← Ελλάδα

ΑΠ 226/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Πλαστογραφία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 226 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Πλαστογραφία. Περίληψη: Κακουργηματική απάτη από υπαίτιο που διαπράττει απάτες, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και κακουργηματική πλαστογραφία (κατάρτιση και νόθευση με χρήση) όπου το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000 δρχ. Στοιχεία των εγκλημάτων αυτών. Πότε διαπράττονται κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια. Λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας, λόγω παράλειψης δε αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων. Κρίση ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα. Απορρίπτει αναίρεση. ΑΡΙΘΜΟΣ 226/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαϊρη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιλτιάδη Καρπέτα, περί αναιρέσεως της 1810/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 540/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 παρ.1 ΠΚ, το έγκλημα της απάτης θεμελιώνεται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει με πράξη παράλειψη ανοχή σε περιουσιακή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον, προς τον σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος αντίστοιχο παράνομο όφελος, είναι δε αδιάφορο αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός. Δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται το πρόσωπο εκείνου που εξαπατήθηκε με εκείνου που ζημιώθηκε. Για την κακουργηματική μορφή τη απάτης απαιτείτο επιπλέον, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Μετά όμως την αντικατάσταση της παρ.3 του άρθρου 386 του ΠΚ με το άρθρο 14 παρ.4 του ν. 2721/1999, για την κακουργηματική μορφή της απάτης δεν αρκεί πλέον ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αλλά απαιτείται και το πρόσθετο στοιχείο ότι το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε αυτός, ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. (15.000 ευρώ, σύμφωνα με την επίσημη αντιστοιχία που καθορίστηκε με άρθρο 5 του Ν. 2943/2001). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από τη επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Εξάλλου, κατ' επάγγελμα τέλεση υπάρχει και όταν η πράξη τελείται το πρώτον, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του, με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Π.Κ. "Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή ίσχυε μετά τη συμπλήρωσή της με το άρθρο 1 παρ. 7 περ. α' του ν. 2408/1996, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (της πλαστογραφίας και χρήσεως πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακόν όφελος βλάπτοντας τρίτον, ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών "εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών". Εξάλλου, με το άρθρο 14 παρ. 2 περ. α' του Ν. 2721/1999, η ως άνω, με την παρ. 7α του άρθρου 1 του ν. 2408/1996 προστεθείσα στην παρ. 3 του άρθρου 216 του ΠΚ τελευταία φράση αντικαταστάθηκε με τη φράση "Εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε, δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω, σκοπός του υπαίτιου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Εξάλλου , η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά , στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί , με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, το Δικαστήριο δέχθηκε, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι αποδείχθηκαν, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "....Ο κατηγορούμενος Χ1, κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Απρίλιο μέχρι τον Ιούνιο έτους 1991 από κοινού ενεργώντας με τον Γ1 συμπλήρωσαν το με αρ. ........ ασυμπλήρωτο έντυπο αστυνομικής ταυτότητας που είχε κλαπεί από το Α, Τ. Άρτας με τα στοιχεία "Β1" και τα λοιπά στοιχεία που αναφέρονται στο διατακτικό και, αφού επικόλλησαν σ' αυτό τη φωτογραφία του κατηγορουμένου (Χ1), έθεσαν σφραγίδα και υπογραφή έτσι ώστε το συγκεκριμένο δελτίο ταυτότητας να εμφανίζεται ως γνήσιο εκδοθέν από το Ζ' Παράρτημα Ασφαλείας Αθηνών το έτος 1986 καθώς και ότι η εν λόγω Αστυνομική Αρχή πιστοποιούσε την ακρίβεια των αναφερόμενων σ' αυτό στοιχείων. Επίσης νόθευσαν το περιεχόμενό του με αριθμό πρωτ. ........ πιστοποιητικού εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Αθηναίων, μεταβάλλοντας την αναγραφόμενη σ' αυτό ημερομηνία γέννησης του "Β1", από "16.5.1998" σε "10.3.1998", ώστε να συμπίπτει με την αναγραφόμενη στην ταυτότητα, που πλαστογράφησε ο κατηγορούμενος με τον Γ1, για την οποία έγινε πιο πάνω λόγος. Στις πράξεις τους αυτές προέβησαν με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα είχαν σκοπό να παραπλανήσουν τους Ψ1 και Ψ2, που ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της Ψ3, τον πληρεξούσιο Δικηγόρο τους Αναστάσιο Βουτσινά και τη Συμβολαιογράφο Σταμ. Καραγιαννοπούλου, στους οποίους επέδειξαν το εν λόγω δελτίο ταυτότητας και πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών, τους έπεισαν ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο Β1 ιδιοκτήτης του αναφερόμενου στο πιο κάτω συμβόλαιο ακινήτου και ότι είχε την πρόθεση να το πωλήσει αντί τιμήματος 52.000.000 δρχ, με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος που αντιστοιχεί στο προμνησθέν τίμημα του ακινήτου. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος το χρονικό διάστημα από Μάιο μέχρι 14.6.1991 παρέστησε ψευδώς στους εγκαλούντες ότι το όνομά του ήταν Β1 και ότι με τα ως άνω στοιχεία ταυτότητας ήταν ιδιοκτήτης του αναφερόμενου στο διατακτικό ακινήτου. Προς ενίσχυση των ισχυρισμών του αυτών, επέδειξε σ' αυτούς τα πιο πάνω αναφερόμενα πλαστά έγγραφα, ενώ στην πραγματικότητα ονομαζόταν Χ1 και δεν ήταν κύριος του πωλούμενου ακινήτου. Έτσι έπεισε τους εγκαλούντες (Ψ1 ως αγοράστρια και τον Ψ2 ως εκπρόσωπο της επίσης αγοράστριας Ψ3), να συμβληθούν με αυτόν, ως αγοραστές, και να θέσουν τις υπογραφές τους στο αναφερόμενο στο διατακτικό συμβόλαιο, με το οποίο φέρεται ως ιδιοκτήτης να τους μεταβιβάζει το περιγραφόμενο σε αυτό ακίνητο, αντί του τιμήματος των 52.000.000 δρχ που του καταβλήθηκε, ενώ οι εκκαλούντες επιβαρύνθηκαν και με τα έξοδα της μεταβίβασης (αμοιβές δικηγόρου-συμβολαιογράφου, έξοδα μετεγγραφής, φόροι κτλ), που ανήλθαν συνολικά στο ποσό των 2.104.392 δρχ. Στην πράξη δε αυτή προέβη ο κατηγορούμενος για να προσπορίσει στον εαυτό του και στα κατονομαζόμενα στο διατακτικό πρόσωπα, παράνομο περιουσιακό όφελος, που ανέρχεται στο ισόποσο του εισπραχθέντος τιμήματος, ενώ η προξενηθείσα ζημία στους εκκαλούντες προσμετρουμένων και των εξόδων που υποβλήθηκαν ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 54.104.392 δρχ. Εξάλλου, από την υποδομή που είχε διαμορφώσει ο κατηγορούμενος, τα μέσα που προαναφέρθηκε ότι χρησιμοποιούσε και ο τρόπος που ενήργησε καταδεικνύουν ότι αυτός είχε την πρόθεση της επανειλημμένης τέλεσης της πράξης και συνακόλουθα προκύπτει σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος, που προσδίδει στο πρόσωπό του την κατ' επάγγελμα τέλεση αυτών. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται πλήρως από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν και δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου και του πληρεξουσίου Δικηγόρου του, για το ότι δράστης των προαναφερόμενων πράξεων είναι αυτός (κατηγορούμενος). Πρέπει, λοιπόν, το αίτημα του κατηγορουμένου για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, σχετικά με τη φωτογραφική απεικόνισή του στην ταυτότητα και το δείγμα γραφής του, να απορριφθεί. Με βάση όλα τα παραπάνω, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων της πλαστογραφίας και της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, καθ' όσον τέλεσε αυτές κατ' επάγγελμα, ενώ το συνολικό όφελος που επιδίωξε και η ζημία που προξένησε στους εγκαλούντες υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ (ή 15.000 ευρώ). Περαιτέρω δεν προέκυψαν περιστατικά, που να δικαιολογούν την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων στο πρόσωπο του εν λόγω κατηγορούμενου. Τούτο διότι: α) το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου δεν αποτελεί εγγύηση του προτέρου έντιμου βίου του, σε συνδυασμό με τη διαφαινόμενη από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας συμμετοχής του και σε άλλες πράξεις απάτης και β) από μόνο το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της κρατήσεως του στις φυλακές δεν υπέπεσε σε πειθαρχικό παράπτωμα δεν αρκεί για να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό της παρ. ε' του άρθρου 84 ΠΚ, αφού δεν αποδείχθηκαν και άλλα θετικά περιστατικά που να μαρτυρούν την καλή συμπεριφορά του". Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος της κακουργηματικής απάτης, από υπαίτιο που διαπράττει απάτες, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ) και (από κοινού) της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση, το από την οποία συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ) ( άρθρα 13περ.γ και στ, 26 παρ.1α, 27 παρ.2β, 45, 94 παρ.1, 216 παρ.1,3α και 386 παρ.3α-1 ΠΚ). Για την πράξη του δε αυτή, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης επτά ετών για κάθε πράξη και στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων για πέντε έτη. Με τις πιο πάνω παραδοχές, το Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ο αναιρεσείων, με την κρινόμενη αίτησή του, προβάλλει τις αιτιάσεις ότι, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει στην αρχή του σκεπτικού της, ότι τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την καταδικαστική της κρίση για τη τέλεση των αδικημάτων της κακουργηματικής απάτης και πλαστογραφίας, αποδείχθηκαν από όλα τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος μνημονεύει, στη συνέχεια παραλείπει να συσχετίσει αξιολογικά και το περιεχόμενο όλων των υπολοίπων αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα τις καταθέσεις μαρτύρων και το έγγραφο (τεχνική έκθεση) που αναφέρει, καθόσον το Δικαστήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση είχε υποχρέωση να προβεί σε συνεκτίμηση, συγκριτική αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, λόγω της διχογνωμίας και αντίθεσης μεταξύ τους. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι οι μεν παθόντες Ψ2 και ........ ο συνήγορος τους Αναστάσιος Βουτσινάς, ανεγνώρισαν στο πρόσωπο του το άτομο που ενεφανίσθη με πλαστή ταυτότητα ως "Β1", αλλά η Συμβολαιογράφος Σταματία Καραγιαννοπούλου και η υπάλληλός της, δεν τον αναγνώρισαν και εξέφρασαν ζωηρότατες αμφιβολίες για το αν ήταν δυνατόν να είναι αυτός το πρόσωπο που εμφανίσθηκε στο Συμβολαιογραφείο ως "Β1". Επί πλέον ο ειδικός και Καθηγητής Σχολής Φωτογραφίας ........ με την αναγνωσθείσα στο Δικαστήριο Τεχνική Έκθεσή του, απέκλεισε κάθε ενδεχόμενο το εικονιζόμενο στην πλαστή ταυτότητα πρόσωπο να ήταν αυτός, ενώ και ο ίδιος ο παθών Ψ2 κατέθεσε ότι ο εμφανισθείς δράστης,"δεν φαινόταν 40 ετών με τίποτα", αν και αυτός ήταν αποδεδειγμένα 40 ετών και ασφαλώς δεν μπορούσε να έπειθε ότι ήταν φοιτητής. Εφόσον δε το Δικαστήριο, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, παρά τη διάσταση αυτή μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, "δεν παρέσχε ούτε μονολεκτική έστω εξήγηση γιατί θεωρεί πειστικότερη την άποψη των παθόντων από αυτή των τρίτων", η προσβαλλόμενη "δεν έχει καθόλου αιτιολογία και πάσχει από την κατ' άρθρο 510 παρ. 1 περ. δ' πλημμέλεια". Οι αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος, κατά το μέρος που πλήττουν την απόφαση του Εφετείου για έλλειψη αιτιολογίας, διότι δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα τις πιο πάνω καταθέσεις μαρτύρων και την τεχνική έκθεση του ......., από τα οποία προκύπτει η βασιμότητα των ισχυρισμών του, ότι δεν ήταν εκείνος που εμφανίσθηκε με την πλαστή ταυτότητα και, επομένως, ότι ήταν αθώος των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε, είναι αβάσιμες. Από τη γενόμενη επίκληση στην αρχή του σκεπτικού όλων των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά και συνεπώς και οι καταθέσεις των μαρτύρων που αναφέρει ο αναιρεσείων και το έγγραφο που επικαλείται. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται και από την ειδική αναφορά που γίνεται στο σκεπτικό της αποφάσεως, ότι, από τα αποδεικτικά στοιχεία που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία για το ότι "παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δράστης των προαναφερόμενων πράξεων είναι αυτός (κατηγορούμενος)". Η παράλειψη δε αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, όπως και πιο πάνω αναπτύχθηκε, δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως. Κατά τα λοιπά, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι ήταν αναγκαία η περαιτέρω ειδική έκθεση των λόγων, για τους οποίους το Εφετείο δεν πείστηκε από τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν, κατ' αυτόν, την αθωότητά του, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης, της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και εκ τούτου απορριπτέος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9-3-2007 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως (αρ. πρωτ. 2429/15-3-2007) του Χ1, κατά της 1810/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα ,που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ,. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.