← Ελλάδα

ΑΠ 225/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Πλαστογραφία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 225 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Πλαστογραφία. Περίληψη: Πλαστογραφία (νόθευση) επιταγής μετά χρήσεως. Έννοια. Στοιχεία υποκειμενικής και αντικειμενικής υποστάσεως. Νόθευση επιταγής δια της προσθήκης στην θέση του ονόματος του λήπτη τρίτου ατόμου και θέση εν αγνοία του της υπογραφής του ως οπισθογράφου προς μεταβίβαση της επιταγής στον δράστη, ο οποίος, ως κομιστής από οπισθογράφηση, την μεταβίβασε περαιτέρω με οπισθογράφηση. Έννομη συνέπεια η εμφάνιση ως υπόχρεου από την επιταγή του παθόντος τρίτου, κατά του οποίου ο τελευταίος κομιστής από οπισθογράφηση εξέδωσε διαταγή πληρωμής. Λόγοι αιτήσεως αναίρεσης. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Πότε η απόφαση έχει τέτοια. Αβάσιμος ο λόγος. Απορρίπτει αίτηση. Αριθμός 225/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντέλλο, για αναίρεση της με αριθμό 8361/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1390/2009. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τη διάταξη το άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, η οποία είναι έγκλημα τυπικό, απαιτείται, αντικειμενικά μεν, η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' ΠΚ) από τον υπαίτιο, είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα, είτε με τη θέση της υπογραφής του φερομένου ως συντάκτη, είτε με την κατάχρηση της υπογραφής (συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου που φέρει μόνον την υπογραφή τρίτου) που να το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε, δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης. Αμέσως ζημιούμενος από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος, του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύθηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. ΙΙ. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ο κατηγορούμενος στον ... στις 20.3.2002, ενεργώντας από πρόθεση, στην υπ' αριθμ. ... επιταγή ποσού 12.448,28 ευρώ, της Αγρ.Τ.Σ., εκδόσεως στις 20.3.2002 από τη ΑΑ, έθεσε δίπλα στην ένδειξη "πληρώστε την επιταγή μου σε διαταγή", το όνομα του εγκαλούντος ΨΨ και στη θέση του α' οπισθογράφου την υπογραφή του, με σκοπό να παραπλανήσει τους τρίτους με την χρήση της ότι η επιταγή έχει εκδοθεί στο όνομα του εγκαλούντος, ο οποίος με οπισθογράφηση την είχε μεταβιβάσει στον ίδιο (κατηγορούμενο), ο τελευταίος δε έκανε χρήση αυτής μεταβιβάζοντάς την με οπισθογράφηση στην "Ε-1 ΟΕ". Περαιτέρω όμως, ο κατηγορούμενος, παραδεχόμενος την πράξη του, κατέβαλε από το συνολικό ποσό της επιταγής το ποσό των 3.000 ευρώ και γι' αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχος με το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμελείας". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της ανωτέρω πράξεως και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων

(4)μηνών, την οποία μετέτρεψε προς πέντε
(5)€ την ημέρα. Ειδικότερα τον κήρυξε ένοχο του ότι : "Στον ... την 20η Μαρτίου 2002 νόθευσε έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, έκανε δε χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου. Ειδικότερα, στον, ως άνω, τόπο και χρόνο επί της υπ' αρ. ... επιταγής της ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε., ποσού 12.448,28 ευρώ, εκδόσεως την 20ή Μαρτίου 2002 στον ... από την ΑΑ), έθεσε δίπλα στην ένδειξη "ΠΛΗΡΩΣΤΕ ΤΗΝ ΕΠΙΤΑΓΗ ΜΟΥ ΑΥΤΗ ΣΕ ΔΙΑΤΑΓΗ" το όνομα του εγκαλούντος, ΨΨ και στη θέση της πρώτης οπισθογραφήσεως κατ' απομίμηση την υπογραφή του ως και το όνομα του χωρίς να έχει σχετικό δικαίωμα ή συναίνεση του και εν αγνοία του, προκειμένου έτσι να παραπλανήσει τρίτους με τη χρήση της περί του αναληθούς και έχοντος έννομες συνέπειες γεγονότος, ότι η ανωτέρω επιταγή είχε εκδοθεί σε διαταγή του εγκαλούντος και ότι αυτός την είχε μεταβιβάσει δι' οπισθογραφήσέως στον κατηγορούμενο, ενώ το αληθές ήταν ότι επρόκειτο περί πλαστής υπογραφής του εγκαλούντος, και ότι ο τελευταίος ουδεμία σχέση είχε με την προαναφερθείσα επιταγή, ο κατηγορούμενος, δε, έκανε χρήση της επιταγής αυτής, αφού την μεταβίβασε δι' οπισθογραφήσεως στην "Ε-1 & ΣΙΑ Ο.Ε". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την, κατά τα ανωτέρω, αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 γ', 26 παρ. 1α', 27 παρ. 1 και 216 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα. Συγκεκριμένα από τις παραδοχές της αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι ο αναιρεσείων από δόλο νόθευσε την αναφερόμενη στο σκεπτικό της επιταγή, που είχε εκδοθεί στις 20-3-2002 από την ΑΑ, για ποσό 12.448,28 €, θέτοντας στη θέση των στοιχείων του λήπτη της το ονοματεπώνυμο του εγκαλούντος ΨΨ, εν αγνοία του και χωρίς την συγκατάθεσή του, χωρίς να συνδέεται αμέσως ή εμμέσως με την έκδοση της επιταγής, και στη συνέχεια, έθεσε στο σώμα της επιταγής, κατ απομίμηση και εν αγνοία του, την υπογραφή του ανωτέρω, ως οπισθογράφου και με τον τρόπο αυτό την μεταβίβασε στον εαυτό του, με την ιδιότητα δε αυτή πλέον την μεταβίβασε περαιτέρω με οπισθογράφηση σε διαταγή της εκεί αναφερόμενης Ο.Ε. Με την ενέργεια του αυτή ο αναιρεσείων σκόπευε να παραπλανήσει τους τρίτους και εν προκειμένω τον νόμιμο εκπρόσωπο της ανωτέρω Ο.Ε., στην οποία μεταβιβάσθηκε αυτή περαιτέρω από τον ίδιο με οπισθογράφηση, ως προς το γεγονός ότι υπόχρεος από την επιταγή, με την ιδιότητα του λήπτη και οπισθογράφου, ήταν και ο ανωτέρω παθών, γεγονός που είχε ως έννομη συνέπεια να μπορεί να στραφεί εναντίον του και να επιτύχει την πληρωμή της ο τελευταίος κομιστής από οπισθογράφηση. Συνεπώς, με βάση τις εν λόγω παραδοχές, στοιχειοθετείται, κατά τα ανωτέρω, αντικειμενικώς και υποκειμενικώς, η πράξη της πλαστογραφίας για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, που προβλέπεται και τιμωρείται από την διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ σε βαθμό πλημμελήματος και δεν απαιτείται, για την πληρότητα της αιτιολογίας, ούτε προέβη εκ του λόγου αυτού σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ το Δικαστήριο, όπως προβάλλεται με την αίτηση αναιρέσεως, να αναφέρεται και ο σκοπός του δράστη να προκαλέσει βλάβη στον εγκαλούντα, αφού το στοιχείο αυτό και η αντίστοιχη παράνομη ωφέλεια του δράστη απαιτείται μόνον όταν η κατηγορία αφορά πλαστογραφία σε βαθμό κακουργήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από την παραγ. 3 της ανωτέρω διατάξεως και με την προϋπόθεση ότι το ποσό αυτής υπερβαίνει τις 73.000 €. Καταδίκη όμως για τέτοια πράξη εν προκειμένω, όπως λέχθηκε, δεν υπήρξε. Ούτε περαιτέρω έπρεπε να αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται με τον ίδιο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, κατά τα πλήρη στοιχεία τους, οι τρεις αποφάσεις του Νομάρχη Δυτικής Αττικής, και οι δύο δικαστικές αποφάσεις που αναγνώσθηκαν, αρκεί για τις τελευταίες ότι αναφέρεται ο αριθμός τους και το Δικαστήριο που τις εξέδωσε, που, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών, είναι οι 5421/2002 και 327/2003 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν επικαλείται δε ο αναιρεσείων, για ποιο λόγο έπρεπε να αναφέρονται περισσότερα στοιχεία προσδιοριστικά των εγγράφων αυτών, των οποίων τον σύνδεσμο με την πράξη της πλαστογραφίας, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος, δεν προσδιορίζει, ούτε διευκρινίζει αν προκαλείται και σε τι σύγχυση από τη μη αναφορά και των στοιχείων αυτών, σε σχέση πάντοτε με την πράξη για την οποία, κατά τα ανωτέρω, κηρύχθηκε ένοχος. Κατ ακολουθία τούτων οι, κατ εκτίμηση του περιεχομένου της, από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' και Ε' λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, ασχέτως ότι σ αυτήν αναφέρεται και το εδαφ. Α', χωρίς το περιεχόμενό της να συνδέεται και με τον λόγο αυτό, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις των λόγων αυτών της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και τυγχάνουν απαράδεκτες. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9-9-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμ. 8361/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)€. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 4 Φεβρουαρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.