Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 227 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Ποινή, Παραπομπής Δικαστήριο. Περίληψη: Ποινική δικονομία. Παραπομπή μετ' αναίρεση. Επί αναιρέσεως εν μέρει το δικαστήριο της παραπομπής περιορίζεται στην εξέταση μόνο της αξιόποινης πράξης για την οποία έγινε η παραπομπή της υπόθεσης και δεν έχει εξουσία να ερευνήσει εκ νέου την ενοχή του κατηγορουμένου ως προς τις λοιπές αξιόποινες πράξεις για τις οποίες η κρίση περί ενοχής έχει καταστεί αμετάκλητη (ΑΠ 682/2007). Αν η απόφαση αναιρέθηκε και ως προς την επιμέτρηση της ποινής και τον καθαρισμό συνολικής ποινής, μετά την απόφαση επί της ενοχής για την πράξη αυτή, το δικαστήριο της παραπομπής προβαίνει σε νέα επιμέτρηση της ποινής για την εν λόγω πράξη και σε καθορισμό νέας συνολικής ποινής, χωρίς να μπορεί να χειροτερεύσει τη θέση του κατηγορουμένου. Απορρίπτει αίτηση. Αριθμός 227/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μελανίτη, περί αναιρέσεως της 1863/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 718/
- Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 524 παρ. 2 ΚΠΔ, αναιρεθείσης της αποφάσεως, εάν η νέα συζήτηση, διατάχθηκε συνεπεία αιτήσεως αναιρέσεως που έγινε μόνο από ή υπέρ του καταδικασθέντος, το δικαστήριο της παραπομπής έχει δικαιοδοσία να εξετάσει εξ υπαρχής την υπόθεση όταν η απόφαση αναιρέθηκε εξ ολοκλήρου, αν όμως η αναίρεση υπήρξε μερική, δεν θίγεται η απόφαση κατά τις λοιπές αυτής διατάξεις για τις οποίες έχει καταστεί αμετάκλητη. Ειδικότερα αν αναιρεθεί καταδικαστική απόφαση μόνο ως προς την διάταξή της, που αναφέρεται στην τέλεση μιας ορισμένης μόνο αξιόποινης πράξης, επί περισσοτέρων αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, συνακόλουθα δε και ως προς την ποινή αυτής και την συνολική γενικά ποινή, έχει κριθεί πλέον η ενοχή ως προς τις λοιπές αξιόποινες πράξεις. Το Δικαστήριο της ουσίας στο οποίο παραπέμπεται κατά το άρθρο 519 ΚΠΔ, η υπόθεση, περιορίζεται στην εξέταση μόνο της αξιόποινης πράξης για την οποία έγινε η παραπομπή της υποθέσεως και δεν έχει εξουσία να ερευνήσει εκ νέου την ενοχή του κατηγορουμένου ως προς τις λοιπές αξιόποινες πράξεις για τις οποίες η κρίση περί ενοχής έχει καταστεί αμετάκλητη, αν δε το πράξει ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας (510 παρ. 1 Η' ΚΠΔ). Μετά την απόφαση επί της ενοχής για την πράξη, ως προς την οποία αναιρέθηκε η απόφαση, η οποία μπορεί να είναι και μια μερικότερη πράξη ενός κατ εξακολούθηση εγκλήματος, το δικαστήριο της παραπομπής προβαίνει σε νέα επιμέτρηση της ποινής για το συγκεκριμένο έγκλημα και στη συνέχεια στον καθορισμό νέας συνολικής ποινής, χωρίς να μπορεί να χειροτερεύσει τη θέση του κατηγορουμένου. ΙΙ. Στην κρινόμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 6917/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος των εξής πράξεων: α) ψευδούς καταμηνύσεως, κατ εξακολούθηση, που τελέσθηκε στις 13-11-2000, 30-3-2001, 18-6-2001 και 30-8-2001, β) ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης που τελέσθηκε στις 8-1-2000 και γ) απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο που τελέσθηκε στις 26-1-
- Με την ίδια απόφαση του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 10 μηνών για την 1η πράξη, 5 μηνών για την 2η πράξη και 6 μηνών για την 3η πράξη και καθορίσθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως (10+3+2) 15 μηνών. Κατά της αποφάσεως ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 2373/2008 απόφαση, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η αναιρεσιβαλλομένη και δη απορρίφθηκε η αίτηση ως προς όλες τις ως άνω αξιόποινες πράξεις και έγινε δεκτή μόνον ως προς την μερικότερη πράξη του κατ εξακολούθηση εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως και δη εκείνη που φέρεται ότι τελέσθηκε στις 13-11-2000, καθώς επίσης και ως προς την διάταξή της περί επιμέτρησης ποινής για το αδίκημα αυτό και καθορισμό συνολικής τέτοιας. Με την ίδια απόφαση παραπέμφθηκε η υπόθεση για εκ νέου κρίση, κατά το αναιρεθέν ως άνω μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Μετά την έκδοση της ως άνω αποφάσεως του Αρείου Πάγου η καταδίκη για όλες τις ως άνω πράξεις είχε καταστεί αμετάκλητη και το Δικαστήριο της παραπομπής, στο οποίο εισήχθη η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν ως άνω μέρος της, δεν μπορούσε να ασχοληθεί με αυτές ή με οποιαδήποτε άλλη αξιόποινη πράξη, παρά μόνον με την μερικότερη πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως που φέρεται ότι τελέσθηκε στις 13-11-2000, μετά την έκδοση δε αποφάσεως επί της κατηγορίας για την πράξη αυτή, θα επακολουθούσε η νέα επιμέτρηση ποινής για αυτήν, ως και ο νέος καθορισμός συνολικής ποινής. Επακολούθησε η εισαγωγή της υποθέσεως στο Δικαστήριο της παραπομπής και εκδόθηκε η προσβαλλομένη 1863/6-3-2009 απόφαση. Όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού και του διατακτικού της, το Δικαστήριο, επειδή, λόγω παρόδου 8ετίας από τότε που φερόταν τελεσθείσα η ως άνω μερικότερη πράξη ψευδούς καταμηνύσεως που εκκρεμούσε ενώπιον του, το αξιόποινο είχε εξαλειφθεί δια παραγραφής, έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη για την εν λόγω μερικότερη πράξη. Στη συνέχεια έγινε με ταυτάριθμη απόφαση νέα επιμέτρηση ποινής και επιβλήθηκε, κατ αντιστοιχία με την ανωτέρω αρίθμηση των πράξεων, για τις οποίες είχε χωρήσει η αμετάκλητη, με την μη αναιρεθείσα, κατά το μέρος αυτό, 6917/2007 απόφαση, καταδίκη, ποινή φυλακίσεως 6 μηνών για την 1η (α') πράξη (ψευδής καταμήνυση), 6 μηνών για την 2η (β') πράξη (ψευδής ανώμοτη κατάθεση) και 5 μηνών για την 3η (γ') πράξη (απόπειρα απάτης στο δικαστήριο). Δηλαδή το Δικαστήριο μείωσε και ευλόγως, αφού είχε παύσει οριστικά την ποινική δίωξη για την μια μερικότερη ως άνω πράξη, την ποινή για την πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως κατ εξακολούθηση, κατά 4 μήνες. Στο σκεπτικό της περί επιβολής της ποινής αποφάσεως, ορθώς αναφέρει το Δικαστήριο, τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 229 παρ. 1 και 79 ΠΚ, το κείμενο της οποίας και παραθέτει αυτούσιο, για τον καθορισμό των κατά την διάταξη αυτή στοιχείων που εκτιμήθηκαν για την εκ νέου επιμέτρηση της ποινής για το αδίκημα της ψευδούς καταμηνύσεως. Από προφανή παραδρομή όμως, μεταξύ των διατάξεων αυτών, παρεισέφρυσε και η διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 α ΠΚ, η οποία προβλέπει και τιμωρεί την πράξη της ηθικής αυτουργίας, ενώ καταδίκη του αναιρεσείοντος για την πράξη αυτή δεν είχε χωρήσει με την εν μέρει αναιρεθείσα 6917/2007 απόφαση του Εφετείου, πολύ δε περισσότερο με την προσβαλλομένη απόφαση του Δικαστηρίου της παραπομπής, αφού σε τέτοια καταδίκη δεν μπορούσε, κατά τα προλεχθέντα, να προβεί το Δικαστήριο, ενόψει του ανωτέρω περιεχομένου της παραπεμπτικής αποφάσεως. Στη συνέχεια το Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφαση, προέβη εκ νέου σε καθορισμό της συνολικής ποινής φυλακίσεως σε (6+2+2) 10 μήνες, την οποία και ανέστειλε επί 3ετία. Συνεπώς το Δικαστήριο της παραπομπής, ενήργησε, όπως λέχθηκε ανωτέρω, στην κρινόμενη περίπτωση, κατά την εκ νέου επιμέτρηση της ποινής και τον καθορισμό νέας συνολικής τέτοιας, εντός των πλαισίων της δικαιοδοσίας του που διαγράφει η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 524 ΚΠΔ, εφαρμόζοντας πιστά το διατακτικό της παραπεμπτικής αποφάσεως. Συνεπώς οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την πράξη της ηθικής αυτουργίας, αφού, όπως λέχθηκε, τέτοια καταδίκη δεν υπήρξε, η δε διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 α ΠΚ από προφανή παραδρομή τέθηκε μεταξύ των ως άνω διατάξεων που ορθώς έλαβε υπόψη και εφάρμοσε το Δικαστήριο κατά την εκ νέου επιμέτρηση της ποινής για το αδίκημα του άρθρου 229 παρ. 1 ΠΚ, ούτε δημιουργείται, όπως λέχθηκε, ασάφεια ως προς την ταυτότητα των πράξεων που χαρακτηρίζονται με τα στοιχεία α', β' και γ', στις οποίες αντιστοιχούν οι ως άνω επί μέρους ποινές, αφού, όπως λέχθηκε, τα στοιχεία αυτά αφορούν τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις για τις οποίες χώρησε αμετάκλητη καταδίκη, β) εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 46 παρ. 1 α ΠΚ, αφού στηρίζεται, όπως λέχθηκε, επί προαναφερθείσης αναληθούς προϋποθέσεως και γ) περί παραβιάσεως των περί δεδικασμένου διατάξεων του άρθρου 57 ΚΠΔ, λόγω αθωώσεως του αναιρεσείοντος για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα με την πρωτόδικη 3563/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κειου Αθηνών, αφού εν προκειμένω δεν γεννάται, για όλους τους λόγους που εκτέθηκαν ανωτέρω, ζήτημα δεδικασμένου, ελλείψει δεύτερης καταδίκης του αναιρεσείοντος για ηθική αυτουργία. Κατ' ακολουθία τούτων οι από τις διατάξεις του άρθρου 510 παρ. 1 Δ', Ε', και ΣΤ λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση (δήλωση) πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, την από 14-4-2009 αίτηση (δήλωση) του Χ1 για αναίρεση της με αριθμ. 1863/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)€. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Δεκεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 4 Φεβρουαρίου 2010 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ