνα με τα παραπάνω, εκτός αν ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει μεταβολή της πριν από την επίδοση. Τέτοια δήλωση ως προς την μεταβολή της κατοικίας ή της διαμονής, μαζί με την ακριβή διεύθυνση, πρέπει να γίνεται εγγράφως στον εισαγγελέα που άσκησε την ποινική δίωξη ή, αν η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο, στον εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί ...". Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 474 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, εκείνος που ασκεί εκπρόθεσμα το ένδικο μέσο οφείλει να διαλάβει στη σχετική έκθεση λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων δεν άσκησε εμπρόθεσμα το ένδικο μέσο ή ότι η επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι άκυρη για κάποιο συγκεκριμένο λόγο και, ακόμη, να επικαλεσθεί τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προκύπτουν. Αν δεν διαλαμβάνονται τα ανωτέρω στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου και ειδικότερα της εφέσεως, το ένδικο αυτό μέσο απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο και συνεπώς απαράδεκτο. Αναπλήρωση των ανωτέρω με λόγους και περιστατικά που προβάλλονται μεταγενέστερα και ειδικότερα, επί εφέσεως, κατά τη συζήτηση της στο ακροατήριο, είναι απαράδεκτη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 2 ΚΠοινΔ, κατά της αποφάσεως που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται αναίρεση. Στην περίπτωση αυτή ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Τέλος, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, που επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και, τον ΚΠοινΔ (άρθρο 139), απαιτείται και για την απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο. Ειδικότερα, η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, για να έχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει, να αναφέρει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως στον εκκαλούντα, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση της αποφάσεως στον εκκαλούντα (Ολ. ΑΠ 4/1995, 7/1994), χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ή λόγος ανώτερης βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, οπότε η αιτιολογία, πρέπει, να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου αυτού κρίση του Δικαστηρίου, άλλως ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 12018/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπως απ' αυτήν προκύπτει, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της η με αριθμό εκθέσεως 6750/6-5-2008 έφεση της αναιρεσείουσας -κατηγορουμένης, εκπροσωπηθείσας στη δίκη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, κατά της 129918/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί η κατηγορουμένη, ερήμην, σε συνολική ποινή φυλακίσεως 9 μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική και σε χρηματική ποινή 800 ευρώ, για παραβάσεις του ΑΝ. 86/
  2. Στην ανωτέρω έφεση, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο κατά την έρευνα του παραδεκτού και βασίμου των λόγων αναιρέσεως, δεν εκτίθενται λόγοι ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκηση της, ούτε ακυρότητα της επιδόσεως στην εκκαλούσα της εκκαλούμενης αποφάσεως. Αυτό που διαλαμβάνεται σχετικώς στην έκθεση εφέσεως, ότι δηλαδή "η προς αυτήν επίδοση της πρωτόδικης αποφάσεως στη διεύθυνση ... αριθ. ... στο ..., είναι άκυρη, διότι κατά την 14-7-2006 που έγινε η επίδοση διέμενε επί της οδού ... αριθ. ... στο ..., διεύθυνση που ήταν γνωστή στις Αρχές και ότι η εκκαλούσα δεν έχει λάβει γνώση της ύπαρξης αποφάσεως με την οποία καταδικάσθηκε", δεν εμπίπτει στην έννοια της ανωτέρας βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος, ούτε συνιστά ή ενέχει επίκληση νομίμου λόγου ακυρότητας της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως στην εκκαλούσα, αφού δεν εκθέτει πότε και με ποίο τρόπο γνωστοποίησε αυτή στις Αρχές τη νέα ως άνω διεύθυνση της, ανεξάρτητα του ότι δεν πρότεινε τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυπταν τα παραπάνω, οπότε ο ισχυρισμός αυτός ήταν προεχόντως και απαράδεκτος, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν. Περαιτέρω, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρονται κατά λέξη τα εξής: Από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, την κατάθεση στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου της μάρτυρος και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα εξής: Η κρινόμενη έφεση της εκκαλούσας κατά της με αριθμό 129918/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ασκήθηκε στις 6.5.
  3. Όπως προκύπτει από το από 14.7.2006 αποδεικτικό επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ... η εκκαλουμένη απόφαση νομοτύπως επιδόθηκε κατ' άρθρο 273 παρ. 1γ ΚΠΔ, στην εκκαλούσα κατά την ως άνω ημεροχρονολογία στην οδό ... αρ. ... στο ..., όπου ήταν και ο τόπος της γνωστής στις Αρχές κατοικίας της, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι αυτή δήλωσε αρμοδίως την μεταβολή της κατοικίας της στην οδό ... . Ενόψει δε του ότι από την κατά τα προεκτεθέντα έγκυρη επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως στην εκκαλούσα έως το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως έχει παρέλθει η προβλεπόμενη στο άρθρο 473 παρ. 1 ΚΠΔ δεκαήμερη προθεσμία, η έφεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως, ως εκπρόθεσμης και εντεύθεν απαράδεκτης, προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ' αυτήν τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητα της, δηλαδή, η χρονολογία επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως στην εκκαλούσα (14-7-2006), το σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας και η χρονολογία ασκήσεως της εφέσεως (6-5-2008), η οποία κείται πέραν της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεως της. Εφόσον δε η εκκαλούσα δεν προέβαλε με την έφεση της, κατά τα ανωτέρω, ούτε λόγους ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, ούτε συγκεκριμένη ακυρότητατης επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, δεν υποχρεούτο το κατ' έφεσηδίκασαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο να διαλάβει στην προσβαλλόμενη απόφαση του άλλη, πλέον της ανωτέρω, ικανής για την στήριξη του διατακτικού της, αιτιολογία. Επομένως, οι προβαλλόμενοι, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β και Δ' ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, που πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, για εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 273 παρ.1 γ του ΚΠοινΔ, με παραδοχή άκυρης επιδόσεως ως έγκυρης, και για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, συνακολούθως δε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 23/10-4-2009 αίτηση της Χ περί αναιρέσεως της 12018/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.