← Ελλάδα

ΑΠ 2228/2007 — Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Οπλοφορία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2228 / 2007 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Οπλοφορία. Περίληψη: Απάτη από κοινού, από την οποία η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει τις 73.000 ευρώ (άρθρο 386 παρ. 1,3 ΠΚ). Έκβαση (άρθρο 385 παρ. 1 ΠΚ). Παράνομη οπλοφορία (άρθρο 13 παρ. 1α Ν. 2168/1993). Υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία – ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Αριθμός 2228/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη και Νικόλαο Ζαϊρη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων:

  1. X1 και
  2. X2, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 3067/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 2 Μαρτίου 2007 (δυο) αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 527/
  3. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος - Εμμανουήλ Παπαδάκης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του, με αριθμό 309/28-8-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ι) Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Συμβουλίου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1+4, 138 παρ. 2β, 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ. τις υπ' αρ. α) 57/2-3-2007 και β) 59/2-3-2007 αιτήσεις αναιρέσεως των X1 και X2 αντιστοίχως, τις οποίες άσκησαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου των (δυνάμει της από 1-3-2007 κοινής εξουσιοδοτήσεως των αιτούντων προς αυτήν) κατά του υπ' αρ. 3067/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής: ΙΙ) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απερρίφθησαν κατ' ουσίαν οι υπ' αρ. 304/2006 και 303/2006 αντιστοίχως εφέσεις των ανωτέρω κατά του υπ' αρ. 1948/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παρεπέμφθησαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών όπως δικασθούν α) αμφότεροι για απάτη κατά συναυτουργία με περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ, β) ο 1ος για εκβίαση, γ) ο 1ος για παράνομη οπλοφορία, και επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα. ΙΙΙ) Οι αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα από πρόσωπα δικαιούμενα προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 1, 474 παρ. 2, 482 παρ. 1 Κ.Π.Δ. με τις από 2-3-2007 δηλώσεις των αναιρεσειόντων δια της (νομίμως προς τούτο) εξουσιοδοτηθείσης δικηγόρου των Ευαγγελίας Παναγιωτοπούλου για τις οποίες συνετάχθησαν οι υπ' αρ. 57/2-3-2007 και 59/2-3-2007 εκθέσεις αναιρέσεως ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος βουλευμάτων Εφετείου Αθηνών. Είναι δε εμπρόθεσμες διότι η επίδοση του προσβαλλομένου βουλεύματος έγινε στους κατηγορουμένους την 14-3-2007 εις δε τον αντίκλητο δικηγόρο τους την 20-2-
  4. Κατά συνέπεια είναι τυπικά δεκτές. VI) Λόγοι αναιρέσεως: Α) Του κατηγορουμένου X
  5. α) Ως προς την πράξη της απάτης εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, διότι στην προκειμένη περίπτωση το προσβαλλόμενο βούλευμα ανήγαγε μία διαφορά αστικής καθαρά φύσης, ήτοι υποχρεώσεις πηγάζουσες από σύμβαση του ιδιωτικού δικαίου σε ποινικό αδίκημα. β) 'Ελλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τις πράξεις της εκβιάσεως και παράνομης οπλοκατοχής διότι στηρίχθηκε το βούλευμα αποκλειστικά στην κατάθεση του μηνυτή Ψ1, χωρίς να υπάρχουν και άλλα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία να συνηγορούν υπέρ της τέλεσης από αυτόν των δύο ως άνω εγκλημάτων. Το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχεται ότι τα δύο ως άνω αδικήματα έλαβαν χώρα την 4-8-2003, δεν εξηγεί για ποιό λόγο ο μηνυτής δεν προσέφυγε άμεσα στις δικαστικές αρχές. Στην συνέχεια το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχεται ότι ο δήθεν εκβιασθείς μηνυτής εξακολουθούσε παρά την εκβίασή του να πείθεται επί μεγάλο χρονικό διάστημα ήτοι μετά τον Σεπτέμβριο του έτους 2003, στις δήθεν ψευδείς διαβεβαιώσεις του ότι θα του εξασφάλιζε αυτοκίνητο ταξί. Ως προς την έκθεση των συλλογισμών του το βούλευμα δεν έχει την επιβαλλόμενη από τον νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Β) Του κατηγορουμένου Χ
  6. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως διότι το προσβαλλόμενο βούλευμα ανήγαγε μία διαφορά αστικής καθαρά φύσεως, ήτοι υποχρεώσεις πηγάζουσες από σύμβαση του ιδιωτικού δικαίου, σε ποινικό αδίκημα. V) Από την διάταξη του άρθρου 385 Π.Κ. προκύπτει, ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκβιάσεως απαιτείται: α) εξαναγκασμός δια βίας ή απειλής ικανής να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της λαμβανομένης αποφάσεως σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία εις την περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου και β) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακόν όφελος. Για την θεμελίωση της υπό του άρ. 385 παρ. 1α Π.Κ. προβλεπομένης κακουργηματικής μορφής εκβιάσεως απαιτείται οι απειλές να είναι ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής σύμφωνα με τα οριζόμενα εις το άρθρο 380 παρ.
  7. Απειλή δε ενωμένη με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής είναι η προαγγελία κακού επαχθησομένου αμέσως, εάν δεν ήθελε υποκύψει εκείνος κατά του οποίου απευθύνεται αυτή και επιχειρήσει να προβάλει αντίσταση. Τούτο σημαίνει τοπική και χρονική αμεσότητα του κακού με το σώμα ή την ζωή του απειλουμένου δηλ. βλάβη "εδώ και τώρα". Τέτοια κακουργηματική εκβίαση αποτελεί και η απειλή από τον δράστη κατά της ζωής άλλου με πιστόλι που εξήγαγε από το τσαντάκι του. Ο δόλος περιλαμβάνει την γνώση του δράστη ότι ο καθ' ου η βία ή απειλή περιάγεται σε τέτοια θέση ώστε να μην έχει ελεύθερη θέληση προς διάθεση και ότι ο εκβιαζόμενος επιχειρεί μία βλαπτική γι' αυτόν ή τρίτο περιουσιακή διάθεση. Αρκεί και ενδεχόμενος δόλος. Από την διάταξη της παραγράφου 1 του αρ. 386 του Π.Κ. προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης διαπράττει όποιος με σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών σε πράξη παράλειψη ή ανοχή. Η παράσταση των ψευδών γεγονότων μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, προφορικώς ή εγγράφως, αρκεί συνεπεία αυτής να προξενήθηκε η πλάνη και εκ της παραπλανήσεως να προέβη ο παραπλανηθείς σε πράξη ή παράλειψη ένεκα της οποίας επήλθε περιουσιακή ζημία στον παραπλανηθέντα ή τρίτο. Ως γεγονότα κατά την έννοια του άρθρου 386 Π.Κ., νοούνται πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως βάσει της εμφανιζομένης ψευδούς καταστάσεως από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε συγκροτείται το έγκλημα της απάτης (Α.Π. 5/2001, 610/2002, 1331/2005). Χρόνος τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο δράστης, με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις εξαιτίας των οποίων παραπλανήθηκε (πείσθηκε) ο παθών ή τρίτος. Είναι δε αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του θύματος (Α.Π. 691/1997, 1627/1999, 132/2000, 1331/2005). Κατά την παράγραφο 3 εδάφ. β ιδίου άρθρου "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών..... β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ..." (Α.Π. 1515/2001 Ποιν.Δικ. 2002/114). Με τον όρο από κοινού του αρ. 45 Π.Κ. νοείται αντικειμενικά ή σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Δεν είναι δε απαραίτητη η αναφορά των επί μέρους ενεργειών των συναυτουργών για την ύπαρξη της συναυτουργίας (Ολομ. Α.Π. 50/90 Π.Χρ. Μ/949, Α.Π. 323/94 Π.Χρ. ΜΔ/389, Α.Π. 660/99 Π.Χρ.). VI) Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1δ' του ίδιου Κώδικα λόγον αναιρέσεως, όταν δεν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (ΑΠ 711/2000 Π.Χρ. ΝΑ/55, Α.Π. 252/2004, 2200/2002). Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγον αναιρέσεως κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση (ΑΠ 1155/2000 Π.Χρ. ΝΑ/398, Α.Π. 1331/2005, Α.Π. 760/1996 Π.Χρ. ΜΖ/379). VII) Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με εξ ολοκλήρου επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση, (Συμβ. Α.Π. 96/2004 Ποιν. Δ/σύνη 2004/617), που μνημονεύει όλα κατ'είδος τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ελήφθησαν υπόψη, εδέχθη κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Οι κατηγορούμενοι διατηρούν Γραφείο εισαγωγών - εμπορίας - μεσιτείας Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτων εις τας ..... και επί της οδού .... αριθμ ....... Ως κύριο επάγγελμα έχουν την εμπορία καινουργών και μεταχειρισμένων Δ.Χ. επιβατικών αυτοκινήτων Ταξί. Κατά μήνα Ιούλιο του έτους 2003 οι εγκαλούντες Ψ1 και Ψ2 αποφάσισαν να αγοράσουν από κοινού ένα Δ.Χ. επιβατικό αυτοκίνητο Ταξί, προς εκμετάλλευση. Το Ταξί αυτό θα το αγόραζαν εις το όνομα του πρώτου εγκαλούντος Ψ1 ο οποίος ήτο επαγγελματίας αυτοκινητιστής. Δια τον σκοπό αυτό απευθύνθηκαν εις την προαναφερθείσα επιχείρηση εμπορίας αυτοκινήτων ταξί που διατηρούν οι κατηγορούμενοι εις την οδό ...... Κατά τις διαπραγματεύσεις αμφότεροι οι κατηγορούμενοι διαβεβαίωσαν ψευδώς τους εγκαλούντες τελούντες εν γνώσει της αναληθείας τους, ότι διαθέτουν προς πώληση μία άδεια αυτοκινήτου Ταξί 2 συνιδιοκτητών, από τους οποίους ο ένας δήθεν ήταν κάτοικος ...... καθώς και ένα όχημα χωρίς πινακίδες (ως σκάφος) εργοστασίου κατασκευής MERCEDES Μοντέλλου ....... το οποίο και τους υπέδειξαν και ότι εις το όχημα αυτό "ετοποθετείτο" η άδεια και ότι είχαν την δυνατότητα να μεταβιβάσουν το όχημα αυτό στους εγκαλούντες. Οι εγκαλούντες πείστηκαν εις τις διαβεβαιώσεις αυτές των κατηγορουμένων και την ...... υπογράφηκε από τον πρώτο εγκαλούντα Ψ1 και τον κατηγορούμενο Χ2 ιδιωτικό συμφωνητικό εις το οποίο αναγράφεται εκ παραδρομής ως ημερομηνία η .... αντί της σωστής ....., σύμφωνα με το οποίο ο πρώτος κατηγορούμενος ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει εντός προθεσμίας 15 ημερών τα ανωτέρω ήτοι την άδεια αυτοκινήτου ΤΑΞΙ 2 αυτοκινητιστών και 1 όχημα ως σκάφος εργοστασίου κατασκευής MERCEDES, Μοντέλλου ...... ως τίμημα δια την αγορά αυτή συμφωνήθηκε το ποσό των 129.126 Ευρώ. Την ίδια ημέρα της υπογραφής του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού δόθηκε από τον εγκαλούντα Ψ1 εις τους κατηγορουμένους ως αρραβώνα το ποσό των 10.000 Ευρώ. Το υπόλοιπο του τιμήματος οι εγκαλούντες θα το κατέβαλαν εις τους κατηγορουμένους ως εξής: Ποσό 110.322 Ευρώ σε μετρητά και το υπόλοιπο των 9.126Ευρώ θα καλυπτόταν από την αζία ενός αυτοκινήτου- ιδιοκτησίας του πρώτου εγκαλούντος Ψ1 Μάρκας ..... με αριθμό κυκλοφορίας .... το οποίο ο εγκαλών αυτό θα παρέδιδε εις τον κατηγορούμενο Χ
  8. Η ολοσχερής εξόφληση του συμφωνηθέντος τιμήματος θα γινόταν μετά την ολοκλήρωση της απαιτουμένης διαδικασίας μεταβίβασης του ανωτέρω Δ.Χ. επιβατικού αυτοκινήτου ΤΑΞΙ εις το Υπουργείον Συγκοινωνιών και στην αρμοδία Δ.Ο Υ. Εις την συνέχεια την 4-8-2003 ο πρώτος εγκαλών Ψ1 και ο Κατηγορούμενος Χ1 συμφώνησαν να μεταβούν εις το Υπουργείoν Συγκοινωνιών δια τις αναγκαίες διεκπεραιωτικές ενέργειες. Κατά την διαδρομή αυτή ο κατηγορούμενος Χ1 ζήτησε από τον εγκαλούντα αυτό να του καταβάλει εκείνη την στιγμή το ποσό των 110.322 Ευρώ παρά την συμφωνία τους να καταβληθεί το ποσό αυτό μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας μεταβίβασης του ανωτέρω αυτοκινήτου. Ο εγκαλών Ψ1 επειδή φοβήθηκε την ματαίωση της συμφωνίας δέχθηκε και έτσι πήγε μαζί με τον κατηγορούμενο Χ2 εις την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, όπου ο Ψ1 διατηρεί λογαριασμό και έλαβε με την υπ' αριθμ. ........ τραπεζική επιταγή σε διαταγή του. το ποσό των 60.000 Ευρώ και σε μετρητά το ποσό των 40·000 Ευρώ το οποίον παρέδωσε εις τον κατηγορούμενο Χ1 και αυθημερόν έγινε κατάθεση του ποσού αυτού των 40.000 Ευρώ εις τον υπ' αριθμ...........λογαριασμό που διατηρούσε ο κατηγορούμενος αυτός εις την Τράπεζα ALPHA BANK. Μετά από αυτό και οι δύο επιβιβάστηκαν εις το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ....... Ι.Χ. επιβατικό αυτοκίνητο του εγκαλούντος Ψ1 με κατεύθυνση την ΚΒ Δ.Ο.Υ. Αθηνών όπου θα γινόταν η μεταβίβαση του ανωτέρω Ι.Χ.· επιβατικού αυτοκινήτου ΤΑΞΙ. Όμως εις την πορεία ο κατηγορούμενος Χ1 είπε εις τον εγκαλούντα αυτό ότι δεν θα γινόταν η μεταβίβαση του ανωτέρω αυτοκινήτου με την δικαιολογία ότι δεν είχε ανανεωθεί η ήδη προσκομισθείσα από τον εγκαλούντα Ψ1 προς αυτόν ειδική άδεια. Ο εγκαλών Ψ1 τότε αντιλήφθηκε ότι είχε εξαπατηθεί από τους κατηγορουμένους και ζήτησε από τον κατηγορούμενο Χ1 την επιστροφή του ποσού των 40.000 Ευρώ που όπως προαναφέρθηκε είχε κατατεθεί εις τον προαναφερόμενο λογαριασμό του κατηγορουμένου αυτού εις την ALPHA ΒΑΝΚ, τότε ο κατηγορούμενος Χ1 απείλησε τον εγκαλούντα αυτόν με ένα πιστόλι που είχε μέσα στο τσαντάκι που κρατούσε και τον εξανάγκασε όχι μόνον να παραιτηθεί από την αξίωση του αυτή για επιστροφή στον ίδιο τον εγκαλούντα του ανωτέρω ποσού των 40.000 Ευρώ αλλά τον εξανάγκασε να παραδώσει εις τον κατηγορούμενο αυτόν δηλαδή εις τον Χ1 και την προαναφερόμενη ........ τραπεζική επιταγή ποσού 60.000 Ευρώ προς βλάβη της περιουσίας και του ιδίου του εγκαλούντος και της δεύτερης εγκαλουμένης Ψ2 κατά το ποσό των 100.000 ΕΥΡΩ. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι όπως προέκυψε εκ των υστέρων οι κατηγορούμενοι δεν είχαν την δυνατότητα να προβούν εις την μεταβίβαση του ανωτέρω Δ.Χ. Ε ΤΑΞΙ αυτοκινήτου καθώς ουδέποτε υπήρχε συμφωνία μεταξύ αυτών και των ιδιοκτητών της ανωτέρω αδείας κυκλοφορίας και του ανωτέρω οχήματος περί πωλήσεώς τους. Με τις προαναφερθείσες δε ψευδείς παραστάσεις εν γνώσει της αναληθείας τους προς τους εγκαλούντες έπεισαν αυτούς να τους καταβάλουν το συνολικό ποσό των 110.000 Ευρώ δια την αγορά της ανωτέρω αδείας Δ.Χ. Ε. αυτοκινήτου ΤΑΞΙ και οχήματος αν και δεν είχαν την δυνατότητα μεταβίβασής τους. Από δε την ενέργειά τους αυτή οι κατηγορούμενοι ωφελήθηκαν κατά το ανωτέρω ποσό των 110.000 Ευρώ τραπεζική με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας των εγκαλούντων αφού και την ανωτέρω τραπεζική επιταγή των 60.000 ΕΥΡΩ ο εγκαλών Ψ1 την εξέδωσε πεισθείς εις τις ψευδείς παραστάσεις των κατηγορουμένων.- Η πρόθεση τους αυτή σαφώς συνάγεται και από την εις την συνέχεια συμπεριφορά τους προς τους εγκαλούντες. Ειδικότερα οι κατηγορούμενοι κατά τις αρχές Σεπτεμβρίου του 2003 πληροφόρησαν τους εγκαλούντες ότι το ανωτέρω αυτοκίνητο που τους είχαν υποσχεθεί προς πώληση παρουσίαζε βλάβη και ότι η άδεια που τους είχαν υποσχεθεί είχε ήδη πωληθεί. Μετά δε από αυτά τους παρέστησαν και πάλι ψευδώς ότι έχουν την δυνατότητα να τους μεταβιβάσουν μία άλλη άδεια και συγκεκριμένα του με αριθμό κυκλοφορίας ...... ΤΑΞΙ και ένα άλλο αυτοκίνητο το οποίο μάλιστα τους είπαν ότι το είχαν ήδη παραγγείλει. Όμως και οι διαβεβαιώσεις αυτές ήταν ψευδείς και, ίδιοι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι κατά τον χρόνο εκείνο δεν ήταν σε θέση να τις εκπληρώσουν καθώς όσον αφορά την άδεια αυτή είχε πωληθεί μέσω άλλου Γραφείου, και αφορά το αυτοκίνητο, δεν είχαν προβεί σε καμία παραγγελία καινούργια όπως ψευδώς διαβεβαίωναν τους εγκαλούντες παρά μόνον αυτοί είχαν λάβει προσφορά πώληση ενός αυτοκινήτου μάρκας MERCEDES από τον πωλητή Γ1 κάτι που είναι τελείως διαφορετικό από την παραγγελία καινούργιου αυτοκινήτου. Πάντα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν ιδία από τις καταθέσεις των εγκαλούντων από την κατάθεση της μάρτυρος Ζ1 και από το περιεχόμενο του προαναφερθέντος με φερομένη ημερομηνία ...... ιδιωτικού συμφωνητικού; μεταξύ του κατηγορουμένου Χ2 και του εγκαλούντος Ψ
  9. Οι κατηγορούμενοι και εκκαλούντες αρνούνται τις εις βάρος τους κατηγορίες, όμως δεν αντικρούουν κατά τρόπο πειστικό τα όσα ισχυρίζονται οι εγκαλούντες και επί πλέον δεν αντικρούουν κατά τρόπο πειστικό τα όσα αναφέρονται εις το ανωτέρω με φερομένη ημερομηνία ...... ιδιωτικό συμφωνητικό, μεταξύ του εγκαλούντος Ψ1 και του κατηγορουμένου Χ
  10. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω προέκυψαν κατά των ανωτέρω κατηγορουμένων και εκκαλούντων Χ2 και Χ1, αποχρώσες ενδείξεις ενοχής δια τις προαναφερθείσες πράξεις της απάτης από κοινού με ζημία ιδιαίτερα μεγάλη από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσόν των 73.000 Ευρώ, αμφότεροι της εκβίασης και της παράνομης οπλοφορίας δια τον κατηγορούμενο Χ1 (άρθρ. 1, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 94 παρ, 1, 536 παρ, 1β- 3β όπως αντικ. με αρθρ. 14 παρ. 4, του Ν. 2721/1999, 385 παρ. 1α- 380 παρ. 1 Π.Κ., άρθρ. 1, παρ. 1α, 10 παρ. 1α 13α Ν. 2168/1993). Επειδή κατόπιν των ανωτέρω ορθώς το προσβαλλόμενο με τις υπό κρίση εφέσεις υπ'αριθμ. 1948/13-6-2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών παρέπεμψε τους κατηγορουμένους και εκκαλούντες αυτούς δια να δικαστούν δια τις ανωτέρω πράξεις εις το ακροατήριo του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και πρέπει η υπό κρίση υπ' αριθμ. 303/20-7-2006 και 304/20-7-2006 εφέσεις να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμες να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο με τις εφέσεις αυτές βούλευμα. VIII) Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκαν παραπεμπτέοι στο ακροατήριο οι αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις (των άρθρων 1, 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 385 παρ. 1α, 386 παρ. 1+3β Π.Κ. και αρ. 1 παρ. 1α, 10 παρ. 1α 13α Ν. 2168/93) τις οποίες ορθώς εφήρμοσε, ερμήνευσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για λόγους αναιρέσεως (αρ. 484 παρ. 1β+δ Κ.Π.Δ.) είναι αβάσιμες. Ειδικότερα το συμβούλιο εξετίμησε το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, αναφέρει διεξοδικά πως παρέστησαν ψευδώς στους εγκαλούντες εν γνώσει της αναληθείας ότι διέθεταν προς πώληση μία άδεια αυτοκινήτου ΤΑΞΙ, δύο συνιδιοκτητών, από τους οποίους ο ένας δήθεν ήταν κάτοικος ........ καθώς και ένα όχημα χωρίς πινακίδες (σκάφος) εργοστασίου κατασκευής MERCEDES επί του οποίου θα τοποθετούσαν την άδεια, ότι είχαν έλθει σε συμφωνία με τους δικαιούχους της άδειας και τον ιδιοκτήτη του άνω αυτοκινήτου να προβούν στην μεταβίβασή τους και ότι έχουν την δυνατότητα να μεταβιβάσουν στον μηνυτή τα ανωτέρω. Η κατά τα άνω παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και η παραπλάνηση των εγκαλούντων έλαβε χώρα τον μήνα Ιούλιο 2003 εις το επί της οδού ........ γραφείο όπου είχε την έδρα της η επιχείρηση των αναιρεσειόντων. Το συμφωνηθέν τίμημα ανήρχετο σε 129.126 ευρώ. Οι καταβολές έγιναν τμηματικά μεταγενέστερα (ως ειδικότερα εκτίθεται) από τον χρόνο της παραπλανήσεως. Δηλαδή η παραπλάνηση έλαβε χώρα τον Ιούλιο 2003 σε ημερομηνία που δεν προσδιορίστηκε επακριβώς και μεταγενέστερα διαδοχικές καταβολές λόγω της παραπλανήσεως των εγκαλούντων. Μεταξύ των αντιδίκων είχε συνταχθεί σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό την ..... με ημερομηνία αναγραφείσα εκ παραδρομής ......., ως κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του εδέχθη αιτιολογημένως το προσβαλλόμενο βούλευμα. Την 1-8-2003 οι εγκαλούντες τους κατέβαλαν ως αρραβώνα το ποσό των 10.000 ευρώ. Την 4-8-2003 οι εγκαλούντες δια του 1ου εξ αυτών Ψ1 κατέβαλαν για λογαριασμό των αναιρεσειόντων στον 1ο εξ αυτών Χ1 40.000 ευρώ σε μετρητά τα οποία κατετέθησαν σε λογαριασμό του 2ου εξ αυτών (αρ. ....... στην Alpha Bank). Επίσης για λογαριασμό των εγκαλούντων εξεδόθη η υπ' αρ........ τραπεζική επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος σε διαταγή των εκ του εγκαλούντων Ψ1 ποσού 60.000 ευρώ. Η επιταγή αυτή αντιστοιχούσε σε μέρος του συμφωνηθέντος τιμήματος των 120.000 ευρώ. Την 4-8-2003 ο εκ των εγκαλούντων Ψ1 αφού παρέδωσε κατά τα ανωτέρω στον Χ1 το ποσό των 40.000 ευρώ (που κατετέθησαν ακολούθως σε λογαριασμό του 2ου αναιρεσείοντος), επεβίβασε στο υπ' αρ. .... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε τον Χ1 για να μεταβούν στην οικεία ΔΟΥ Αθηνών προς ρύθμιση μεταβιβάσεως του ταξί, διείδε δε κατά την διαδρομή την απατηλή συμπεριφορά των κατηγορουμένων και εζήτησε από τον 1ο την επιστροφή των 40.000 ευρώ, αντ' αυτού ο 1ος αναιρεσείων με την απειλή πιστολιού που έβγαλε από το τσαντάκι του απείλησε τον Ψ1 και τον εξανάγκασε να παραιτηθεί από την αξίωση επιστροφής των 40.000 ευρώ ως επίσης και να του παραδώσει (υπό το καθεστώς της απειλής) την επιταγή των 60.000 δρχ. προκαλώντας αντίστοιχη βλάβη στην περιουσία των εγκαλούντων (συν το ποσό των 10.000 ευρώ που είχαν δοθεί ως αρραβών). Κατά ταύτα στοιχειοθετείται και η πράξη της κακουργηματικής εκβιάσεως αλλά και της απάτης συμπεριλαμβανομένου και του ποσού των 60.000 ευρώ της επιταγής διότι οι εγκαλούντες είχαν παραπλανηθεί και εξαπατηθεί από την συμπεριφορά των αναιρεσειόντων, το συνολικό τίμημα που θα κατέβαλαν ανήρχετο σε 120.000 ευρώ και η επιταγή των 60.000 ευρώ είχε δοθεί έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος, λόγω όμως ενδοιασμού του εγκαλούντος Ψ3 δεν έγινε άμεσα παράδοση της επιταγής και την απέσπασε εκβιαστικώς ο Χ1 με την απειλή πιστολιού που έφερε παράνομα. Περαιτέρω το βούλευμα κάνει αναφορά και αξιολόγηση των ισχυρισμών των κατηγορουμένων (φύλλο 6 σελ. α) ώστε να μην καταλείπονται συλλογιστικά κενά. Είναι δε σαφές ότι δεν υφίσταται μόνο αστική διαφορά (ως υποστηρίζουν στις αναιρέσεις) απορρέουσα από την αδικοπραξία (αρ. 147, 150, 914 Α.Κ.) αλλά και η υπό κρίση αξιόποινη συμπεριφορά θεμελιώνεται πλήρως. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω το συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμα ορθώς έκρινε και απέρριψε με τις εφέσεις των κατηγορουμένων και οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως θα πρέπει να απορριφθούν κατ' ουσίαν. ΙΧ) Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω -------------------- Α) Να απορριφθούν οι υπ' αρ. 57/2-3-2007 και 59/2-3-2007 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2 αντιστοίχως........, κατά του υπ' αρ. 3067/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος των αναιρεσειόντων. Αθήνα 8-6-2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι υπό κρίση δυο αιτήσεις αναιρέσεως, με αριθμό 57/2-3-2007 και 59/2-3-2007, πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας. Οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως του Χ1 και Χ2, κατά του υπ' αριθμό 3067/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκαν κατ' ουσία οι εφέσεις, κατά του υπ' αριθμό 1948/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που τους παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (για κακουργήματα) Αθηνών, προκειμένου να δικαστούν ως υπαίτιοι κακουργηματικής απάτης από κοινού, με παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ, προσέτι δε ο πρώτος απ' αυτούς και για τις πράξεις της εκβίασης και παράνομης οπλοφορίας, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι' αυτό και πρέπει, να γίνουν τυπικά δεκτές. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση της εμφανιζόμενης ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, κατά την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 386, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δυο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνην του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ειρημένου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Από τη διάταξη του άρθρου 385 πρ. 1 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της εκβιάσεως απαιτούνται: α) ο εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή άλλου, β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με βία ή απειλή ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της λαμβανόμενης από τον εξαναγκαζόμενο αποφάσεως και γ) ο σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο πρέπει να τελεί σε σχέση υλικής αντιστοιχίας με την επελθούσα περιουσιακή ζημία, έτσι ώστε να αποτελεί αυτό την αντίστροφη όψη της ζημίας. Τέτοιος σκοπός υπάρχει, όταν το επιδιωκόμενο όφελος δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης και ληξιπρόθεσμης απαίτησης του δράστη, ενώ η ικανοποίηση της απαίτησης αυτής με τα χρησιμοποιηθέντα ως άνω εκβιαστικά μέσα από τον παθόντα, δεν επιφέρει περιουσιακή ζημία του τελευταίου, αφού αυτός, στην περίπτωση αυτή, απαλλάσσεται της εκπληρώσεως της βαρύνουσας αυτόν αντίστοιχης υποχρέωσης. Εξ' άλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ιδρύουσα τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, υφίσταται, στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε (ευθεία παραβίαση) και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με εξ' ολοκλήρου επιτρεπτή αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση και μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι διατηρούν γραφείο εισαγωγών-εμπορίας και μεσιτείας Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτων στην ..... επί της οδού ....., στο......... Κύριο δε επάγγελμα έχουν την εμπορία καινουργών και μεταχειρισμένων δημόσιας χρήσης αυτοκινήτων ΤΑΞΙ. Κατά μήνα Ιούλιο του έτους 2003, οι εγκαλούντες Ψ1 και Ψ2 αποφάσισαν να αγοράσουν από κοινού ένα Δ.Χ. επιβατικό αυτοκίνητο Ταξί, προς εκμετάλλευση. Το Ταξί αυτό θα το αγόραζαν εις το όνομα του πρώτου εγκαλούντος Ψ1 ο οποίος ήτο επαγγελματίας αυτοκινητιστής. Δια τον σκοπό αυτό απευθύνθηκαν εις την προαναφερθείσα επιχείρηση εμπορίας αυτοκινήτων ταξί που διατηρούν οι κατηγορούμενοι εις την οδό ...... Κατά τις διαπραγματεύσεις αμφότεροι οι κατηγορούμενοι διαβεβαίωσαν ψευδώς τους εγκαλούντες, τελούντες εν γνώσει της αναληθείας τους, ότι διαθέτουν προς πώληση μία άδεια αυτοκινήτου Ταξί 2 συνιδιοκτητών, από τους οποίους ο ένας δήθεν ήταν κάτοικος ...... καθώς και ένα όχημα χωρίς πινακίδες (ως σκάφος) εργοστασίου κατασκευής MERCEDES Μοντέλλου ....., το οποίο και τους υπέδειξαν και ότι εις το όχημα αυτό "ετοποθετείτο" η άδεια και ότι είχαν την δυνατότητα να μεταβιβάσουν το όχημα αυτό στους εγκαλούντες. Οι εγκαλούντες πείστηκαν εις τις διαβεβαιώσεις αυτές των κατηγορουμένων και, την ......, υπογράφηκε από τον πρώτο εγκαλούντα Ψ1 και τον κατηγορούμενο Χ2 ιδιωτικό συμφωνητικό, εις το οποίο αναγράφεται, εκ παραδρομής, ως ημερομηνία η ..... αντί της σωστής ......, σύμφωνα με το οποίο ο πρώτος κατηγορούμενος ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει εντός προθεσμίας 15 ημερών τα ανωτέρω ήτοι την άδεια αυτοκινήτου ΤΑΞΙ 2 αυτοκινητιστών και 1 όχημα ως σκάφος εργοστασίου κατασκευής MERCEDES, Μοντέλλου ...... Ως τίμημα δια την αγορά αυτή συμφωνήθηκε το ποσό των 129.126 Ευρώ. Την ίδια ημέρα της υπογραφής του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού, δόθηκε από τον εγκαλούντα Ψ1 εις τους κατηγορουμένους ως αρραβώνας το ποσό των 10.000 Ευρώ. Το υπόλοιπο του τιμήματος οι εγκαλούντες θα το κατέβαλλαν εις τους κατηγορουμένους ως εξής: Ποσό 110.322 Ευρώ σε μετρητά και το υπόλοιπο των 9.126Ευρώ θα καλυπτόταν από την αζία ενός αυτοκινήτου-ιδιοκτησίας του πρώτου εγκαλούντος Ψ1 - Μάρκας ....., με αριθμό κυκλοφορίας ......., το οποίο ο εγκαλών αυτός θα παρέδιδε εις τον κατηγορούμενο Χ
  11. Η ολοσχερής εξόφληση του συμφωνηθέντος τιμήματος θα γινόταν μετά την ολοκλήρωση της απαιτουμένης διαδικασίας μεταβίβασης του ανωτέρω Δ.Χ. επιβατικού αυτοκινήτου ΤΑΞΙ εις το Υπουργείον Συγκοινωνιών και στην αρμοδία Δ.Ο Υ. Εις την συνέχεια την 4-8-2003 ο πρώτος εγκαλών Ψ1 και ο κατηγορούμενος Χ1 συμφώνησαν να μεταβούν εις το Υπουργείoν Συγκοινωνιών δια τις αναγκαίες διεκπεραιωτικές ενέργειες. Κατά την διαδρομή αυτή, ο κατηγορούμενος Χ1 ζήτησε από τον εγκαλούντα αυτόν να του καταβάλει εκείνη την στιγμή το ποσό των 110.322 Ευρώ, παρά την συμφωνία τους να καταβληθεί το ποσό αυτό μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας μεταβίβασης του ανωτέρω αυτοκινήτου. Ο εγκαλών Ψ1, επειδή φοβήθηκε την ματαίωση της συμφωνίας, δέχθηκε και έτσι πήγε μαζί με τον κατηγορούμενο Χ1 εις την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, όπου ο Ψ1 διατηρεί λογαριασμό και έλαβε με την υπ' αριθμ. ....... τραπεζική επιταγή σε διαταγή του, το ποσό των 60.000 Ευρώ, και σε μετρητά το ποσό των 40·000 Ευρώ, το οποίον παρέδωσε εις τον κατηγορούμενο Χ1 και αυθημερόν έγινε κατάθεση του ποσού αυτού, των 40.000 Ευρώ, εις τον υπ' αριθμ. ......... λογαριασμό, που διατηρούσε ο κατηγορούμενος αυτός εις την Τράπεζα ALPHA BANK . Μετά από αυτό και οι δύο επιβιβάστηκαν εις το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ......... Ι.Χ. επιβατικό αυτοκίνητο του εγκαλούντος Ψ1 με κατεύθυνση την ΚΒ Δ.Ο.Υ. Αθηνών, όπου θα γινόταν η μεταβίβαση του ανωτέρω Ι.Χ.· επιβατικού αυτοκινήτου ΤΑΞΙ. Όμως, εις την πορεία, ο κατηγορούμενος Χ1 είπε εις τον εγκαλούντα αυτόν ότι δεν θα γινόταν η μεταβίβαση του ανωτέρω αυτοκινήτου, με την δικαιολογία ότι δεν είχε ανανεωθεί η ήδη προσκομισθείσα από τον εγκαλούντα Ψ1 προς αυτόν ειδική άδεια. Ο εγκαλών Ψ1 τότε αντιλήφθηκε ότι είχε εξαπατηθεί από τους κατηγορουμένους και ζήτησε από τον κατηγορούμενο Χ1 την επιστροφή του ποσού των 40.000 Ευρώ, που, όπως προαναφέρθηκε, είχε κατατεθεί εις τον προαναφερόμενο λογαριασμό του κατηγορουμένου αυτού εις την ALPHA ΒΑΝΚ, τότε ο κατηγορούμενος Χ1 απείλησε τον εγκαλούντα αυτόν με ένα πιστόλι που είχε μέσα στο τσαντάκι που κρατούσε και τον εξανάγκασε όχι μόνον να παραιτηθεί από την αξίωση του αυτή για επιστροφή στον ίδιο τον εγκαλούντα του ανωτέρω ποσού των 40.000 Ευρώ, αλλά τον εξανάγκασε να παραδώσει εις τον κατηγορούμενο αυτόν, δηλαδή εις τον Χ1 και την προαναφερόμενη ..........τραπεζική επιταγή, ποσού 60.000 Ευρώ, προς βλάβη της περιουσίας και του ιδίου του εγκαλούντος και της δεύτερης εγκαλούσας Ψ2 κατά το ποσό των 100.000 ΕΥΡΩ. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, όπως προέκυψε εκ των υστέρων, οι κατηγορούμενοι δεν είχαν την δυνατότητα να προβούν εις την μεταβίβαση του ανωτέρω Δ.Χ. Ε ΤΑΞΙ αυτοκινήτου, καθώς ουδέποτε υπήρχε συμφωνία μεταξύ αυτών και των ιδιοκτητών της ανωτέρω αδείας κυκλοφορίας και του ανωτέρω οχήματος περί πωλήσεώς τους. Με τις προαναφερθείσες δε ψευδείς παραστάσεις, εν γνώσει της αναληθείας τους, προς τους εγκαλούντες, έπεισαν αυτούς να τους καταβάλουν το συνολικό ποσό των 110.000 Ευρώ δια την αγορά της ανωτέρω αδείας Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου ΤΑΞΙ και οχήματος, αν και δεν είχαν την δυνατότητα μεταβίβασής τους. Από δε την ενέργειά τους αυτή, οι κατηγορούμενοι ωφελήθηκαν κατά το ανωτέρω ποσό των 110.000 Ευρώ, με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας των εγκαλούντων, αφού και την ανωτέρω τραπεζική επιταγή των 60.000 ΕΥΡΩ ο εγκαλών Ψ1 την εξέδωσε πεισθείς εις τις ψευδείς παραστάσεις των κατηγορουμένων.- Η πρόθεσή τους αυτή σαφώς συνάγεται και από την εις την συνέχεια συμπεριφορά τους προς τους εγκαλούντες. Ειδικότερα οι κατηγορούμενοι, κατά τις αρχές Σεπτεμβρίου του 2003, πληροφόρησαν τους εγκαλούντες ότι το ανωτέρω αυτοκίνητο που τους είχαν υποσχεθεί προς πώληση παρουσίαζε βλάβη και ότι η άδεια που τους είχαν υποσχεθεί είχε ήδη πωληθεί. Μετά δε από αυτά, τους παρέστησαν και πάλι ψευδώς ότι έχουν την δυνατότητα να τους μεταβιβάσουν μία άλλη άδεια και συγκεκριμένα του με αριθμό κυκλοφορίας ....... ΤΑΞΙ και ένα άλλο αυτοκίνητο, το οποίο μάλιστα τους είπαν ότι το είχαν ήδη παραγγείλει. Όμως και οι διαβεβαιώσεις αυτές ήταν ψευδείς και οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι, κατά τον χρόνο εκείνο, δεν ήταν σε θέση να τις εκπληρώσουν καθώς, όσον αφορά την άδεια, αυτή είχε πωληθεί μέσω άλλου Γραφείου, και όσον αφορά το αυτοκίνητο, δεν είχαν προβεί σε καμία παραγγελία καινούργια, όπως ψευδώς διαβεβαίωναν τους εγκαλούντες, παρά μόνον αυτοί είχαν λάβει προσφορά πώλησης ενός αυτοκινήτου μάρκας MERCEDES από τον πωλητή Γ1, κάτι που είναι τελείως διαφορετικό από την παραγγελία καινούργιου αυτοκινήτου. Πάντα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν ιδία από τις καταθέσεις των εγκαλούντων από την κατάθεση της μάρτυρος Ζ1 και από το περιεχόμενο του προαναφερθέντος, με φερομένη ημερομηνία ......., ιδιωτικού συμφωνητικού, μεταξύ του κατηγορουμένου Χ2 και του εγκαλούντος Ψ
  12. Οι κατηγορούμενοι και εκκαλούντες αρνούνται τις εις βάρος τους κατηγορίες, όμως δεν αντικρούουν κατά τρόπο πειστικό τα όσα ισχυρίζονται οι εγκαλούντες και επί πλέον δεν αντικρούουν κατά τρόπο πειστικό τα όσα αναφέρονται εις το ανωτέρω, με φερομένη ημερομηνία 1-7-2003, ιδιωτικό συμφωνητικό, μεταξύ του εγκαλούντος Ψ1 και του κατηγορουμένου Χ
  13. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, προέκυψαν κατά των ανωτέρω κατηγορουμένων και εκκαλούντων Χ2 και Χ2, αποχρώσες ενδείξεις ενοχής δια τις προαναφερθείσες πράξεις της απάτης από κοινού, με ζημία ιδιαίτερα μεγάλη, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσόν των 73.000 Ευρώ, αμφότεροι, της εκβίασης και της παράνομης οπλοφορίας δια τον κατηγορούμενο Χ1 (άρθρ. 1, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 94 παρ, 1, 386 παρ, 1β- 3β όπως αντικ. με αρθρ. 14 παρ. 4, του Ν. 2721/1999, 385 παρ. 1α- 380 παρ. 1 Π.Κ., άρθρ. 1, παρ. 1α, 10 παρ. 1α 13α Ν. 2168/1993). Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, ορθώς το προσβαλλόμενο με τις υπό κρίση εφέσεις υπ' αριθμ. 1948/13-6-2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, παρέπεμψε τους κατηγορούμενους για να δικαστούν για τις παραπάνω πράξεις στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (για τα Κακουργήματα) Αθηνών και πρέπει να απορριφθούν οι εφέσεις τους ως ουσία αβάσιμες και να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο με αυτές βούλευμα". Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, τις εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, διέλαβε σ' αυτό την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες στο ακροατήριο, επίσης τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν, των άρθρων 1, 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 385 παρ. 1α, 386 παρ. 1 και 3β του ΠΚ, και 1 παρ. 1α, 10 παρ. 1α, 13 του Ν. 2168/1993, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Συνεπώς, οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, περί ελλείψεως της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, που ιδρύουν τους, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του Κ.Π.Δ., λόγους αναιρέσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ειδικότερα, εκτίθενται στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με πληρότητα και σαφήνεια, ότι το Συμβούλιο εκτίμησε το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και αναφέρεται αναλυτικά και με λεπτομέρεια με ποιο τρόπο οι αναιρεσείοντες, δρώντες από κοινού, παρέστησαν ψευδώς στους εγκαλούντες και σε γνώση της αναληθείας, τα συγκεκριμένα περιστατικά που προέκυψαν. Ειδικότερα, ότι διαθέτουν προς πώληση μια επαγγελματική άδεια δημόσιας χρήσης ταξί που τη συνόδευε ένα συγκεκριμένο αυτοκίνητο μάρκας ΜΕΡΣΕΝΤΕΣ και ότι είχαν την άδεια του ιδιοκτήτη της για να μεταβιβάσουν προς αυτούς (εγκαλούντες) τα ανωτέρω. Η παράσταση δε προς αυτούς (εγκαλούντες) των ψευδών περιστατικών και η εξ αυτής παραπλάνησή τους, έγιναν σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, στην έδρα της επιχείρησής τους στο ........ Αθηνών. Εκτίθενται περαιτέρω, στο προσβαλλόμενο βούλευμα τα περιστατικά εκείνα που συνέχονται με το ύψος του τιμήματος που συμφωνήθηκε μεταξύ τους, δυνάμει του από ....... ιδιωτικού συμφωνητικού, από 129.126 ευρώ, όπως και ο τρόπος εξόφλησής του, μετά την καταβολή, λόγω αρραβώνα, του ποσού των 10.000 ευρώ. Περαιτέρω, εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα λοιπά περιστατικά που προέκυψαν και συγκεκριμένα, ότι ο πρώτος των εγκαλούντων Ψ1, που ενεργούσε και για λογαριασμό της Ψ2, την 4-8-2003 κατέβαλε στον πρώτο των αναιρεσειόντων Χ1, που ενεργούσε και για λογαριασμό του δεύτερου απ' αυτούς, σε μετρητά το ποσό των 40.000 ευρώ, που κατατέθηκε σε προσωπικό του λογαριασμό που διατηρούσε στην ALPHA BANK. Επίσης, και για λογαριασμό των ίδιων, εκδόθηκε η με αριθμό ..........τραπεζική επιταγή της Ε.Τ.Ε., ποσού 60.000 ευρώ, ποσό που αντιστοιχούσε, σε μέρος του τιμήματος που συμφωνήθηκε των 120.000 ευρώ. Περαιτέρω ότι, την ως άνω χρονολογία, 4-8-2003, ο Ψ1 επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητό του Χ1, προκειμένου να μεταβούν στην οικεία Δ.Ο.Υ. Αθηνών και ρυθμίσουν τις λεπτομέρειες για τη διαδικασία μεταβίβασης προς τους εγκαλούντες της σχετικής άδειας. Ότι, κατά τη διαδρομή αυτή, διαισθανόμενος ο εγκαλών Ψ1 την απατηλή συμπεριφορά του Χ1, ζήτησε από αυτόν την επιστροφή του ποσού των 40.000 ευρώ που ήδη του είχε καταβάλει, οπότε ο αναιρεσείων Χ1, εξανάγκασε αυτόν, με πιστόλι που έφερε μαζί του παράνομα, όχι μόνο να παραιτηθεί από την αξίωσή του αυτή, αλλά και να του παραδώσει την επιταγή των 60.000 ευρώ, που κρατούσε, προκαλώντας έτσι αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη. Ενόψει αυτών, πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις να απορριφθούν στο σύνολό τους, οι δε αναιρεσείοντες να καταδικαστούν, στα δικαστικά έξοδα, τα οποία θα επιβληθούν χωριστά για τον καθένα από αυτούς (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις, από 2 Μαρτίου 2007 και με αριθμούς 57 και 59, αιτήσεις των αναιρεσειόντων, Χ1 και Χ2, για αναίρεση του υπ' αριθμό 3067/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ για τον καθένα τους. Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου
  1. Εκδόθηκε στην Αθήνα την 11 Δεκεμβρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.