← Ελλάδα

ΑΠ 2209/2007 — Αιτιολογίας επάρκεια, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2209 / 2007 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία. Περίληψη: Για το παραδεκτό της αναιρέ-σεως, οι αναιρετικοί λόγοι πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι. Πότε είναι ορισμένοι οι αναιρετικοί λόγοι της ελλείψεως αιτιολογία και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Πότε η αρχή εκκρεμοδικίας. Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση του απόντος εκκαλούντος ως ανυποστήρικτη ύστερα από απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστα-τωμένα αιτιολογημένη και ως προς το παρεμπίπτον αίτημα της αναβολής και ως προς την κύρια απόφαση περί απορρίψεως της εφέσεως, προσβάλ-λεται δε με αναίρεση. Απορρίπτει αίτηση γιατί τόσο η παρεμπίπτουσα περί αναβολής απόφαση όσο και η απορρίπτουσα την έφεση ως ανυπο-στήρικτη είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένες Αριθμός 2209/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαχρήστο και 2) Χ2, που παρέστη στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Δημητρούκα, για αναίρεση της με αριθμό 5195/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ

  1. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 4 Ιουλίου 2007 και 25 Ιουλίου 2007 δύο αυτοτελείς αιτήσεις τους, αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1289/
  2. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Α). Επί της αιτήσεως αναιρέσεως του Χ
  3. Από τα άρθρα 148 - 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2 και 509 παρ. Ια ΚΠΔ προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως ή δηλώσεως αναιρέσεως κατ΄ αποφάσεως είναι οι περιεχόμενοι σ΄ αυτές λόγοι, από τους περιοριστικώς διαλαμβανομένους στο άρθρο 510 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, γιατί διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη, από την ανωτέρω δε αξίωση του νόμου, να είναι δηλαδή σαφείς και ορισμένοι οι αναιρετικοί λόγοι, δεν εξαιρούνται και οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 510 παρ. 1 Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ τέτοιοι 1) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ και 2) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Ενόψει τούτων, για το ορισμένο του μεν πρώτου από τους λόγους αυτούς, πρέπει: Α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση και Β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να διευκρινίζεται επί πλέον σε τί ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 19/2001), του δε δευτέρου να μνημονεύεται ποίες είναι οι παραβιασθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και σε τί αφορά η πλημμέλεια αυτών. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων Χ1, με την κρινόμενη, από 4 Ιουλίου 2007 αίτηση, μέμφεται την προσβαλλομένη εκτός των άλλων και - κατά πιστή μεταφορά - γιατί στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, αλλά και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν, λαμβανομένου υπόψη ότι στο κατηγορητήριο δεν αναφέρεται ειδικώς και συγκεκριμένως το είδος της εκτελουμένης οικοδομικής εργασίας κατά τον χρόνο που αναφέρεται η παράβαση και υπεβλήθη η μείωση". Αμφότεροι οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως είναι αόριστοι και εντεύθεν απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι και ειδικότερα ο πρώτος γιατί δεν διαλαμβάνεται εις αυτόν σε τί συνίσταται η έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της προσβαλλομένης αποφάσεως και από ποίες παραδοχές της προκύπτει τούτο, ο δε δεύτερος γιατί δεν εκτίθεται ποίες είναι οι παραβιασθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και σε τι αναφέρεται η πλημμέλεια αυτών. Η εκκρεμοδικία που δημιουργείται από την κίνηση της ποινικής διώξεως για ένα έγκλημα, συνεπάγεται την απαγόρευση κινήσεως νέας ποινικής διώξεως για το ίδιο έγκλημα. Η αρχή της εκκρεμοδικίας προκύπτει έμμεσα από τις διατάξεις των άρθρων 125 και 132 ΚΠΔ, οι οποίες αποκλείουν τη σύγχρονη εκδίκαση του ιδίου εγκλήματος από περισσότερα αρμόδια δικαστήρια. Η διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 του ΚΠΔ εφαρμόζεται αναλόγως σε περίπτωση ασκήσεως δύο ποινικών διώξεων για την ίδια πράξη κατά του ιδίου προσώπου. Εξ άλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 1, 3 ΚΠΔ προκύπτει, ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, απαιτείται: α) ταυτότητα προσώπου, β) ταυτότητα πράξεως και γ) αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση ή παύση της ποινικής διώξεως. Ως ταυτότητα προσώπου νοείται εκείνη του κατηγορουμένου, δηλαδή του ως δράστη κατηγορηθέντος, έστω και αν μηνύθηκε από ψευδές ή λανθασμένο όνομα ή μεταβλήθηκαν τα χαρακτηριστικά αυτού στοιχεία ή ιδιότητες. Ως πράγμα νοείται το ιστορικό γεγονός, δηλαδή η υλική πράξη και πνευματική κίνηση, με όλα τα αποτελέσματα στον εξωτερικό κόσμο, καθόλη τη διαδρομή και καθόλες τις πραγματικές και νομικές όψεις της, τις οποίες ο δικαστής έχει δικαίωμα να ερευνήσει και να αξιολογήσει αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ1, κατά τη συζήτηση της εφέσεώς του προέβαλε δια του εκπροσωπήσαντος αυτόν πληρεξουσίου του δικηγόρου την ύπαρξη εκκρεμοδικίας και εζήτησε να κηρυχθεί απαράδεκτη η κατ΄ αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 17 παρ. 1, 8 του Ν.1337/1983 και ειδικότερα γιατί, για την αυτή πράξη για την οποία είχε πρωτοδίκως καταδικασθεί, είχε προηγουμένως καταδικασθεί σε ποινή φυλακίσεως έξι

(6)μηνών με την υπ΄ αριθμ. 26256/2003 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και πιο συγκεκριμένα γιατί στους ........ Αττικής, στην περιοχή ......., κατά το χρονικό διάστημα 13.10.1999 έως 9.2.2000 προέβη, σαν ιδιοκτήτης στην κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος και ειδικότερα διώροφης οικοδομής, χωρίς να εφοδιασθεί προηγουμένως με οικοδομική άδεια". Η ένσταση αυτή περί εκκρεμοδικίας, απερρίφθη με την προσβαλλομένη απόφαση γιατί έγινε δεκτόν ότι με την προαναφερθείσα απόφαση (26256/2003 Μον.Πλημμελειοδικείου Αθηνών) καταδικάστηκε για πράξεις που τέλεσε από την 13.10.1999 μέχρι 7.2.2000, ενώ η πράξη για την οποία κατηγορήθηκε και κηρύχθηκε ένοχος με την πρωτόδικη απόφαση, την οποία είχε εκκαλέσει, κατά τα άνω, τελέσθηκε την 14.2.2000, δηλαδή σε χρόνο διαφορετικόν από εκείνον που είχε καταδικασθεί με την 26256/2003 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ορθώς εφαρμόζοντας τις διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 1, 3 ΚΠΔ διέλαβε την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δεν υπερέβη την εξουσία του και ο υπό στοιχ. β΄ λόγος της αιτήσεως, ορθώς εκτιμώμενος, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Σύμφωνα με το άρθρο 99 παρ. 1 του ΠΚ. αν κάποιος δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανώτερης των έξι μηνών, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής, κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων. Στην εξεταζομένη περίπτωση ο εν λόγω αναιρεσείων καταδικάστηκε με την πληττομένη απόφαση σε ποινή φυλακίσεως έξι
(6)μηνών, μετατραπείσα επί 5 ευρώ ημερησίως, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι αυτός δεν εδικαιούτο αναστολής εκτελέσεως της επιβληθείσης εις αυτόν παραπάνω ποινής, σύμφωνα με το άρθρο 99 ΠΚ, γιατί είχε καταδικασθεί προηγουμένως αμετακλήτως σε στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία υπερέβαινε τους έξι
(6)μήνες, όπως προέκυψε από το ποινικό του μητρώο. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε επί του προκειμένου ζητήματος την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που αξιώνουν οι διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ και ο υπό στοιχ. δ΄ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Απορριπτομένων όλων των λόγων αναιρέσεως και μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση του Χ1 πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Β). Επί της αιτήσεως αναιρέσεως του Χ2. Από τις διατάξεις των άρθρων 349 παρ. 1 και 501 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει, ότι, σε περίπτωση υποβολής από τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο αιτήματος αναβολής της δίκης, λόγω αδυναμίας εμφανίσεως αυτού στο ακροατήριο του δικαστηρίου από ανωτέρα βία ή άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα και απορρίψεως από το δικαστήριο (κατά την ανέλεγκτη κρίση του) του αιτήματος αυτού και στη συνέχεια της εφέσεως, ως ανυποστήρικτης, είναι επιτρεπτή κατά της αποφάσεως αυτής του Εφετείου η άσκηση αναιρέσεως για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠΔ, επομένως και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Η αιτιολογία προβλεπομένη στα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, όπως ισχύει μετά την προσθήκη εδαφίου με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν.2408/1996, απαιτείται τόσο για την κυρία απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως ανυποστήρικτη, όσο και για την προπαρασκευαστική (παρεμπίπτουσα), με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα αναβολής. Η πληρότητά της δε προϋποθέτει, για μεν την κυρία απόφαση αναφορά της προβλεπομένης από το άρθρο 500 εδ. γ΄ του ΚΠΔ, εμπρόθεσμης κλητεύσεως του εκκαλούντος (και όταν αυτή γίνεται με αναβολή της δίκης σε ρητή δικάσιμο, μνεία μόνο της αναβλητικής αποφάσεως, χωρίς να είναι αναγκαία και η γνωστοποίηση του χρόνου αναβολής), για δε την προπαρασκευαστική, αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και των αποδείξεων και των συλλογισμών, με τους οποίους κατέληξε το δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος αναβολής κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη έφεση του ως άνω αναιρεσείοντος κατά της υπ΄ αριθμ. 4528/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία είχε καταδικασθεί σε ποινή φυλακίσεως δύο
(2)ετών για υπόθαλψη εγκληματία, μετ΄ απόρριψη αιτήματος αναβολής της δίκης, λόγω σημαντικών αιτίων (ασθένεια αυτού). Ειδικότερα από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων Χ2, κατά τη συζήτηση της εφέσεώς του ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών την 1.6.2007, εζήτησε αναβολή εκδικάσεως της υποθέσεως, λόγω ασθενείας του, αλλά το δικαστήριο κρίναν ότι η ασθένεια του κατηγορουμένου είναι μεν παροδική, αλλά παρά ταύτα αποτελεί σημαντικό αίτιο που δικαιολογεί όχι την αναβολή, αλλά τη διακοπή της δίκης, διέκοψε για την δικάσιμο της 5.6.
  1. Ομοίως κατά τη δικάσιμο αυτή, εζητήθη εκ νέου αναβολή, για τον ίδιο παραπάνω λόγο και το δικαστήριο, αντί αναβολής, διέκοψε και πάλιν τη δίκη για τη δικάσιμο της 14.6.
  2. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο αν και ζητήθηκε εκ νέου αναβολή, για τον προεκτεθέντα λόγο, το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής, με την παρακάτω αιτιολογία: "Από τις διατάξεις του άρθρου 349 παρ.1 εδάφ. α, β, γ, δ, και στ του Κ.Ποιν.Δ., όπως ισχύει σήμερα, προκύπτει ότι το Δικαστήριο μετά από πρόταση του Εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια, που προσδιορίζονται ειδικά στην απόφαση. Μπορεί επίσης να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης για το λόγο αυτό έως 15 το πολύ ημέρες και μέχρι δύο φορές. Δεύτερη αναβολή μπορεί να διαταχθεί μόνο, εφόσον βεβαιώνεται αιτιολογημένα στην απόφαση ότι δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί το σημαντικό αίτιο με διακοπή. Κάθε άλλη αναβολή απαγορεύεται. Επιτρέπεται όμως σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις νέα αναβολή. μόνο αν το Δικαστήριο κρίνει με ειδική αιτιολογία, ότι είναι αδύνατη η διεξαγωγή της δίκης. Η αναβολή γίνεται σε ρητή δικάσιμο την οποία ανακοινώνει το Δικαστήριο στους παρόντες διαδίκους, μάρτυρες και πραγματογνώμονες και σ' αυτή κλητεύονται μόνο οι απόντες. Αναβολή σε άλλη δικάσιμο, που ορίζεται από τον Εισαγγελέα, γίνεται μόνο, αν ειδικοί λόγοι, που αναφέρονται στην απόφαση του Δικαστηρίου, δεν το επιτρέπουν και κανείς από τους κατηγορουμένους δεν κρατείται προσωρινά. Τέλος από τη διάταξη της παραγρ. 3 του ιδίου άρθρου προκύπτει ότι η αποχή των δικηγόρων αποτελεί σημαντικό αίτιο για την αναβολή των ποινικών δικών και δεν περιλαμβάνεται στους περιορισμούς της παραγράφου
  3. Στην προκειμένη περίπτωση από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα, που αναφέρθηκε και από τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν αποδείχθηκε ότι ο επικαλούμενος από τον πρώτο κατηγορούμενολόγος είναι προσχηματικός και δεν είναι τέτοιος, ώστε να εμποδίζει την εμφάνιση του στο Δικαστήριο τούτο κατά τη σημερινή δικάσιμο και συνεπώς ο λόγος αυτός δεν συνιστά σημαντικό αίτιο, που να δικαιολογεί την αναβολή της δίκης σε άλλη δικάσιμο. Ειδικότερα αποδείχθηκαν τα εξής: Ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος είναι Ανθ/μος της ΕΛΑΣ, εξετάσθηκε στο εξωτερικό ιατρείο του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Πατρών στις 29-5-2007 και βρέθηκε ότι έπασχε από προκάρδιο συσφιγκτικό άλγος - εφίδρωση - λιποθυμική τάση σε έδαφος γνωστής υπερλιπιδαιμίας - υπέρταση, θετικού οικογενειακού ιστορικού, τού συστήθηκε δε φαρμακευτική αγωγή, αποφυγή κάθε ψυχικής και σωματικής καταπόνησης και να γίνει επανεκτίμηση της καταστάσεως του μετά δέκα ημέρες. Στη συνέχεια εξετάσθηκε στις 30-5-2007 από τον υπηρεσιακό ιατρό της Α.Δ. Αχαΐας, ετέθη σε ένδειξη αναρρωτικών αδειών και παραπέμφθηκε στην επιτροπή Αναρρωτικών Αδειών, η οποία του χορήγησε αναρρωτική άδεια μέχρι την 10-6-
  4. Μετά τη λήξη της αναρρωτικής του άδειας ο κατηγορούμενος εξετάσθηκε εκ νέου στο εξωτερικό ιατρείο του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Πατρών στις 12-6-2007 και βρέθηκε ότι έπασχε από δυσάγωγη αρτηριακή πίεση με υπερτασικές αλλά και υποτασικές κρίσεις του συστήθηκε δε περαιτέρω διερεύνηση (ορμονολογικός έλεγχος, καθώς και μαγνητική επινεφριδίων). Επίσης του συστήθηκε αποχή από την εργασία του (αναρρωτική άδεια 10 ημερών), καθώς και αποφυγή σωματικής και ψυχικής κόπωσης για αντίστοιχο χρονικό διάστημα και να γίνει επανεκτίμηση της καταστάσεως του. Η κατάσταση αυτή της υγείας του πρώτου κατηγορουμένου δεν είναι τέτοια, ώστε να εμποδίζει την εμφάνιση του στο Δικαστήριο τούτο κατά τη σημερινή δικάσιμο, καθόσον είναι κοινώς γνωστό ότι οι υπερτασικές, αλλά και οι υποτασικές κρίσεις αντιμετωπίζονται φαρμακευτικώς και συνεπώς αυτός μπορούσε με τη λήψη των κατάλληλων φαρμάκων να αντιμετωπίσει το επικαλούμενο αυτό πρόβλημα της υγείας του και μετά τις δύο διακοπές της δίκης που έγιναν, να προσέλθει στο Δικαστήριο κατά τη σημερινή δικάσιμο, για να υποστηρίξει την υπόθεση του, αν δεν ήθελε να εξουσιοδοτήσει τον παριστάμενο για το δεύτερο κατηγορούμενο συνήγορο Ηλία Πανταζή, τον οποίο σημειωτέον έχει ορίσει ως αντίκλητο και πληρεξούσιο δικηγόρο του στην έφεση του, για να τον εκπροσωπήσει στο Δικαστήριο τούτο κατά τη σημερινή δικάσιμο, όπως είχε δικαίωμα να κάνει και όπως του είχε συσταθεί να κάνει δια των μαρτύρων, που είχε στείλει στις δύο προηγούμενες συνεδριάσεις να ζητήσουν αναβολή της δίκης. Τα παραπάνω ενισχύουν την κρίση ότι ο επικαλούμενος από τον κατηγορούμενο λόγος υγείας είναι προσχηματικός, με αποκλειστική επιδίωξη την πάροδο του χρόνου εξαλείψεως του αξιοποίνου της πράξης του δια παραγραφής. Από όλα αυτά προκύπτει ότι ο επικαλούμενος από τον κατηγορούμενο λόγος αναβολής της δίκης δεν συνιστά σημαντικό αίτιο, που να δικαιολογεί την αναβολή της δίκης σε άλλη, γι' αυτό και πρέπει να απορριφθεί το αίτημα του περί αναβολής της δίκης επί της κρινόμενης υποθέσεως σε μεταγενέστερη δικάσιμο". Η παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση περιέχει την επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού μνημονεύει τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε για να καταλήξει στη σχετική απορριπτική κρίση του, αναφέρονται τα στοιχεία που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία το δικαστήριο θεμελίωσε την ουσιαστική αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής και τους συλλογισμούς με τους οποίους κατέληξε στην κρίση του αυτή, σημειουμένου εδώ ότι η ειδικότερη κρίση της προσβαλλομένης, ως προσχηματικής της ασθένειας του κατηγορουμένου, για να εξαλειφθεί το αξιόποινο με παραγραφή, είναι ενισχυτική των όσων προηγουμένως αυτή έχει δεχθεί, ανεξαρτήτως του ότι, όπως γίνεται δεκτόν από τη νομολογία του Αρείου Πάγου, η απόρριψη αιτήματος αναβολής με μόνη την αιτιολογία, ότι υφίσταται κίνδυνος παραγραφής, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Επομένως, ο συναφής λόγος της αιτήσεως με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η πιο πάνω απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ), πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, σημειουμένου εδώ, ότι η κρίση της προσβαλλομένης ότι ο επικαλούμενος λόγος υγείας είναι "προσχηματικός με αποκλειστική επιδίωξη την πάροδο του χρόνου για να εξαλειφθεί το αξιόποινο δια παραγραφής", στηρίζεται στις προηγηθείσες δύο διακοπές της δίκης και στην μη εκπροσώπηση του αναιρεσείοντος δια πληρεξουσίου, όπως είχε υποδειχθεί εις αυτόν στην περίπτωση που δεν μπορούσε αυτοπροσώπως να παρασταθεί. Μετά την κατά τα άνω αιτιολογημένη απόρριψη του αιτήματος αναβολής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την έφεση του εκκαλούντος - αναιρεσείοντος, ως ανυποστήρικτη με την παρακάτω αιτιολογία χωρίς να είναι υποχρεωμένο να εξετάσει προηγουμένως, εάν η έφεση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως πράγμα που θα έκανε, εάν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 370 εδ. β΄ και γ΄ ΚΠΔ (βλ. άρθρο 501 παρ. 3 ΚΠΔ): "Από το με ημερομηνία ........ αποδεικτικό επιδόσεως του αστυφύλακα ........., που υπηρετεί στο Α' Αστυνομικό Τμήμα Πατρών, που βρίσκεται στη δικογραφία, προκύπτει ότι ο πρώτος εκκαλών κατηγορούμενος Χ2, κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 166, 320, 321 του ΚΠοινΔ), για να εμφανισθεί σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με την επίδοση της κλήσεως αυτού προς εμφάνιση στη σύνοικο μητέρα του Αθηνά. Επίσης από το με ημερομηνία ........ αποδεικτικό επιδόσεως του αρχιφύλακα ........., που υπηρετεί στο Α. Τ. Ωρωπού Αττικής, που βρίσκεται στη δικογραφία, προκύπτει ότι η ίδια κλήση επιδόθηκε εκ περισσού και στο δικηγόρο Αθηνών Ηλία Πανταζή, τον οποίο ο ως άνω εκκαλών κατηγορούμενος είχε ορίσει ως αντίκλητο και πληρεξούσιο δικηγόρο του στην έφεση του και στην αναφερόμενη στην έφεση διεύθυνση αυτού". Η αιτιολογία αυτή της αποφάσεως, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ), γιατί αναφέρει το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση της κλήσεως προς τον εκκαλούντα για την δικάσιμο της 1.6.2007 καθώς και το όργανο που ενήργησε την επίδοση, μη απαιτουμένης κλητεύσεως αυτού για τις, μετά διακοπή συνεδριάσεις της 5.6.2007 και 14.6.2007, των οποίων άλλως τε συνεδριάσεων είχε λάβει γνώση, αφού ο ίδιος, δια των "αγγέλων του" ζητούσε αναβολή εκδικάσεως και το δικαστήριο αντί αναβολής, δύο φορές διέταξε, κατά τα άνω, διακοπή των συνεδριάσεων που γνωστοποιούσε στον μάρτυρα που κάθε φορά ζητούσε αναβολή. Επίσης από το διατακτικό της αποφάσεως αυτής, που συμπληρώνει το σκεπτικό, προκύπτει η εκκληθείσα υπ΄ αριθμ. 4528/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καθώς και η κατ΄ αυτής ασκηθείσα υπ΄ αριθμ. 734/1.2.2007 έφεση, για την υποστήριξη της οποίας κλητεύθηκε ο τότε εκκαλών και τώρα αναιρεσείων. Επομένως, ο αντίστοιχος, δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ΄ ΚΠΔ, περί ελλείψεως δηλαδή ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως που απέρριψε την έφεση, ως ανυποστήρικτη, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Απορριπτομένων όλων των λόγων της αιτήσεως και μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από : 4 Ιουλίου 2007 και 25.7.2007 δύο αιτήσεις των Χ1 και Χ2, για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 5195/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 7 Δεκεμβρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.