← Ελλάδα

ΑΠ 2225/2007 — Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2225 / 2007 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία. Περίληψη: 1) Έλλειψη ακροάσεως, 2) Έλλειψη αιτιολογίας, 3) Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Απορρίπτει αναίρεση Αριθμός 2225/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης X1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αρετή Καπετανάκου, περί αναιρέσεως της 7728/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23.11.2006 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1999/2006. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Η μη ανάγνωση εγγράφου που υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας θεμελιώνει έλλειψη ακροάσεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ,1 στοιχ.β, σε συνδ. με άρθρο 170 παρ,2 Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως, εφόσον από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν την ανάγνωση του εγγράφου και το Δικαστήριο παρά το νόμο δεν την επέτρεψε ή παρέλειψε να αποφανθεί επί του σχετικού αιτήματος. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 7728/2006 προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, δεν προκύπτει ότι εκ μέρους της συνηγόρου της κατηγορουμένης, που την εκπροσώπησε στο ως άνω Δικαστήριο, υποβλήθηκε αίτημα αναγνώσεως πιστοποιητικών γεννήσεως γονέων και πάππων της κατηγορουμένης καθώς και απολογητικού υπομνήματος, που υπέβαλε κατά την προανάκριση. Υποβλήθηκαν εγγράφως από τη συνήγορό της και αναπτύχθηκαν προφορικά αυτοτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι καταχωρίσθηκαν στα πρακτικά, όχι, όμως, και αίτημα για ανάγνωση τέτοιων πιστοποιητικών. Συνεπώς, ο λόγος αναίρεσης, για έλλειψη ακροάσεως, είναι αβάσιμος. Ο περαιτέρω ισχυρισμός της, ο οποίος αποτελεί συνέχεια του ως άνω λόγου της έλλειψης ακροάσεως, περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, είναι απαράδεκτος, γιατί, δεν αρκεί η ακυρότητα αυτή να προβλήθηκε στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά πρέπει να επαναφερθεί στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με σχετικό λόγο έφεσης, κάτι που δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση. ΙΙ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, όπως αυτό προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Η κατηγορουμένη, ........., στις 28.9.2000, εμφανίσθηκε στο τμήμα Αλλοδαπών Λαυρίου και, μαζί με άλλα δικαιολογητικά, υπέβαλε στην άνω Υπηρεσία, ως γνήσιο έγγραφο - δικαιολογητικό, το φερόμενο ως εκδοθέν στις ....... από το Ληξιαρχείο Δελβίνου Αλβανίας, με αριθμό ....... πιστοποιητικό γέννησής της, από το οποίο προέκυπτε η Ελληνική της καταγωγή, έγγραφο όμως που ήταν πλαστό, εφόσον ουδέποτε είχε εκδοθεί από τις άνω αρχές, όπως η Interpol με το ........ από .......... FAX ενημέρωσε την άνω Υπηρεσία. Η κατηγορουμένη εξάλλου, εν γνώσει της πλαστότητάς του, χρησιμοποίησε το άνω έγγραφο, προκειμένου να παραπλανήσει την εν λόγω υπηρεσία, ώστε να της χορηγήσει ειδικό Δελτίο Ταυτότητας Ομογενούς, βάσει της 4000/3110-2 από 15.4.1998 κοινής Υ.Α., πράγμα που πέτυχε, αφού στις 20.7.2001, εξαπατώντας τους αρμόδιους Υπαλλήλους του Τμήματος Αλλοδαπών Λαυρίου, περί της γνησιότητας του ως άνω εγγράφου, κατόρθωσε να της χορηγηθεί το ..... Ε.Δ.Τ.Ο. με ημερομηνία λήξης την ......... Επειδή, όμως, υπάρχουν αμφιβολίες για την τέλεση εκ μέρους της κατηγορουμένης της πλαστογραφίας του άνω πλαστού εγγράφου (βλ. από ....... βεβαίωση γραφολογικής διερεύνησης της .........., σύμφωνα με την οποία "τόσο η λέξη Greke, όσο και οι υπόλοιπες χειρόγραφες συμπληρώσεις του ίδιου εγγράφου, δεν προέρχονται από την ίδια την X1, αλλά από άλλο πρόσωπο), πρέπει να κηρυχθεί ένοχη, αντί της αποδιδόμενης σ' αυτήν αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας με χρήση, μόνο της χρήσης του άνω πλαστού εγγράφου (σχ. ΑΠ 40/2006) και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Εξάλλου, ουδαμώς αποδείχθηκε ότι η χρήση του άνω πλαστού πιστοποιητικού γέννησης από την κατηγορουμένη έγινε προκειμένου να διευκολυνθεί η άμεση συντήρησή της, η κίνηση ή η κοινωνική της πρόοδος και μόνο, ώστε να τίθεται θέμα μεταβολής της κατηγορίας σε χρήση πλαστού πιστοποιητικού κατ' άρθρο 217 ΠΚ (σχ. ΑΠ 1316/2001, ΠΧ ΝΒ, 531, ΑΠ 556/1995, ΠΧ ΜΕ, 830), όπως, εντελώς άλλωστε αόριστα προβάλλει η κατηγορουμένη. Περαιτέρω, ανεξαρτήτως του φερόμενου ως χρόνου έκδοσης του άνω πλαστού εγγράφου (.......), η ημερομηνία τέλεσης της αποδιδόμενης στην κατηγορουμένη αξιόποινης πράξης της χρήσεως, αποδείχθηκε ότι ήταν η 28.9.2000, όταν υπέβαλε το ως άνω πλαστό έγγραφο στο Τμήμα Αλλοδαπών Λαυρίου. Επομένως, έκτοτε, μέχρι την 29.7.2005, οπότε της επιδόθηκε το κλητήριο θέσπισμα, δεν παρήλθε η προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 111-113 ΠΚ πενταετία και το υποστηριζόμενο από την κατηγορουμένη περί παραγραφής της πρώτης αξιόποινης πράξης, είναι απορριπτέο ως αβάσιμο. Τέλος, δεν αποδείχθηκε ότι το άνω Ε.Δ.Τ.Ο. που έλαβε, θα μπορούσε να το λάβει και χωρίς τη χρήση του πλαστού άνω εγγράφου, αφού ουδεμία εξήγηση δίδει στο ευλόγως γεννώμενο ερώτημα, γιατί τότε συνυπέβαλε και το άνω πλαστό έγγραφο, όταν αυτό ήταν περιττό. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι όλοι οι ισχυρισμοί της". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχη για τις πράξεις α) της χρήσης πλαστού εγγράφου και β) της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και της επέβαλε τη συνολική ποινή των επτά

(7)μηνών, την οποία ανέστειλε επί τρία
(3)χρόνια. Με τις παραδοχές της αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των προαναφερομένων αξιοποίνων πράξεων, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Συγκεκριμένα, αναφέρονται όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται, ήτοι ο χρόνος χρήσεως του πλαστού εγγράφου στις 28.9.2000, σε τι συνίσταται η πλαστότητα, επισημαίνεται το υποκειμενικό στοιχείο, συνιστάμενο στην εν γνώσει της πλαστότητας χρησιμοποίηση του πιστοποιητικού, η εξαπάτηση των αρμοδίων οργάνων του Α.Τ. Λαυρίου και η συνακόλουθη χορήγηση, στις 20.7.2001, του υπ' αριθ. ........ Ε.Δ.Τ.Ο. με ημερομηνία λήξεως την ........ Επίσης, επισημαίνεται ότι δεν προέκυψε πώς το άνω ειδικό δελτίο ταυτότητας ομογενούς (Ε.Δ.Τ.Ο.) θα μπορούσε η αναιρεσείουσα να το λάβει και χωρίς τη χρήση του πλαστού εγγράφου, ουδόλως δε συνιστά αντίφαση η κρίση του Δικαστηρίου "αφού ουδεμία εξήγηση δίδει στο ευλόγως γεννώμενο ερώτημα γιατί τότε συνυπέβαλε και το πλαστό έγγραφο, αν αυτό ήταν περιττό", γιατί, αυτή (κρίση του Δικαστηρίου) διατυπώνεται μόνο προς απόκρουση των υπερασπιστικών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας. Εξάλλου, στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η χρήση του πλαστού πιστοποιητικού έγινε προς το σκοπό να αποκτήσει η αναιρεσείουσα το ειδικό δελτίο ταυτότητος ομογενούς και, με τις ορθές και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης, έγινε δεκτό ότι η χρήση αυτή δεν έγινε με σκοπό να διευκολυνθεί η άμεση συντήρησή της, η κίνηση ή η κοινωνική της πρόοδος και μόνο, ορθά το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 216 και όχι εκείνη του άρθρου 217 ΠΚ. Επομένως, οι περί του αντιθέτου, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, δεύτερος και τρίτος λόγοι της υπό κρίση αίτησης, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, η δε αναιρεσείουσα να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23.11.2006 αίτηση της X1, για αναίρεση της υπ' αριθ. 7728/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Δεκεμβρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.