Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 223 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο, Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Αναίρεση κατά βουλεύματος που απέρριψε την αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας. προϋποθέσεις παραδεκτού της αναιρέσεως (484 ΚΠΔ). Ανυπαρξία λόγων αναιρέσεως. Απαράδεκτη η δεύτερη αναίρεση λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της. Απορρίπτει την αναίρεση ως απαράδεκτη. ΑΡΙΘΜΟΣ 223/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Νικόλαο Ζαϊρη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: Χ1, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 133/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 12 Μαρτίου 2007 και 10 Απριλίου 2007 αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 546/
- Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη με αριθμό 259/25-6-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω εις το Συμβούλιο Σας, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 528 παρ. 1, 485 παρ. 1, 513 παρ. 1 Κ.Π.Δ, την έκθεση αναιρέσεως με αριθ. 9/12-3-2007 καθώς και την συμπληρωματική αυτής, με αριθ. 15/10-4-2007, του Χ1, εκ των οποίων η μεν πρώτη ησκήθη νομοτύπως και εμπροθέσμως, ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η δε δευτέρα ησκήθη εκπροθέσμως αφού από του χρόνου επιδόσεως του προσβαλλόμενου βουλεύματος (ίδε το από ........ αποδεικτικό επιδόσεως) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δέκα ημερών, αφενός μεν, κατά του υπ' αριθ. 133/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης δια του οποίου απερρίφθη, αίτησις περί επαναλήψεως της διαδικασίας, κατά την οποίαν εξεδόθη η υπ' αριθ. 12308/1998 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, αφ' ετέρου δε κατά της υπ' αριθ. 35731/1994 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, κατ' έφεση της οποίας εξεδόθη η παραπάνω απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου και επάγομαι τα ακόλουθα: Ι. Από τις διατάξεις των άρθρ. 462 επ. 465 επ, 465 επ, 471,473, 475, 476, 501, 513 εν συνδ. με το αρθρ. 514 Κ.Π.Δ, σαφώς προκύπτει ότι τα υπό του νόμου χορηγούμενα ένδικα μέσα ασκούνται άπαξ μόνον, κατ' εφαρμογή του αξιώματος "ουχί δις επί το αυτό", αν δε το επιληφθέν του άπαξ ασκηθέντος ενδίκου μέσου και απόρριψαν τούτο ως αβάσιμο ή απαράδεκτο, δικαστήριο ή συμβούλιο , προβεί μετά ταύτα εις εξέτασιν ομοίου ενδίκου μέσου, ασκηθέντος εκ νέου υπό του ενδιαφερομένου, υποπίπτει εις υπέρβασιν εξουσίας (ΑΠ 1072/81 Ποιν. Χρ. ΛΒ' σελ. 393, ΑΠ 922/77 Ποιν. Χρ. ΚΗ/213, ΑΠ 9/1996 Ποιν. Χρ. ΜΣΤ σελ 1293). Βέβαια τούτο δεν συμβαίνει, όταν η εκ νέου άσκηση του ενδίκου μέσου χωρεί πριν προηγηθεί κρίση επί του αρχικά ασκηθέντος, διότι τότε το εκ νέου ασκούμενο πρέπει να θεωρηθεί ως συμπληρωματικό του πρώτου, εφόσον ησκήθησαν εμπροθέσμως και με την άσκησιν των οποίων ετηρήθησαν οι διαγραφόμενες από το άρθρο 474 παρ. 1 Κ.Π.Δ, προϋποθέσεις (ΑΠ 9/96 ενθ. άνω): Εξάλλου δεν μπορούν να προταθούν λόγοι αναίρεσης κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, η οποία μετά την παραδοχή τυπικά της έφεσης εξαφανίζεται. II. Στην προκειμένη περίπτωση προβάλλονται υπό του αναιρεσείοντος, λόγοι αναίρεσης με τους οποίους διαλαμβάνονται αιτιάσεις σε σχέση με την πρωτοβάθμια απόφαση με αριθ. 35731/1994 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία με την τυπική παραδοχή της έφεσης του αναιρεσείοντος εξηφανίσθη με την υπ' αριθ. 12308/18-9-98 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Επομένως, απαραδέκτως προβάλλονται λόγοι αναίρεσης κατά της παραπάνω πρωτοβάθμιας αποφάσεως, δι' ον λόγον πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, η υπό κρίσιν έκθεσις αναιρέσεως, του κυρίου δικογράφου με αριθ. 9/2007, στρεφόμενη κατά της προδιαληφθείσης αποφάσεως (ΑΠ 2087/2002). Περαιτέρω, όμως εκτός, από τη νομίμως και εμπροθέσμως συνταχθείσαν έκθεσιν αναιρέσεως με αριθ. 9/12-3-2007, συνετάχθη και η με αριθ. 15/10-4-2007 συμπληρωματική τοιαύτη της πρώτης έκθεσις, εκπροθέσμως δια της οποίας προσβάλλεται παράλληλα με το υπ' αριθ. 133/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και η υπ' αριθ. 12308/1998 απόφασις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ως δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με παρόντα τον κατηγορούμενο, που εξεδόθη κατ' έφεσιν της με αριθ. 35731/94 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Όμως η τοιαύτη εκπροθέσμως συνταχθείσα συμπληρωματική έκθεσις αναιρέσεως , διαλαμβάνουσα πρόσθετους λόγους κατά του παραπάνω βουλεύματος με αριθ. 133/2007 καθώς και λόγους που συνιστούν έλλειψιν νομίμου βάσεως για την πράξιν της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής που εκηρύχθη ένοχος με την προδιαληφθείσαν απόφασιν του δευτεροβάθμιου, ως άνω δικαστηρίου, τυγχάνει απαράδεκτος, κατά τα εκτεθέντα και ως τοιαύτη πρέπει να απορριφθεί, και δια τον πρόσθετο λόγο ότι η προδιαληφθείσα απόφασις του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με αριθ. 12308/1998 κατέστη αμετάκλητη αφού κατ' αυτής ησκήθη αναίρεσις και απερρίφθη με την υπ' αριθ. 123/2001 απόφασις του Αρείου Πάγου. III. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθ. 148-153, 473 παρ. 2, 474 παρ.2, 476 παρ. 1 και 509 παρ. 1 εδ. α' Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι, στην έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, πρέπει να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο αυτό μέσο. Διαφορετικά, η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη. Ειδικότερα, για την πληρότητα των λόγων αναίρεσης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, στην οποία περιλαμβάνεται και η έλλειψη νόμιμης βάσης του βουλεύματος, πρέπει α) στην πρώτη, ως άνω περίπτωση, αν ελλείπει παντελώς αιτιολογία, να προβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης η ανυπαρξία αυτή σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα σημεία του βουλεύματος, και αν υπάρχει αιτιολογία, να προσδιορίζεται επί πλέον σε τί συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος και β) στην δεύτερη περίπτωση να αναφέρεται η διάταξη που παραβιάσθηκε και να προσδιορίζεται σε τις ακριβώς συνίσταται η παραβίαση της, σε σχέση με τις ουσιαστικές παραδοχές του βουλεύματος. Οι ανύπαρκτοι λόγοι αναιρέσεως και οι εξομοιούμενοι με αυτούς ασαφείς και αόριστοι λόγοι, που είναι ανεπίδεκτης δικαστικής εκτιμήσεως , δεν μπορούν να συμπληρωθούν με στοιχεία που βρίσκονται έξω από την έκθεση, όπως με υπόμνημα του αναιρεσείοντος, αλλά ούτε με δικόγραφο προσθέτων λόγων, κατ' αρθρ. 485 παρ.2 Κ.Π.Δ, και δεν είναι δυνατή η αυτεπάγγελτη έρευνα αυτών από τον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με τις διατάξεις του αρθρ. 484 παρ. 2, οι οποίες προϋποθέτουν το παραδεκτό της αίτησης αναιρέσεως. (Ολ ΑΠ 2/2002 και 19/2001). IV) Στην προκειμένη περίπτωση δια της υπό κρίσιν εκθέσεως αναιρέσεως πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με αριθ. 133/2007 που εξεδόθη, κατόπιν της από 2-1-2007 αιτήσεως του κατηγορουμένου για επανάληψη της διαδικασίας, εφ' ης εξεδόθη εις βάρος του η υπ' αριθ. 12308/1998 αμετάκλητη απόφασις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, χωρίς να περιέχει (αρθρ. 474 παρ. 2, 484 παρ.1 Κ.Π.Δ) ούτε ένα λόγο αναιρέσεως. Αναφέρεται δε μόνον εις τους λόγους που εκτίθενται υπ' αυτού στην προδιαληφθείσα αίτησιν του, καθώς και στην υπεύθυνη δήλωσιν του, ισχυριζόμενος το μεν ότι η επιταγή δι' ην εκηρύχθη ένοχος με την παραπάνω απόφασιν είχε τον χαρακτήρα "χρεωστικού ομολόγου" αφού δεν εξεδόθη εις διαταγήν του κομιστού της, υπαινισσόμενος ότι η ένδειξις αυτή ετέθη εκ των υστέρων, το δε ότι η εν λόγω επιταγή εξεδόθη υπ' αυτού την 6-12-1989 και ουχί την 6-12-1990, ως αναγράφεται επ' αυτής , και συνεπώς ότι έλαβε χώραν πλαστογραφία, ως προς τα στοιχεία αυτά, της εν λόγω επιταγής, επικαλούμενος προς τούτο, ως νεώτερο στοιχείο μετά την τοιαύτην καταδίκη του, την από 4-12-1990 ένορκον κατάθεσιν του κομιστού της επιταγής Γ
- Όμως στην περίπτωση αυτή κατά την οποίαν ήθελε κριθεί ότι νομίμως προβάλλονται οι παραπάνω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, ως λόγοι αναίρεσης κατά του προσβαλλόμενου βουλεύματος, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικώς αβάσιμοι, καθ' όσον με εμπεριστατωμένη αιτιολογία απεφάνθη δι' αυτού (βουλεύματος) ότι δεν συντρέχει προς τούτο λόγος για επανάληψη της διαδικασίας κατά την οποίαν εξεδόθη η προαναφερόμενη αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση με αριθ. 12308/1998 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, απορρίπτοντας εμμέσως πλην σαφώς και τον περί πλαστογραφίας ισχυρισμό και συνακόλουθα ότι δεν συντρέχει λόγος να βεβαιωθεί το γεγονός τούτο κατ' αρθρ. 525 παρ. 3 εν συνδ. με 528 Κ.Π.Δ. Άλλωστε, οι εν λόγω ισχυρισμοί προεβλήθησαν υπό του κατηγορουμένου και απερρίφθησαν κατά την ενώπιον του ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου διαδικασίαν με την προδιαληφθείσαν απόφασιν του. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, τόσον η υπό κρίσιν έκθεσις αναιρέσεως με αριθ. 9/12-3-2007 όσον και η συμπληρωματική αυτής με αριθμό 15/10-4-2007 και επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να απορριφθούν, ως απαράδεκτες, οι υπ' αριθ. 9/12-3-2007 και 15/10-4-2007 εκθέσεις αναιρέσεως του Χ1, κατά του υπ' αριθ. 133/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης δια του οποίου απερρίφθη, η από 2-1-2007 αίτησις του περί επαναλήψεως της διαδικασίας επί της οποίας εξεδόθη η υπ' αριθ. 12308/1998 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος. Αθήνα τη 30 Μαΐου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, οι υπό κρίση από 12 Μαρτίου 2007 και 10 Απριλίου 2007, αιτήσεις αναιρέσεως του Χ1, κατά του υπ' αριθμό 133/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, πρέπει, λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους, να συνεκδικαστούν. Επειδή, κατά βασική δικονομική αρχή, που προκύπτει από το άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ, προ πάσης έρευνας της ουσιαστικής βασιμότητας ή μη των λόγων ασκήσεως του ενδίκου μέσου, πρέπει να έχει ασκηθεί αυτό με τήρηση των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος, διότι άλλως τούτο είναι και πρέπει να κηρυχθεί χωρίς άλλο και αυτεπαγγέλτως απαράδεκτο, αφού η τήρηση των διατυπώσεων του νόμου εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον (ασφάλεια δικαίου κλπ), με συνέπεια, εάν δεν τηρηθούν και το αρμόδιο δικαστήριο ή συμβούλιο δεν κηρύξει το ένδικο μέσο απαράδεκτο, η σχετική απόφαση ή το βούλευμα υποπίπτουν σε υπέρβαση εξουσίας (484 περ. στ, 510 παρ. 1 περ. η Κ.Ποιν.Δ.). Μεταξύ δε των διατάξεων που καθιερώνουν τέτοια προϋπόθεση, είναι και η παρ. 2 του άρθρου 474 Κ.Ποιν.Δ. κατά την οποία "Στην έκθεση (ασκήσεως του ενδίκου μέσου) πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο". Η διάταξη αυτή καθιερώνει επιτακτικό κανόνα που ισχύει για όλα τα ένδικα μέσα, διότι συνάπτεται με τη φύση και το σκοπό κάθε ενδίκου μέσου και δη ποιό ή ποιά τα παράπονα του ασκούντος αυτό, και, επομένως, κατά πόσο μεταβιβάζεται η υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο-συμβούλιο, αφού η έκθεση αποτελεί το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης για το ένδικο μέσο. Έτσι, στην έκθεση αναίρεσης, πρέπει να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται, έτσι, ώστε να μπορούν να καταστούν αντικείμενο δικαστικής εκτιμήσεως (δηλ. από τον 'Αρειο Πάγο), διαφορετικά η αναίρεση είναι, χωρίς άλλη έρευνα, απαράδεκτη. Μάλιστα δε, στην περίπτωση αυτή, δεν μπορεί να γίνει λόγος ούτε για αυτεπάγγελτη έρευνα των λόγων αναιρέσεως (άρθρο 484 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ), αφού η έρευνα αυτή προϋποθέτει ότι η έκθεση αναίρεσης έχει τουλάχιστον έναν λόγο σαφή και ορισμένο και παραδεκτό κατά νόμο. Οι λόγοι αναιρέσεως κατά βουλευμάτων (αλλά και κατά αποφάσεων) ορίζονται περιοριστικά στο άρθρο 484 και 510 παρ.1 του Κ.Π.Δ. Μεταξύ αυτών δεν είναι η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, λαμβανομένου υπόψη, ότι ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα του βουλεύματος, ως και την τήρηση ορισμένων δικονομικών διατάξεων, μη δυνάμενος να εισέλθει στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών για τα οποία κρίνει κυριαρχικώς το οικείο συμβούλιο. Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη με αριθμό 9/12 Μαρτίου 2007, έκθεση αναιρέσεως, πλήττεται το υπ' αριθμό 133/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίο απορρίφθηκε η από 2-1-2007 αίτηση του αναιρεσείοντος, για την υπέρ αυτού επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθμό 12.308/1998 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Προς θεμελίωση δε της κρινόμενης με αριθμό 9/2007 αιτήσεώς του, επικαλείται αυτός κατά λέξη και πιστή αντιγραφή από την έκθεση αναιρέσεως τα παρακάτω: "
- Μεταβάς στο .... εδώ σήμερα και δεν εγνώριζα ότι εκπνέει η προθεσμία και ως εκ τούτου στερούμαι τα πάντα ΔΕΝ ΕΧΩ χρόνο για δικηγόρο κλπ. Αναφέρομαι καθ' ολοκληρίαν στην αίτησή μου και στην υπεύθυνη δηλωσίν μου και θα ακολουθεί ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ με συγκεκριμένους λόγους.
- Συμπροσβάλω την αριθμ. 35731/1994 απόφαση του Μον. Πλημ. Θεσ/κης καθ' όσον στην 3η σελίδα έγραψε ΨΕΥΔΩΣ ότι: ήταν " ΣΕ ΔΙΑΤΑΓΗ", Ενώ όχι μόνον δεν ήταν σε διαταγή αλλά κατ' εμέ οι αρμόδιοι υπάλληλοι της ΕΤΕ ασφαλώς δεν πρόσεξαν ότι επρόκειτο(ουσία χρ. ομόλογο) και ότι ΔΗΘΕΝ ΗΤΑΝ " ΔΙΓΡΑΜΜΗ" με συγκεκριμένη ρήτρα με μια και μόνη υπογραφή εμού και του δανειστού μου Γ1 Γεγονός που οι Υπάλληλοι της Ε.Τ.Ε. Ασφαλώς δεν το πρόσεξαν.
- Οι Υπάλληλοι της Ε.Τ.Ε. ........ Θεσσαλονίκης (χωρίς να το προσέξουν) Αναγγ........"ΑΚΑΛΥΠΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ" και δη εμπροθέσμως. Όμως: Μόλις εξήλθαν από την ΕΤΕ Αστυνομικό Όργανο συνέλαβε τον Γ1 (ενώ η σύζυγός του ξέφυγε) και τον οδήγησε στην Ασφάλεια Θεσσαλονίκης και τον εξέτασε μήπως ήταν κλεμμένη η ρηθείσα επιταγή. Καθόσον είχαν διαπραχθεί ληστείες και κλοπές και πολλά μπλοκ επιταγών. Και εκεί στην Ασφάλεια και ομολόγησε ο Γ1 ........:Χρ. Ομόλογο το είχε από την ..... (βλ. ομολογίες Ένορκες του Γ1 τόσο στην ασφάλεια την ....... όσο και στον Τακτικό Ανακριτή του Πρωτ. Θεσσαλονίκης που και εκεί ομολόγησε ενόρκως την 14-7-1991 ότι ούτε το έγγραφο αυτό το κατείχε από την ..... και συνεπώς δεν είχε ως θα έδει α) εμπρόθεσμη επιταγή την 14-12-1990 "σε διαταγή" και ασφαλώς δεν ήταν "και ήταν σε διαταγή" (βλ. 3η και 4η σελίδα της αριθ. 35731/1994 Μον. Πρωτ.). 3) Κατόπιν των ανωτέρω προκύπτει σαφέστατα και ότι: εμφανίζοντας (το χρ. Ομόλογο) την δήθεν επιταγή "σε διαταγή". Ασφαλώς το ζεύγος Γ1 εν γνώσει του εξαπάτησαν και τους υπαλλήλους της Ε.Τ.Ε., και το δικαστήριο που εξέδωσε τη ρηθείσα (35731/1994) απόφαση του Μον. Πλημ. Θεσσαλονίκης κλπ.
- Τα ως άνω γεγονότα ασφαλώς δεν θα αποκαλύπτονταν αν ο αστυνομικός δεν τον συλλάμβανε (ως ύποπτον κλοπής) και θα εξαπατούσαν τους πάντες ότι δήθεν ήταν την 14-12-1990 (δήθεν) εμπρόθεσμη και ασφαλώς ο νυν αναιρεσείων δεν θα ηδύνατο να αποδείξει την αλήθεια. Όμως, μετά από τις ως άνω ένορκες καταθέσεις την 14-12-1990 και 14-7-1991 του Γ1 κλπ προκύπτει σαφέστατα ότι: Α) Δεν έχουμε "διαταγή επιταγής" και β) και δεν έχουμε "το χρεωστικό ομόλογο" ως "εμπρόθεσμη επιταγή σε διαταγή" και ασφαλώς δεν υπήρχαν και οι φράσεις "και ήταν σε διαταγή". Επειδή, λόγω ωραρίου αδύνατον να ανεύρω δικηγόρο κλπ αναφέρομαι εις άπαντα τα προαναφερόμενα και επιφυλάσσομαι ρητώς να συμπληρώσω και προσθέτους λόγους και διευκρινίζω ότι: ποτέ μα ποτέ εγώ δεν εξέδωκα ακάλυπτη επιταγή και είμαι 75 ετών και ασθενής. Ταύτα επί του παρόντος." Ο αναιρεσείων. Συνάπτω και φ/φ εκ της κλοπής και πλαστογράφησης των επιταγών μου." Ενόψει των ανωτέρω και δεδομένου ότι η υπό κρίση αναίρεση ασκήθηκε μεν εμπρόθεσμα (473 παρ. 1 εδ. τελ. Κ.Π.Δ.) και κατά βουλεύματος που υπόκειται σ' αυτήν (άρθρο 482 ΚΠΔ), πλην όμως δεν περιέχει κανένα λόγο αναιρέσεως, από αυτούς που ορίζει περιοριστικά το άρθρο 484 Κ.Ποιν.Δ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω παντελούς αοριστίας. Εξ' άλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 462 και 473 παρ. 1 εδ.β του Κ.Ποιν.Δ, προκύπτει ότι η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά βουλεύματος είναι 10ήμερη και αρχίζει από την κοινοποίηση του βουλεύματος. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, και συγκεκριμένα από το με χρονολογία ...... αποδεικτικό επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού της Εισαγγελίας Εφετών Θεσσαλονίκης, .........., προκύπτει ότι το προσβαλλόμενο με αριθμό 133/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, κοινοποιήθηκε νομίμως στον ήδη αναιρεσείοντα, την 20 Μαρτίου
- Κατά του ως άνω βουλεύματος, ο αναιρεσείων, άσκησε ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την με αριθμό 15/10-4-2007 αίτηση αναιρέσεως, μετά την εκπνοή όμως της δεκαήμερης προθεσμίας από την κοινοποίησή του. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η κρινόμενη αίτηση με αριθμό 15/10-4-2007, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής της, μετά και την ειδοποίηση και μη εμφάνιση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος (κατά την επί του φακέλου σημείωση του αρμόδιου γραμματέα) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1 και 583 παρ.1 του ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει τις με αριθμό 9/12-3-2007 και 15/10-4-2007 αιτήσεις του Χ1, για αναίρεση του υπ' αριθμό 133/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220.00) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2007 . Και. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ