← Ελλάδα

ΑΠ 2256/2008 — Επανάληψη διαδικασίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2256 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Αίτηση επανάληψης διαδικασίας. Μόνο για τους περιοριστικούς εις το άρθρο 525 ΚΠΔ αναφερόμενους λόγους. Κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών επιτρέπεται αναίρεση. Ποιες νέες «αποδείξεις» και «γεγονότα». Αιτιολογία απορριπτικής αποφάσεως. Απαράδεκτοι οι λόγοι που επιχειρούν από ουσιαστικής πλευράς έλεγχο της καταδικαστικής αποφάσεως, διότι η επανάληψη είναι έκτακτη διαδικασία και όχι ένδικο μέσο. Αριθμός 2256/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του με αριθμό 27/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θράκης με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Μαρτίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 818/

  1. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 377/12.10.2007 πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "1.-Εισάγω, σύμφωνα με τα άρθρα 484, 485 και 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ. την υπ'αριθ. 35/26-3-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ, η οποία ασκήθηκε στο όνομα και για λογαριασμό του από τη δικηγόρο Θεσσαλονίκης Ελένη Σαρπασίδου του Χαραλάμπου, δυνάμει του υπ'αριθ. ..... πληρεξουσίου του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Σούρμπα-Σερέτη και στρέφεται κατά του υπ'αριθ. 27/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, εκθέτω δε τα ακόλουθα: Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 6-12-2006 αίτηση του αναιρεσείοντα για επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση των υπ'αριθμ. 2682/1998, 1020/1997, 1018/1997, 249/1998, 547/1998, 623/1998, 3095/1998, 1655/2000, 2233/1999, 1654/2000, 2019/2002, 1623/1999, 1957/1997, 2904/2000, 2906/2000 και 2905/2000 αμετακλήτων αποφάσεων του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με τις οποίες έχει καταδικασθεί στις αναφερόμενες σ'αυτές ποινές για τις αξιόποινες πράξεις της παραβάσεως του άρθρου μόνου ΑΝ 690/1945, του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 ΑΝ 86/1967 και του άρθρου 25 Ν.1882/
  2. 2.- Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπροθέσμως, νομοτύπως και παραδεκτώς, σύμφωνα με τα άρθρα 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474 παρ. 1, 484 παρ. 1 και 528 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Π.Δ., αφού α) ασκήθηκε στις 26-3-2007 ημέρα Δευτέρα, με δήλωση στον Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, όπου βρίσκεται ο τόπος της κατοικίας του, για την οποία δήλωση συνετάγη η υπ'αριθ. 35/26-3-2007 έκθεση, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε την 14-3-2006 στον αναιρεσείοντα με θυροκόλληση, επακολούθησε δε την 19-4-2007 η επίδοσή του και στην διορισθείσα αντίκλητό του Ελένη Σαρπασίδου και β) διαλαμβάνονται σ'αυτή οι αναιρετικοί λόγοι της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της υπερβάσεως εξουσίας (άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β', ε' και ζ' Κ.Π.Δ.). Επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και στη συνέχεια να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. 3.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις αναφερόμενες πέντε περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και αν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεώτερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις, ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από αυτούς και απορρίφθηκαν, έστω και κατ'εσφαλμένη κρίση, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υποθέσεως, επί τη βάσει του ίδιου αποδεικτικού υλικού, που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση, δεδομένου ότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Εξάλλου κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 και 528 του ίδιου Κώδικα η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορό του ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον Εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από Πλημμελειοδικείο και τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο (αρμόδιο) Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα (καλούμενο προς τούτο). Κατά τις ίδιες διατάξεις η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας πρέπει να περιέχει τους λόγους, για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Τέλος η απόφαση αυτή του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας και εναντίον της οποίας επιτρέπεται αναίρεση στον εισαγγελέα και στον αιτούντα, κατά τα άρθρα 484 και 485 του ίδιου Κώδικα, έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όταν εκτίθενται σ'αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την εξέταση της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας που υποβλήθηκε ενώπιον του Συμβουλίου, οι αποδείξεις, από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε ότι τα γεγονότα ή οι αποδείξεις, είτε από μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με τα προηγούμενα, δεν καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε αδίκως για βαρύτερο έγκλημα, με αποτέλεσμα την απόρριψη της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας (ΑΠ 1095/2006). 4.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θράκης με δικές του σκέψεις και με επιτρεπτή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα εξής: "Ο αιτών, ο οποίος σημειωτέον ειδοποιήθηκε για τη συνεδρίαση του Συμβουλίου, όπου εκπροσωπήθηκε από συνήγορο που, κατέθεσε σχετικά υπόμνημα και ακούστηκε (άρθρο 528 παρ. 1α ΚΠΔ), εκθέτει, ότι καταδικάστηκε με τις αποφάσεις του μονομελούς πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης: Α) Με την 2682/1998 απόφαση καταδικάστηκε ως επιχειρηματίας, νόμιμος εκπρόσωπος, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Κ. Βουλγαράκης-Μπετόν Έβρου ΑΕ", παραγωγής έτοιμου σκυροδέματος που εδρεύει στην ....., για μη καταβολή εισφορών του ΤΕΒΕ κατά το διάστημα 1-3/1996 και 11-12/1996 έως 1-3-1997 και με την 1957/1997 απόφαση καταδικάστηκε ως εργοδότης της ίδιας εταιρίας για παρ. α.ν. 690/1945 κατά το διάστημα από 1-5-1997 έως 30-6-1997, ενώ είχε λήξει η θητεία του διοικητικού συμβουλίου της ΑΕ, του οποίου υπήρξε πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος. Β) Με τις 1018/1997 και 1020/1997 αποφάσεις καταδικάστηκε δύο φορές για το ίδιο αδίκημα (παρ. α.ν. 690/1945) και μάλιστα κατά της πρώτης τούτων άσκησε έφεση η οποία με την 537/1998 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αλεξ/πολης απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη και για το ίδιο διάστημα, δηλαδή τα έτη 1995 και 1996 και με τις 249/1998, 547/1998 και 623/1998 αποφάσεις καταδικάστηκε τρεις φορές για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και Εργατικών εισφορών προς το ΙΚΑ κατά το διάστημα από το Νοέμβριο 1993 μέχρι τον Ιούλιο 1996, παρότι οι πρώτες δύο αφορούσαν χρονικά διαστήματα που περιλαμβάνονταν στην τρίτη τούτων. Γ) Με τις 1020/1997 και 3095/1998 αποφάσεις καταδικάστηκε για μη καταβολή εισφορών προς το ΙΚΑ και κατ' αυτών άσκησε εφέσεις, αλλά απορρίφθηκαν ως ανυποστήρικτες, ενώ με τη δεύτερη τούτων του επιβλήθηκε ανύπαρκτη ποινή 150.000 δραχμών, η οποία έχει αναγραφεί στο απόσπασμα της, αλλά όχι και στο αντίγραφο της απόφασης. και Δ) Με τις 1655/2000, 2233/1999, 1654/2000, 2019/2002, 1623/1999, 2904/2000, 2906/2000 και 2905/2000 αποφάσεις καταδικάστηκε χωρίς σ' αυτές να αναφέρονται βασικά στοιχεία των πράξεων που του αποδόθηκαν και ειδικότερα, καταδικάστηκε, α) με την 1655/2000 απόφαση για παρ. αρθρ. 25 ν. 1882/1990 κατά το διάστημα από το 1994 έως 27-2-1998, φερόμενος ως επιχειρηματίας και χωρίς να αναφέρεται σ' αυτή η ιδιότητά του, δηλαδή αν ήταν νόμιμος εκπρόσωπος κάποιας εταιρίας και ποίας, αν η παράβαση αφορούσε προσωπικά χρέη αυτής και αναφέρονται χρέη για τέλη κυκλοφορίας, εισφορές αυτοκινήτων και τέλη χρήσης μηχανημάτων έργων, χωρίς να μνημονεύεται ποιά οχήματα και μηχανήματα αφορούσαν αυτά, β) με την 2233/1999 απόφαση για παράβαση ομοίως αρθρ. 25 ν. 1882/1990 κατά την 28-6-1994, επίσης χωρίς να αναφέρεται σ' αυτή ποια οχήματα αφορούσαν τα φερόμενα ως χρέη της εταιρίας, γ) με την 1654/2000 απόφαση για την αυτή παράβαση στις 31-10-1995, χωρίς αναφορά της αιτίας γέννησης της οφειλής του για λοιπούς φόρους, η δε έφεση που άσκησε απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, δ) με την 2019/2002 απόφαση για παρ. των ίδιων ως άνω διατάξεων στις 26-2-1999, χωρίς να αναφέρεται σ' αυτή αν το χρέος, που φέρεται ότι δεν κατέβαλε και αφορούσε τέλη κυκλοφορίας, ήταν ληξιπρόθεσμο και αν παραβιάστηκε κάποια προθεσμία καταβολής, η δε έφεση που άσκησε απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη, ε) με την 1623/1999 απόφαση για μη καταβολή εισφορών προς το ΙΚΑ στις 28-2-1997, ως εργοδότης επιχείρησης, χωρίς αναφορά ότι υφίστατο η εταιρία, στ) με την 2904/2000 για μη καταβολή εισφορών προς το ΤΕΒΕ κατά το διάστημα από 1-4-1997 έως 31-12-1997, χωρίς να αναφέρεται ότι ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω εταιρίας, ζ) με την 2906/2000 απόφαση για μη καταβολή εισφορών προς το ΙΚΑ από το Νοέμβριο 1996 έως τον Ιούλιο 1997, χωρίς να προσδιορίζεται η επιχείρηση στην οποία αναφερόταν και η) με την 2905/2000 απόφαση για μη καταβολή εισφορών επίσης προς το ΙΚΑ κατά το διάστημα από τον Ιανουάριο 1997 έως το Μάρτιο 1997, χωρίς να εκτίθεται σ' αυτή συγκεκριμένο πρόσωπο εργαζομένου και χωρίς αυτός να είναι εργοδότης της επιχείρησης. Πλην, όμως, υπό τα εισφερθέντα με την αίτηση στοιχεία και τις αιτιάσεις προς υποστήριξη του αιτήματος του αιτούντος, το συμβούλιο άγεται στην κρίση, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να διαταχθεί η αιτούμενη επανάληψη διαδικασίας. Τούτο δε, επειδή όσο αφορά τις ως άνω υπό στοιχείο Α' αποφάσεις, εφόσον η εταιρία εξακολουθούσε να λειτουργεί και μετά την 31-12-1996 και δεν είχε εκλεγεί νέο διοικητικό συμβούλιο αυτής, εκείνος συνέχισε στην εν τοις πράγμασι λειτουργούσα εταιρία, να ασκεί τις αρμοδιότητες που είχε και προηγουμένως του Προέδρου και Δ/ντος συμβούλου της και έτσι είχε ευθύνες για τις ενέργειες, για τις οποίες και του αποδόθηκαν κατηγορίες, σε κάθε δε περίπτωση τα περιστατικά αυτά ερευνήθηκαν από το δικαστήριο που δίκασε, αφού υπεισήλθε στην ουσία και δεν προέκυψαν νέα γεγονότα, άγνωστα στους δικαστές. Όσο αφορά τις υπό στοιχείο Β' αποφάσεις, δηλαδή ότι καταδικάστηκε για το ίδιο αδίκημα με περισσότερες αποφάσεις, είχε στην περίπτωση αυτή το δικαίωμα από το άρθρο 550 του ΚΠΔ προσφυγής, επί αμφιβολίας γι' αυτό, στο αρμόδιο δικαστήριο του άρθρου 565 του ΚΠΔ, ήτοι στο μονομελές Πλημ/κείο Αλεξ/πολης. Επίσης, ως προς τις υπό στοιχείο Γ' αποφάσεις, δεν επικαλείται την αποκάλυψη νέων στοιχείων, που ομοίως ήταν άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, από τα οποία, αν είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, θα γινόταν φανερό ότι είναι αθώος (άρθρο 525 παρ. 1 περ, 2 ΚΠΔ), ενώ για την χαρακτηριζόμενη από εκείνον "ανύπαρκτη" ποινή 150.000 δραχμών, που δεν του είχε επιβληθεί και που προκύπτοντας από το απόσπασμα της απόφασης, το οποίο χρησιμοποίησε για τη συγχώνευση ποινών του, ελήφθη υπόψη από το αρμόδιο δικαστήριο, είχε το δικαίωμα να ζητήσει τη διόρθωση με αφαίρεση, εφόσον ήταν βάσιμος ο ισχυρισμός του, του εγγράφου αυτού από το κατ' άρθρο 145 παρ. 2 εδ. τελ. ΚΠΔ δικαστήριο, το τριμελές πλημ/κείο Αλεξ/πολης, που αποφάσισε για την έφεση του με την 418/2000 απόφαση αυτού. Τέλος, όσο αφορά τις υπό στοιχείο Δ' αποφάσεις, δηλαδή ότι τα στοιχεία των αποδιδόμενων σ' αυτόν πράξεων, όπως παρατίθενται σ' αυτές, είναι ελλειπείς και συνεπώς, και οι αιτιολογίες αυτών είναι ελλείπεις, τούτο, αποτελώντας λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ ΚΠΔ., του παρείχε τη δυνατότητα να ασκήσει αναίρεση και όχι αίτηση επανάληψης διαδικασίας. Συνακόλουθα, πρέπει και κατά τη σύμφωνη εισαγγελική πρόταση, στης οποίας τις νομικές και πραγματικές σκέψεις αναφέρεται κατά τα λοιπά το συμβούλιο, ν' απορριφθεί η αίτηση ως αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Θράκης διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την απορριπτική κρίση του, ειδικά δε αιτιολογεί γιατί δεν καθίσταται φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο αναιρεσείων είναι αθώος των πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε. Ειδικότερα το Συμβούλιο αιτιολογημένα δέχθηκε ότι η εταιρεία εξακολουθούσε να λειτουργεί και μετά τη λήξη της θητείας του διοικητικού της συμβουλίου, εκείνος δε (αναιρεσείων) συνέχισε στην εν τοις πράγμασι λειτουργούσα εταιρεία να ασκεί τις αρμοδιότητες που είχε και προηγουμένως, δηλαδή αυτές του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της και έτσι είχε ευθύνες για τις ενέργειες για τις οποίες και του αποδόθηκαν οι κατηγορίες, σε κάθε δε περίπτωση τα περιστατικά αυτά ερευνήθηκαν από το δικαστήριο που δίκασε, αφού υπεισήλθε στην ουσία και δεν προέκυψαν νέα γεγονότα, άγνωστα στους δικαστές. Περαιτέρω το επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα γεγονός ότι καταδικάσθηκε για τις ίδιες αξιόποινες πράξεις με περισσότερες αποφάσεις, δεν εμπίπτει σε κανέναν από τους περιοριστικώς στη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ αναφερόμενους λόγους επαναλήψεως διαδικασίας. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θράκης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 484 παρ. 1, 510 παρ. 1 Ε' και Η' και 525 παρ. 1 ΚΠΔ καθώς και για αρνητική υπέρβαση εξουσίας και ειδικότερα διότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν θεώρησε ως νέα αποδεικτικά στοιχεία και δεν αξιολόγησε ως τέτοια: α) Το υπ'αριθ. ..... καταστατικό της ΑΕ, όπου αναφέρεται ότι η εν λόγω εταιρεία πήρε αριθμό μητρώου, β) τα αναφερόμενα στο άρθρο 7 του ανωτέρω καταστατικού, γ) την υπ'αριθ. ..... βεβαίωση της Διευθύνσεως Εμπορίου 'Εβρου και δ) την υπ'αριθ. 3090/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρουπόλεως, πρέπει να απορριφθούν, ανεξάρτητα από κάθε άλλο, ως απαράδεκτοι, διότι αφορούν σε παραβίαση δικονομικών και όχι ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, μη τασσομένη μάλιστα με ποινή ακυρότητας και δεν εμπίπτουν σε κανένα από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 484 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως. Τέλος οι ίδιοι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος, με το οποίο πλήττουν την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν επίσης ως απαράδεκτοι. Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ. Π ρ ο τ ε ί ν ω: Α) Να απορριφθεί η υπ'αριθ. 35/26-3-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατά του υπ'αριθ. 27/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης. Και Β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 2-10-
  3. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος". Αφού άκουσε τον ως άνω Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 ΚΠοινΔ "Η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις εξής περιπτώσεις: 1) αν δύο άνθρωποι καταδικάστηκαν για την ίδια πράξη με δύο διαφορετικές αποφάσεις και γίνεται αναμφισβήτητα φανερό από τη σύγκρισή τους ότι ένας από τους δύο είναι αθώος, 2) αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν - γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε, 3) αν βεβαιωθεί ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων ή γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων ή πλαστά αποδεικτικά έγγραφα ή πειστήρια, τα οποία είχαν προσαχθεί ή ληφθεί υπόψη στη διαδικασία του ακροατηρίου ή δωροληψία ή άλλη από πρόθεση παράβαση καθήκοντος του δικαστού ή του ενόρκου που μετείχε στο δικαστήριο που απήγγειλε την καταδίκη και 4) αν μετά την αμετάκλητη καταδίκη αποδείχθηκε ότι ο καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα, 5) αν με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε. Σκοπός της επαναλήψεως της διαδικασίας είναι η αναζήτηση της θεμελιώδους αρχής της ουσιαστικής αληθείας στην συγκεκριμένη περίπτωση και αποτροπή απαραδέκτων για το συναίσθημα του δικαίου αποτελεσμάτων (καταδικών - αθωώσεων). Ούτως ο θεσμός της επαναλήψεως της διαδικασίας φέρει εξαιρετικό χαρακτήρα και διέπεται από συγκεκριμένες αυστηρές προϋποθέσεις, διότι έρχεται σε σύγκρουση με τον θεσμό του δεδικασμένου κ.τ.λ. και επιδιώκει την επανόρθωση των δικαστικών πλανών με σκοπό την ορθότερη ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης. Από τις άνω διατάξεις προκύπτει μεταξύ άλλων και ότι 1) η επανάληψη της διαδικασίας δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία, αφού η σχετική αίτηση στρέφεται κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, ήτοι αυτής που απέκτησε την ισχύ δεδικασμένου, πράγμα που δεν συμβαίνει με τα ένδικα μέσα, 2) η υποβολή της σχετικής αιτήσεως δεν υπόκειται σε προθεσμία και μπορεί να γίνει οποτεδήποτε, 3) οι όροι "γεγονότα" ή "αποδείξεις" είναι ταυτόσημοι, 4) χωρεί επί αποφάσεως οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και στρατιωτικού, εφ' όσον υπό της αποφάσεως εχαρακτηρίσθη το αδίκημα ως κακούργημα ή πλημμέλημα, 4) η επανάληψη της διαδικασίας προβλέπεται μόνο προκειμένου περί αμετακλήτων δικαστικών αποφάσεων και οι περιπτώσεις, κατά τις οποίες χωρεί η επανάληψη της διαδικασίας, ορίζονται περιοριστικώς υπό του άρθρου 525, εν όψει του εξαιρετικού χαρακτήρος της διαδικασίας αυτής, η οποία αποτελεί το έσχατο μέσο, με το οποίο επιδιώκεται να επιτευχθεί ο άνω σκοπός. Περαιτέρω νέες αποδείξεις κατά την έννοια της άνω διατάξεως είναι εκείνες που δεν υπεβλήθησαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστες στους δικαστές, που, εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που έχουν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά ετέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήσαν άγνωστα εις τους δικαστάς που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθησαν αμέσως ή εμμέσως και απερρίφθησαν από αυτούς, έστω και δι' εσφαλμένης εκτιμήσεως ή δεν ήσκησαν επιρροήν εις τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Δεν θεωρούνται όμως άγνωστα γεγονότα εκείνα δια των οποίων διώκεται ο από νομικής και ουσιαστικής πλευράς έλεγχος της καταδικαστικής αποφάσεως επί τη βάσει του αποδεικτικού υλικού που έλαβαν υπ' όψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικασταί, αφού με την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας δεν δημιουργείται στάδιον ελέγχου της δικαστικής κρίσεως, όπως αυτή διεμορφώθη στην οικεία δικαστική απόφαση, ύστερα από βάσανο του συγκεντρωθέντος αποδεικτικού υλικού, αλλ' επιδιώκεται η διεξαγωγή μιας νέας δίκης με βάση νέα στοιχεία, τα οποία δεν είχαν υπ' όψη τους οι δικασταί που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση και από τα οποία αποδεικνύεται η αναλήθεια της πραγματικής βάσεως επί της οποίας εστηρίχθη η δικαστική κρίση. Τέλος κατά τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 και 528 ιδίου Κώδικος η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορό του ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον κατεδίκασε, περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη και υποβάλλεται στον εισαγγελέα εφετών αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απηγγέλθη από πλημμελειοδικείο και στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο όπου υπηρετεί το οποίο αποφασίζει αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και αιτούντα. Κατά της αποφάσεως του συμβουλίου των εφετών επιτρέπεται αναίρεση στον εισαγγελέα και τον αιτούντα κατά τα άρθρα 484 και
  4. Η τελευταία αυτή απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όταν εκτίθενται σ'αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την εξέταση της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας, υποβληθείσης ενώπιον του Συμβουλίου, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους το συμβούλιο έκρινε, ότι τα γεγονότα ή οι αποδείξεις είτε από μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με τα προηγούμενα, δεν καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι κατεδικάσθη αδίκως για βαρύτερο έγκλημα με αποτέλεσμα την απόρριψη της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 27/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, το οποίον απέρριψε αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και κατά του οποίου ησκήθη νομοτύπως και εμπροθέσμως η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως με λόγους έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και υπερβάσεως εξουσίας (άρθρα 584 παρ. 1 στοιχ. β', ε'και ζ' Κ.Π.Δ.), το πληττόμενο βούλευμα, εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τόσο με αναφορά επιτρεπτή στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση και με δικές του σκέψεις, τα εξής: Συγκεκριμένα, ο αιτών, ο οποίος, σημειωτέον, ειδοποιήθηκε για τη συνεδρίαση του Συμβουλίου, όπου εκπροσωπήθηκε από συνήγορο που κατέθεσε σχετικά υπόμνημα και ακούστηκε (άρθρο 528 παρ. 1α ΚΠΔ), εκθέτει, ότι καταδικάστηκε με τις αποφάσεις του μονομελούς πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης: Α) Με την 2682/1998 απόφαση καταδικάστηκε ως επιχειρηματίας, νόμιμος εκπρόσωπος, πρόεδρος, και διευθύνων σύμβουλος της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Κ. Βουλγαράκης-Μπετόν Έβρου ΑΕ", παραγωγής έτοιμου σκυροδέματος που εδρεύει στην ..... για μη καταβολή εισφορών του ΤΕΒΕ κατά το διάστημα 1-3/1996 και 11-12/1996 έως 1-3-1997 και με την 1957/1997 απόφαση καταδικάστηκε ως εργοδότης της ίδιας εταιρίας για παρ. α.ν. 690/1945 κατά το διάστημα από 1-5-1997 έως 30-6-1997, ενώ είχε λήξει η θητεία του διοικητικού συμβουλίου της ΑΕ. του οποίου υπήρξε πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, Β) Με τις 1018/1997 και 1020/1997 αποφάσεις καταδικάστηκε δύο φορές για το ίδιο αδίκημα (παρ. α.ν. 690/1945) και μάλιστα κατά της πρώτης τούτων άσκησε έφεση η οποία με την 537/1998 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αλεξ/πολης απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη και για το ίδιο διάστημα, δηλαδή τα έτη 1995 και 1996 και με τις 249/1998, 547/1998 και 623/1998 αποφάσεις καταδικάστηκε τρεις φορές για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και Εργατικών εισφορών προς το ΙΚΑ κατά το διάστημα από το Νοέμβριο 1993 μέχρι τον Ιούλιο 1996, παρότι οι πρώτες δύο αφορούσαν χρονικά διαστήματα που περιλαμβάνονταν στην τρίτη τούτων, Γ) Με τις 1020/1997 και 3095/1998 αποφάσεις καταδικάστηκε για μη καταβολή εισφορών προς το ΙΚΑ και κατ' αυτών άσκησε εφέσεις, αλλά απορρίφθηκαν ως ανυποστήρικτες, ενώ με τη δεύτερη τούτων του επιβλήθηκε ανύπαρκτη ποινή 150.000 δραχμών, η οποία έχει αναγραφεί στο απόσπασμά της, αλλά όχι και στο αντίγραφο της απόφασης και Δ) Με τις 1655/2000, 2233/1999, 1654/2000, 2019/2002, 1623/1999, 2904/2000, 2906/2000 και 2905/2000 αποφάσεις καταδικάστηκε χωρίς σ' αυτές να αναφέρονται βασικά στοιχεία των πράξεων που του αποδόθηκαν και ειδικότερα, καταδικάστηκε, α) με την 1655/2000 απόφαση για παρ. αρθρ. 25 ν. 1882/1990 κατά το διάστημα από το 1994 έως 27-2-1998, φερόμενος ως επιχειρηματίας και χωρίς να αναφέρεται σ' αυτή η ιδιότητα του, δηλαδή αν ήταν νόμιμος εκπρόσωπος κάποιας εταιρίας και ποίας, αν η παράβαση αφορούσε προσωπικά χρέη αυτής και αναφέρονται χρέη για τέλη κυκλοφορίας, εισφορές αυτοκινήτων και τέλη χρήσης μηχανημάτων έργων, χωρίς να μνημονεύεται ποια οχήματα και μηχανήματα αφορούσαν αυτά, β) με την 2233/1999 απόφαση για παράβαση ομοίως αρθρ. 25 ν. 1882/1990 κατά την 28-6-1994, επίσης χωρίς να αναφέρεται σ' αυτή ποια οχήματα αφορούσαν τα φερόμενα ως χρέη της εταιρίας, γ) με την 1654/2000 απόφαση για την αυτή παράβαση στις 31-10-1995, χωρίς αναφορά της αιτίας γέννησης της οφειλής του για λοιπούς φόρους, η δε έφεση που άσκησε απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, δ) με την 2019/2002 απόφαση για παρ. των ίδιων ως άνω διατάξεων στις 26-2-1999, χωρίς να αναφέρεται σ' αυτή αν το χρέος, που φέρεται ότι δεν κατέβαλε και αφορούσε τέλη κυκλοφορίας, ήταν ληξιπρόθεσμο και αν παραβιάστηκε κάποια προθεσμία καταβολής, η δε έφεση που άσκησε απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη, ε) με την 1623/1999 απόφαση για μη καταβολή εισφορών προς το ΙΚΑ στις 28-2-1997, ως εργοδότης επιχείρησης, χωρίς αναφορά ότι υφίστατο η εταιρία, στ) με την 2904/2000 για μη καταβολή εισφορών προς το ΤΕΒΕ κατά το διάστημα από 1-4-1997 έως 31-12-1997, χωρίς να αναφέρεται ότι ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω εταιρίας, ζ) με την 2906/2000 απόφαση για μη καταβολή εισφορών προς το ΙΚΑ από το Νοέμβριο 1996 έως τον Ιούλιο 1997, χωρίς να προσδιορίζεται η επιχείρηση στην οποία αναφερόταν και η) με την 2905/2000 απόφαση για μη καταβολή εισφορών επίσης προς το ΙΚΑ κατά το διάστημα από τον Ιανουάριο 1997 έως το Μάρτιο 1997, χωρίς να εκτίθεται σ' αυτή συγκεκριμένο πρόσωπο εργαζομένου και χωρίς αυτός να είναι εργοδότης της επιχείρησης. Πλην, όμως, υπό τα εισφερθέντα με την αίτηση στοιχεία και τις αιτιάσεις προς υποστήριξη του αιτήματος του αιτούντος, το συμβούλιο άγεται στην κρίση, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να διαταχθεί η αιτούμενη επανάληψη διαδικασίας. Τούτο δε, επειδή όσο αφορά τις ως άνω υπό στοιχείο Α' αποφάσεις, εφόσον η εταιρία εξακολουθούσε να λειτουργεί και μετά την 31-12-1996 και δεν είχε εκλεγεί νέο διοικητικό συμβούλιο αυτής, εκείνος συνέχισε στην εν τοις πράγμασι λειτουργούσα εταιρία, να ασκεί τις αρμοδιότητες που είχε και προηγουμένως του Προέδρου και Δ/ντος συμβούλου της και έτσι είχε ευθύνες για τις ενέργειες, για τις οποίες και του αποδόθηκαν κατηγορίες, σε κάθε δε περίπτωση τα περιστατικά αυτά ερευνήθηκαν από το δικαστήριο που δίκασε, αφού υπεισήλθε στην ουσία και δεν προέκυψαν νέα γεγονότα, άγνωστα στους δικαστές. Όσο αφορά τις υπό στοιχείο Β' αποφάσεις, δηλαδή ότι καταδικάστηκε για το ίδιο αδίκημα με περισσότερες αποφάσεις, είχε στην περίπτωση αυτή το δικαίωμα από το άρθρο 550 του ΚΠΔ προσφυγής, επί αμφιβολίας γι' αυτό, στο αρμόδιο δικαστήριο του άρθρου 565 του ΚΠΔ, ήτοι στο μονομελές πλημ/κείο Αλεξ/πολης. Επίσης, ως προς τις υπό στοιχείο Γ' αποφάσεις, δεν επικαλείται την αποκάλυψη νέων στοιχείων, που ομοίως ήταν άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, από τα οποία, αν είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, θα γινόταν φανερό ότι είναι αθώος (άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 ΚΠΔ), ενώ για την χαρακτηριζόμενη από εκείνον "ανύπαρκτη" ποινή 150.000 δραχμών, που δεν του είχε επιβληθεί και που προκύπτοντας από το απόσπασμα της απόφασης, το οποίο χρησιμοποίησε για τη συγχώνευση ποινών του, ελήφθη υπόψη από το αρμόδιο δικαστήριο, είχε το δικαίωμα να ζητήσει τη διόρθωση με αφαίρεση, εφόσον ήταν βάσιμος ο ισχυρισμός του, του εγγράφου αυτού από το κατ' άρθρο 145 παρ. 2 εδ. τελ. ΚΠΔ δικαστήριο, το τριμελές πλημ/κείο Αλεξ/πολης, που αποφάσισε για την έφεσή του με την 418/2000 απόφαση αυτού. Τέλος, όσο αφορά τις υπό στοιχείο Δ' αποφάσεις, δηλαδή ότι τα στοιχεία των αποδιδόμενων σ' αυτόν πράξεων, όπως παρατίθενται σ' αυτές, είναι ελλειπή και συνεπώς, και οι αιτιολογίες αυτών είναι ελλειπείς, τούτο, αποτελώντας λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' ΚΠΔ, του παρείχε τη δυνατότητα να ασκήσει αναίρεση και όχι αίτηση επανάληψης διαδικασίας. Συνακόλουθα, πρέπει και κατά τη σύμφωνη εισαγγελική πρόταση, στης οποίας τις νομικές και πραγματικές σκέψεις αναφέρεται κατά τα λοιπά το συμβούλιο, ν' απορριφθεί η αίτηση ως αβάσιμη. Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών Θράκης διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτουμένη από τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την απορριπτική του κρίση και ειδικότερα αιτιολογείται διατί δεν καθίσταται φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο αναιρεσείων είναι αθώος των πράξεων για τις οποίες κατεδικάσθη με τις ανωτέρω αποφάσεις, διατί τα επικαλούμενα περιστατικά δεν είναι νέα και, εις πάσα περίπτωση, ερευνήθησαν από τα δικαστήρια που εδίκασαν και κατεδίκασαν τον αναιρεσείοντα ως και ότι το ότι κατεδικάσθη για το ίδιο αδίκημα με περισσότερες αποφάσεις και το ότι του επεβλήθη "ανύπαρκτη" ποινή δεν εμπίπτει εις κανένα από τους περιοριστικώς αναφερομένους εις τα άρθρο 525 παρ. 1 λόγους επαναλήψεως της διαδικασίας. Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως υποστηρίζων τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επίσης ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άρθρων 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ., 484 παρ. 1, 510 παρ. 1 Ε' και Η' Κ.Π.Δ. και ο τρίτος λόγος για αρνητική υπέρβαση εξουσίας διότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν θεώρησε ως νέα αποδεικτικά στοιχεία και δεν τα αξιολόγησε ως τοιαύτα α) το υπ' αριθμ. ..... καταστατικό της ΑΕ, όπου αναφέρεται ότι η εταιρία πήρε αριθμό μητρώου, β) τα αναφερόμενα εις το άρθρο 7 του καταστατικού, γ) την από 1.11.2006 και αριθμ. πρωτ. ..... βεβαίωση της Διεύθυνσης Εμπορίου Ν.Έβρου και δ) την υπ' αριθμ. 3090/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρουπόλεως, είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι, το μεν διότι αφορούν σε παραβίαση δικονομικών και όχι ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, το δε διότι εις ουδένα των περιοριστικώς εις το άρθρο 484 παρ. 1 Κ.Π.Δ. αναφερομένων λόγων αναιρέσεως εμπίπτουν. Καθ' ό μέρος δε με αυτούς επιχειρείται ο από ουσιαστικής πλευράς έλεγχος των καταδικαστικών αποφάσεων αυτοί είναι επίσης απαράδεκτοι. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 26 Μαρτίου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ' αριθμ. 27/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θράκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι

(220). Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου
  1. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου
  2. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.