← Ελλάδα

ΑΠ 2208/2009 — Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Επεκτατικό αποτέλεσμα

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2208 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Επεκτατικό αποτέλεσμα. Περίληψη: Απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως που ασκήθηκε από παραστάντα, στη συζήτηση στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συνήγορο του κατηγορουμένου, με επίδοση δηλώσεως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ως απαράδεκτης καθόσον η αναίρεση δεν στρεφόταν κατά αποφάσεως καταδικαστικής αλλά κατά αποφάσεως που απέρριψε αίτηση για χορήγηση στον κατηγορούμενο επεκτατικού αποτελέσματος από έφεση που είχε ασκηθεί από έτερο κατηγορούμενο με τον οποίο ως συμμέτοχοι είχαν κατηγορηθεί και καταδικασθεί πρωτοδίκως για την ίδια αξιόποινη πράξη. Απορρίπτει αίτηση. Αριθμός 2208/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Ψάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., που δεν παρέστη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1119/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 643/

  1. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ψάνης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή με αριθμό 223/24.06.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "1- Εισάγω ενώπιόν σας, κατά τα άρθρα 476 και 513 παρ.1 εδ. α' ΚΠΔ, την 2.041/6-3-09 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που άσκησε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Γεωργίου Νικολακόπουλου, κατά της 1119/08 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η αίτησή του για χορήγηση επεκτατικού αποτελέσματος στην έφεση του συγκατηγορουμένου του ΑΑ, καθόσο τούτο, δικάζοντας την έφεση του συγκατηγορούμενού του κατά της 492/01 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείο Θεσσαλονίκης, που καταδικάζει αμφότερους για ληστεία, κατά συναυτουργία, τον κήρυξε αθώο, και εκθέτω τα ακόλουθα: 2- Κατά μεν το άρθρο 476 παρ. 1, (όπως αντικατ. με το άρθρο 2 παρ.18 του Ν.2408/96), όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Κατά δε το άρθρο 473 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. αυτός που καταδικάστηκε μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο της αναίρεσης και με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου, κατά της καταδικαστικής αποφάσεως. Από τη διάταξη αυτή σαφέστατα συνάγεται ότι αναφέρεται και αφορά μόνο όταν η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καταδικαστική (βλ. ΑΠ 2062/2003, ΑΠ 1505/2000, ΑΠ 329/2000 κ.α.), και ως τέτοια θεωρείται εκείνη που κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο τελέσεως κάποιας αξιόποινης πράξεως και επιβάλλει σ' αυτόν σχετική ποινή (βλ. ΑΠ 5/2000 ολ, ΑΠ 1505/2000, ΑΠ 295/2001 κ.α.). Επομένως, η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη (ή ως απαράδεκτη, ΑΠ 134/2004, ΑΠ 491/2002) δεν είναι καταδικαστική, αφού το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, και η κατ' αυτής ασκηθείσα αναίρεση με επίδοση στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι απαράδεκτη, διότι δεν τηρήθηκε η παρ. 2 του άρθρου 473 Κ.Π.Δ. αφενός και η διάταξη του άρθρου 474 Κ.Π.Δ. αφετέρου (βλ. ΑΠ 766/2001, ΑΠ 295/2001, ΑΠ 1505/2000, ΑΠ 669/2001, ΑΠ 155/2003, ΑΠ 817/2002 κ.ά.). 3- Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών ασκεί την 2041/09 αίτηση αναιρέσεως κατά της 1119/08 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η αίτησή του για χορήγηση επεκτατικού αποτελέσματος στην έφεση του συγκατηγορουμένου του ΑΑ, με την οποία τούτο, δικάζοντας την έφεση του συγκατηγορουμένου του κατά της 492/01 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείο Θεσσαλονίκης, που καταδικάζει αμφότερους για ληστεία, κατά συναυτουργία, τον κήρυξε αθώο. Την αίτηση αυτή την άσκησε όχι με δήλωση ενώπιον στο γραμματέα του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό, και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει, όπως είχε δικαίωμα, αλλά με δήλωση που επέδωσε στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ο παραστάς στη δίκη, που κηρύσσει την αίτησή του ως ουσιαστικά αβάσιμη συνήγορός του, παρόλο ότι η απόφαση αυτή δεν είναι καταδικαστική. Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή της. 4- Κατ' ακολουθία, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου [σε Συμβούλιο] επιβάλλεται το μεν να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά της ανωτέρω αποφάσεως ως απαράδεκτη, λόγω του ότι ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή της, το δε να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των 220 Ε, κατά τα άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 ΚΠΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α- Να απορριφθεί η 2.041/6-3-09 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που άσκησε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Γεωργίου Νικολακόπουλου, κατά της 1119/08 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Β- Να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των 220 €. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το άρθρο 465 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. ορίζεται ότι ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ.
  2. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στη σχετική έκθεση. Κατά την παρ. 2 του ιδίου ως άνω άρθρου, το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής αποφάσεως που παρέχεται σ' εκείνον που καταδικάσθηκε μπορεί ν'ασκηθεί για λογαριασμό του και από τον συνήγορο που είχε παραστεί κατά την συζήτηση. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η δυνατότητα άσκησης αναίρεσης για λογαριασμό του καταδικασθέντος από τον παραστάντα στη συζήτηση συνήγορό του παρέχεται μόνο σε καταδικαστική απόφαση, ως τέτοια δε θεωρείται εκείνη που κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο τελέσεως κάποιας αξιοποίνου πράξεως και επιβάλλει σ'αυτόν ποινή στερητική της ελευθερίας ή χρηματική. Δεν είναι καταδικαστική υπό την άνω έννοια η απόφαση του δικαστηρίου με την οποία απορρίπτεται αίτηση ενός των κατηγορουμένων, για έγκλημα που είχε τελεσθεί από περισσότερους ή του οποίου η ποινική ευθύνη κατά το νόμο εξαρτάται από την ευθύνη άλλου κατηγορουμένου, να επεκταθεί, κατ' εφαρμογή του άρθρου 469 Κ.Ποιν.Δ. και ως προς αυτόν το επωφελές αποτέλεσμα από ένδικο μέσο το οποίο ασκήθηκε από έτερο κατηγορούμενο για την ίδια πράξη και το οποίο ένδικο μέσο δεν άσκησε ο αιτών ή το άσκησε αλλά τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 παρ. 2 και 474 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι το ένδικο μέσο της αναίρεσης ασκείται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή το βούλευμα ή στον γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή τον Προϊστάμενο της Προξενικής Αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό, και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει ο δικαιούμενος ενώ όταν πρόκειται για αναίρεση κατά καταδικαστικής αποφάσεως, αυτή είναι δυνατό να ασκηθεί και με δήλωση που περιέχει όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 474 παρ. 2 και επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 473 Κ.Ποιν.Δ. Εξ άλλου κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα που οφείλει να ειδοποιήσει, τουλάχιστον είκοσι τέσσερις ώρες πριν να εισαχθεί η υπόθεση στο δικαστήριο (συμβούλιο), το διάδικο που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον αντίκλητό του για να προσέλθει στο συμβούλιο και να εκθέσει τις απόψεις του και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που το άσκησε. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 1119/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης απορρίφθηκε η από 2.7.2008 αίτηση και οι συναφείς αυτοτελείς ισχυρισμοί του ήδη αναιρεσείοντος για χορήγηση και σ'αυτόν του επεκτατικού αποτελέσματος του ενδίκου μέσου της εφέσεως που είχε ασκήσει ο συγκατηγορηθείς μαζί του ΑΑ κατά της καταδικαστικής 492/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και επί της οποίας εφέσεως εκδόθηκε η 945-946/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που αθώωσε τον άνω συγκατηγορούμενό του ΑΑ, για την αξιόποινη πράξη της ληστείας κατά συναυτουργία, για την οποία και οι δύο είχαν κατηγορηθεί, ώστε να ωφεληθεί και ο ίδιος (ο ήδη αναιρεσείων) από το απαλλακτικό αποτέλεσμα της προαναφερθείσης αποφάσεως του άνω δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως άσκησε ο παραστάς κατά τη δίκη στο Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση συνήγορος, που εκπροσωπούσε τον αιτούντα, ασκήθηκε δε η αίτηση αυτή αναιρέσεως με την από 5.3.2009 δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 6/3/
  3. Η κατά τον τρόπο αυτόν ασκηθείσα ένδικη αναίρεση δεν είναι παραδεκτή, αφού δεν στρέφεται κατά καταδικαστικής αποφάσεως αλλά κατά αποφάσεως που απέρριψε ως αβάσιμη αίτηση του κατηγορουμένου Χ για χορήγηση επεκτακτικού αποτελέσματος της εφέσεως που είχε ασκηθεί από συγκατηγορούμενό του και σε αυτόν, ως συμμέτοχο στην ίδια πράξη. Συνεπώς η αίτηση αναιρέσεως κατά της άνω μη καταδικαστικής αποφάσεως ασκήθηκε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή της και πρέπει, μετά και την σχετική ειδοποίηση του αντικλήτου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από την επί του φακέλου επισημείωση του αρμοδίου γραμματέως, να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5/3/2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της 1119/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου
  2. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.