← Ελλάδα

ΑΠ 2241/2007 — Αναιρέσεως απαράδεκτο

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2241 / 2007 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Απόρριψη αναιρέσεως ως απαράδεκτης. Ασκήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με εξουσιοδότηση η οποία είναι μεταγενέστερη του χρόνου ασκήσεως του ενδίκου μέσου ΑΡΙΘΜΟΣ 2241/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αθανάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας- κατηγορουμένης Χ1, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 47264/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους 1)Χ2 και 2)Χ

  1. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Μαρτίου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 855/
  2. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη, με αριθμό 299/25-7-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρ. 509 § 1, 513 § 1 και 476 § 1 Κ.Π.Δ., την αίτηση αναιρέσεως της Χ1, ασκηθείσαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Αλεξάνδρας Βογιατζή δια της από 3-3-2007 εξουσιοδοτήσεως, κατά της υπ΄αριθμ. 47264/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, δια της οποίας απερρίφθη ως ανυποστήρικτη η έφεσις της αναιρεσείουσας κατά της υπ΄αριθ. 110231/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και επάγομαι τα ακόλουθα: Ι) Από τις διατάξεις του άρθρ. 465 § 1 Κ.Π.Δ., το οποίο προβλέπει μεταξύ άλλων την άσκηση ένδικου μέσου από αντιπρόσωπο, και ιδιαίτερα από το ότι ορίζει α) ότι το ένδικο μέσο μπορεί να ασκηθεί και μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρ. 96 και β) ότι το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στην σχετική έκθεση, σαφώς προκύπτει ότι η εντολή προς τον αντιπρόσωπο για την άσκηση ενδίκου μέσου, πρέπει να υπάρχει κατά την στιγμή που αυτός υπογράφει την σχετική έκθεση, η έλλειψη της δε κατά τον χρόνο τούτον, δεν αναπληρώνεται με την μεταγενέστερη χορήγησή της. Η διάταξη του άρθρου 465 § 1 εδ. γ΄ κατά την οποία το πληρεξούσιο μπορεί να προσκομισθεί στον γραμματέα ενώπιον του οποίου ησκήθη το ένδικο μέσο, εντός είκοσι ημερών από την άσκηση του κατά αποφάσεως ή κατά βουλεύματος, όταν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία τους, δεν καθιερώνει εκ των υστέρων έγκριση του ενδίκου μέσου που ησκήθη χωρίς εντολή, αλλά προσδιορίζει το χρονικό διάστημα εντός του οποίου, κατά τις ανωτέρω περιπτώσεις, πρέπει να προσκομισθεί στον γραμματέα του πληρεξούσιο που υπάρχει κατά την άσκηση του ενδίκου μέσου. ΄Ετσι, συγκεκριμένα, αν το ένδικο μέσο της αναιρέσεως ασκηθεί από αντιπρόσωπο χωρίς εντολή, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που θα κληθούν προς τούτο για να εμφανισθούν, είτε οι ίδιοι είτε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους, απορρίπτει το ένδικο μέσο, ως απαράδεκτο, σύμφωνα με το άρθρ. 476 § 1 Κ.Π.Δ., χωρίς άλλη έρευνα, αφού δεν είναι νοητή επίκληση στην περίπτωση αυτή, ούτε ανώτερης βίας προς δικαιολόγηση της ελλείψεως πληρεξουσιότητος. ΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση, την αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ΄αριθ. 47264/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, δια της οποίας απερρίφθη, ως ανυποστήρικτη έφεσις της αναιρεσείουσας κατά της υπ΄αριθμ. 110231/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ήσκησε ενώπιον του Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών, την 2-3-2007 η δικηγόρος Πειραιώς Αλεξάνδρα Βογιατζή, ως αντιπρόσωπος της Χ1, χωρίς κατά την άσκηση της να έχει σχετική εντολή, η οποία εχορηγήθη εις την παραπάνω δικηγόρο μεταγενεστέρως και συγκεκριμένα την 3-3-2007 με την υπό ιδίαν ημερομηνίαν εξουσιοδότηση, το γνήσιον της υπογραφής της οποίας εθεωρήθη αυθημερόν υπό του δικηγόρου Αθηνών Νικολάου Βώβου. Μετά ταύτα πρέπει η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτος και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος της αναιρεσείουσας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να απορριφθεί, ως απαράδεκτος η υπ΄αριθμόν 23/2-3-2007 αίτησις αναιρέσεως της Χ1, κατά της υπ΄αριθ. 47264/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος της αναιρεσείουσας. Αθήναι τη 6 Ιουλίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τα άρθρα 465 παρ. 1 εδ. α΄, 96 παρ. 2 εδ. β΄, γ΄ και δ΄ και 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, συνδυαζόμενα μεταξύ τους, ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που έχει από το νόμο, είτε αυτοπροσώπως, είτε δι΄ αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους των διατάξεων της παραγράφου 2 του δεύτερου από τα ως άνω άρθρα. Το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του, προσαρτάται στη σχετική έκθεση. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι η εντολή προς τον αντιπρόσωπο για την άσκηση του ενδίκου μέσου, πρέπει να υπάρχει κατά την στιγμή που αυτός υπογράφει την σχετική έκθεση, η έλλειψή της δε κατά τον χρόνο τούτο, δεν αναπληρώνεται από την μεταγενέστερη χορήγησή της. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 465 παρ. 1 εδ. γ΄ Κ.Π.Δ κατά την οποία, όταν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως, το πληρεξούσιο μπορεί να προσκομισθεί στον γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο, εντός είκοσι ημερών από την άσκησή του, δεν καθιερώνει την εκ των υστέρων έγκριση του ενδίκου μέσου που ασκήθηκε χωρίς εντολή, αλλά προσδιορίζει το απώτερο χρονικό διάστημα εντός του οποίου πρέπει να προσκομισθεί στον γραμματέα το πληρεξούσιο το οποίο, σε κάθε περίπτωση πρέπει να υπάρχει κατά την άσκηση του ενδίκου μέσου. Έτσι, σε περίπτωση κατά την οποία ασκηθεί από αντιπρόσωπο το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, χωρίς αυτός κατά το χρόνο συντάξεως της σχετικής εκθέσεως να έχει την προς τούτο εντολή, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, την αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ΄ αριθμ. 47.264/2005 αποφάσεως του κατ΄ έφεση δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δια της οποίας απερρίφθη, ως ανυποστήρικτη, έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ΄ αριθμ. 1109.231/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, άσκησε ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, την 2-3-2007 η δικηγόρος Πειραιώς Αλεξάνδρα Βογιατζή, ως πληρεξουσία δικηγόρος της Χ1, χωρίς κατά την άσκησή της να έχει την προς τούτο σχετική εντολή. Και ναι μεν αναφέρεται στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου ότι η άνω δικηγόρος ασκεί το ένδικο μέσο της αναιρέσεως δυνάμει της από 1-3-2007, προγενέστερης της εκθέσεως ασκήσεως του ενδίκου μέσου, εξουσιοδοτήσεως, όμως εξουσιοδότηση με ημερομηνία 1-3-2007 δεν επισυνάπτεται στην αίτηση. Εντολή ασκήσεως του ενδίκου μέσου χορηγήθηκε στην παραπάνω δικηγόρο μεταγενεστέρως και συγκεκριμένα την 3-3-2007 με την υπό ιδία ημερομηνία εξουσιοδότηση, το γνήσιο της υπογραφής της οποίας θεωρήθηκε αυθημερόν από τον δικηγόρο Αθηνών Νικ. Βώβο. Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476, 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Σημειώνεται ότι για την απόρριψη της αναίρεσης ως απαράδεκτης, εκλήθη να προσέλθει και εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο η αντίκλητος της αναιρεσείουσας (άρθρο 476 παρ. 1 εδ. τελευταίο Κ.Π.Δ), ως τούτο προκύπτει από την σχετική επισημείωση του γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ΄ αριθμ. 23/2-3-2007 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 47.264/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου
  1. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.