← Ελλάδα

ΑΠ 2273/2007 — Επανάληψη διαδικασίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2273 / 2007 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Επανάληψη διαδικασίας. Έννοια νέων γεγονότων - αποδείξεων (άρθρ. 525 παρ. 1 περ. 2 ΚΠοινΔ). Αιτιολογημένη απόρριψη της αίτησης επανάληψης διαδικασίας. Απορρίπτεται η αίτηση αναίρεσης Αριθμός 2273/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη και Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου.. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του με αριθμό 825/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαΐου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1012/

  1. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Νικόλαος μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 218/4.6.2007 έγγραφη πρότασή του, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιον του Συμβουλίου σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 528 § 1 εδ. τελευταίο του Κ.Π.Δ., την από 15-5-2006 αίτηση αναίρεσης του Χ1 κατοίκου ...., κατά του υπ΄αριθ. 825/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ΄αριθ. 825/2006 βούλευμά του απέρριψε την από 1-3-2006 αίτηση του αναιρεσείοντος για επανάληψη της διαδικασίας και αναστολή εκτέλεσης της υπ΄αριθ. 48707/2003 αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης 2 ετών και έξι μηνών και χρηματική ποινή 1.200 ευρώ για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Το βούλευμα τούτο επιδόθηκε στον αιτούντα στις 3-5-2006 και κατ΄αυτού άσκησε αυτός δια της εξουσιοδοτηθείσης γι΄αυτό δικηγόρου του Ιωάννας Φλώρου, την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στις 15-5-2006, ημέρα Δευτέρα, ενώπιον του γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών. Είναι συνεπώς η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης νομότυπη και εμπρόθεσμη (άρθρα 473 § 1 και 474 § 1 Κ.Π.Δ.) και περιέχει συγκεκριμένους λόγους αναίρεσης, ήτοι: α) της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 525 § 1 του Κ.Π.Δ. Κατά το άρθρο 525 § 1 Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε δι΄αμετακλήτου αποφάσεως επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασθέντος δια πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις τέσσερις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικώς στη διάταξη αυτή. Κατά τη δεύτερη από τις περιπτώσεις αυτές, η ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται εάν, μετά την οριστική καταδίκη τινός, απεκαλύφθησαν νέα άγνωστα εις τους καταδικάσαντας δικαστάς γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις, όροι που κατά τη διάταξη αυτή είναι ταυτόσημοι, δύναται να είναι καταθέσεις νέων μαρτύρων, ανάκλησης ή τροποποίηση ή συμπλήρωση μαρτυρικών καταθέσεων, νέα έγγραφα και οποιεσδήποτε άλλες αποδείξεις, οι οποίες δεν υπεβλήθησαν στο δικαστήριο που εδίκασε και ήσαν άγνωστες στους δικαστικές, εφόσον αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με αυτές που είχαν προσκομισθεί, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανόν, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο εκείνου που τέλεσε. Δεν δύνανται να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, έστω και δι΄εσφαλμένης εκτίμησης ή δεν άσκησαν επιρροή στο σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Εξάλλου δεν θεωρούνται άγνωστα γεγονότα εκείνα δια των οποίων διώκεται ο από νομικής και ουσιαστικής πλευράς έλεγχος της καταδικαστικής αποφάσεως, επί τη βάσει του αποδεικτικού υλικού που έλαβαν υπ΄όψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την απόφαση, διότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας στρέφεται κατά αμετάκλητης απόφασης και δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 964/2006, 1588/2005 Ποιν. Δικ. 2006 σελ. 1347, 364 αντίστοιχα).Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του δέχθηκε ότι: Από όσα περιέχονται στην κρινόμενη αίτηση και το από 23-3-2006 υπόμνημα του αιτούντος προς το παρόν συμβούλιο και από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία αποδεικνύονται τα ακόλουθα περιστατικά: Ο αιτών Χ1 ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "INDOMIN ΑΒΕΤΕ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΟΡΥΚΤΑ - ΠΥΡΙΜΑΧΑ", εξέδωσε στις .... σε διαταγή της εταιρείας <<ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ>> πέντε τραπεζικές επιταγές της τράπεζας "Skotia bank - The Bank of Nova Skotia" με αρ. ..., ...., ...., .... και .... και αξίας 5.000.000 δρχ., 8.000.000 δρχ., 8.000.000 δρχ., 4.101.057 δρχ. και 3.000.000 δρχ., αντίστοιχα. Από τις επιταγές αυτές οι δύο τελευταίες (..... και ......), περιεχόμενες σε σχετικό πινάκιο, μεταβιβάστηκαν από τη λήπτρια με οπισθογράφηση λόγω ενεχυρίασης και προς χρηματοδότηση της στο Κεντρικό Κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος και εξοφλήθηκαν συμψηφιστικά (με ισόποση πίστωση του οικείου λογαριασμού της λήπτριας) την 1-12-1998 μέσω του Γραφείου Συμψηφισμού, ενώ οι άλλες τρεις επιταγές μεταβιβάστηκαν με οπισθογράφηση προς τον υπάλληλο της λήπτριας, Ζ1 (χωρίς να διευκρινίζεται στα σώματα αυτών αν η οπισθογράφηση γίνεται μόνο κατ' εντολή και προς είσπραξη της αξίας τους για λογαριασμό της λήπτριας), όλες δε οι τραπεζικές επιταγές αποκρούστηκαν από την πληρώτρια τράπεζα, όταν εμφανίστηκαν από τους κομιστές τους για πληρωμή στις 2-12-1998 οι συμψηφιστικά εξοφλημένες και στις 3-12-1998 οι λοιπές. Η σχετική ποινική δίωξη κατά του αιτούντος έγινε μετά την από 18-1-1999 έγκληση της λήπτριας των επιταγών, στην οποία αναφέρεται μόνο η έκδοση αυτών σε διαταγή της, χωρίς να μνημονεύονται οι παραπάνω οπισθογραφήσεις και η συμψηφιστική εξόφληση των δύο επιταγών, ούτε αν η εν λόγω λήπτρια και οπισθογράφος απέκτησε ξανά τις επιταγές μετά τη μη πληρωμή τους με οπισθογράφηση ή εκχώρηση.Ενόψει αυτών, ο αιτών προβάλλει σαν λόγο επανάληψης διαδικασίας τον ισχυρισμό ότι κατά τον χρόνο εμφάνισης και μη πληρωμής των ενδίκων επιταγών νόμιμος κομιστής αυτών δεν ήταν η εγκαλούσα, αλλά τα προαναφερόμενα πρόσωπα προς τα οποία έγινε η οπισθογράφηση τους, πράγμα που καθιστά τη σε βάρος του ποινική δίωξη απαράδεκτη, αφού η εγκαλούσα ως μη νόμιμη κομίστρια δεν ήταν αμέσως παθούσα από τη μη πληρωμή των επιταγών και δεν είχε δικαίωμα έγκλησης. Σαν νέες δε αποδείξεις (που δεν είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου που εξέδωσε τη σχετική καταδικαστική απόφαση) ο αιτών επικαλείται και προσκομίζει τα εξής α) Τις από 25-8-2003 προτάσεις με τη συνημμένη σ' αυτές από 24-11-2005 αξιολόγηση (αποδείξεων), που κατέθεσε η εγκαλούσα επί αγωγής αποζημίωσης που άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του αιτούντος και της εκδότριας των ενδίκων (και άλλων) επιταγών, όπου αναφέρεται ότι από τις πέντε ένδικες επιταγές οι δύο κατατέθηκαν από τη λήπτρια στο Κεντρικό Κατάστημα της ΕΤΕ με πινάκιο και βάσει σχετικής εντολής προς αυτό για είσπραξη της αξίας τους, οι δε άλλες τρεις οπισθογραφήθηκαν προς τον Ζ1 για να εισπράξει αυτός ως εντολοδόχος την αξία τους και να καταθέσει ακολούθως το σχετικό ποσό στο ταμείο της λήπτριας -οπισθογράφου. Και β) Την 1058/18-1-2006 ένορκη βεβαίωση τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, η οποία λήφθηκε με επιμέλεια του αιτούντος και τότε εναγόμενου και στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, ότι η εγκαλούσα και τότε ενάγουσα παρέδωσε τις δύο ένδικες επιταγές (και άλλες εννέα) με πινάκιο στο Κεντρικό Κατάστημα της ΕΤΕ τυπικά με ενεχυρίαση και ουσιαστικά για προεξόφληση, ότι νόμιμη κομίστρια και δικαιούχος των επιταγών αυτών κατά τον χρόνο εμφάνισης και μη πληρωμής τους ήταν η ΕΤΕ και ότι νόμιμος κομιστής των τριών άλλων ενδίκων επιταγών κατά τον ίδιο χρόνο ήταν ο Ζ1, ο οποίος εμφανίστηκε στην πληρώτρια τράπεζα και αξίωσε την είσπραξη τους σαν νόμιμος δικαιούχος με κανονική οπισθογράφηση και όχι σαν εντολοδόχος της λήπτριας και οπισθογράφου. Ακόμη ο αιτών επικαλείται και προσκομίζει αποσπάσματα των 6867/2006 και 9411/2006 αποφάσεων του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με τις οποίες έγινε - κατ' έφεση - δεκτός όμοιος ισχυρισμός του αιτούντος και κηρύχθηκε απαράδεκτη η ποινική δίωξη που είχε ασκηθεί κατ' αυτού για έκδοση ακάλυπτων επιταγών τις ίδιας εκδότριας σε διαταγή της ίδιας λήπτριας, που είχαν οπισθογραφηθεί προς το Κεντρικό Κατάστημα της ΕΤΕ, εξοφλήθηκαν συμψηφιστικά μέσω του Γραφείου Συμψηφισμού και αποκρούστηκαν από την ίδια πληρώτρια τράπεζα κατά την εμφάνιση τους για πληρωμή. Ανεξάρτητα, όμως, από τη νομιμότητα του προβαλλόμενου ισχυρισμού (βλ. Ολ. ΑΠ 18/04 και 30/03, ΑΠ 2423/05), όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της 48707/2003 - κατ' έφεση - απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά της οποίας δεν έχει ασκηθεί αναίρεση και της οποίας ζητείται η ακύρωση, ο ίδιος ισχυρισμός ότι η σχετική ποινική δίωξη σε βάρος του αιτούντος είναι απαράδεκτη, επειδή η εγκαλούσα δεν ήταν νόμιμη κομίστρια των ενδίκων τραπεζικών επιταγών κατά τον χρόνο εμφάνισης και μη πληρωμής τους από την πληρώτρια τράπεζα και δεν είχε γι' αυτό δικαίωμα να υποβάλει έγκληση, είχε προβληθεί και κατά τη σχετική δίκη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Πολυχρονόπουλο, που εκπροσώπησε σ' αυτή τον αιτούντα, αξιολογήθηκε από το δικαστήριο και απορρίφθηκε ως αβάσιμος. Επίσης τα περιστατικά που επικαλείται ο αιτών για τη θεμελίωση του ισχυρισμού - λόγου επανάληψης διαδικασίας, δηλαδή η μεταβίβαση με οπισθογράφηση των ενδίκων τραπεζικών επιταγών προς την ΕΤΕ και τον Ζ1 η συμψηφιστική εξόφληση μέσω του Γραφείου Συμψηφισμού των δύο επιταγών που οπισθογραφήθηκαν προς την ΕΤΕ, η μη σημείωση επί των τριών επιταγών εγγράφων ενδείξεων οπισθογράφησης αυτών (μόνο) κατά πληρεξουσιότητα προς τον Ζ1 η απόκρουση πληρωμής όλων των επιταγών κατά την εμφάνιση τους από την πληρώτρια τράπεζα και η μη (επαν)οπισθογράφηση αυτών μετά τη σφράγιση τους προς την εγκαλούσα, αποδεικνύονται αμέσως και ευθέως από τα σώματα των τραπεζικών επιταγών, που είχαν τεθεί υπόψη και αξιολογήθηκαν από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που εξέδωσε την 48707/2003 καταδικαστική απόφαση σε βάρος του αιτούντος. Οι επικαλούμενες με την κρινόμενη αίτηση και προαναφερόμενες προτάσεις (με τη συνημμένη σ' αυτές αξιολόγηση), ένορκη βεβαίωση και αθωωτικές αποφάσεις εμπίπτουν στην έννοια των νέων αποδείξεων και γεγονότων του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 ΚΠΔ, αλλά συνιστούν στοιχεία πολύ κατώτερης αποδεικτικής αξίας από τα σώματα των οικείων τραπεζικών επιταγών και, κατά την εκτίμηση του Συμβουλίου, αξιολογούμενα (τα νέα στοιχεία) είτε μόνα είτε συνδυαστικά με όσες αποδείξεις είχαν προσκομιστεί κατά τη δίκη εκείνη, δεν καθιστούν φανερό (και όχι απλώς πιθανό) ότι το δικαστήριο που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση θα διαφοροποιούσε την καταδικαστική κρίση του και θα κήρυττε απαράδεκτη τη σε βάρος του κατηγορουμένου ποινική δίωξη (βλ. σχετικά με την έννοια των νέων γεγονότων ή αποδείξεων κλπ. ΑΠ 782/02 ΠΧρ. ΝΓ σελ. 230, ΑΠ 1269/01 ΠΧρ. ΝΒ σελ. 507, ΑΠ 723/96 ΠΧρ. ΜΖ σελ. 664, ΑΠ 736/99 ΠΧρ. Ν σελ. 271, ΑΠ 1201/05 ΠΧρ. ΝΣΤ σελ. 160 κ.α.). Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί ως (ουσιαστικά) αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση επανάληψης διαδικασίας και αναστολής εκτέλεσης της 48707/2003 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Επίσης πρέπει να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα ποσού 210 ευρώ (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).Με τις παραδοχές του αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών περιέλαβε την απαιτούμενη από το άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ΄αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα έγγραφα που έλαβε υπόψη του το Συμβούλιο και ειδικότερα η από 1-3-2006 αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας του αναιρεσείοντος, το από 23-3-2006 υπόμνημά του και όλα τα έγγραφα της δικογραφίας που σχηματίσθηκε, καθώς και τα προκύψαντα από αυτά πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την απόρριψη της πιο πάνω αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας του αναιρεσείοντος. Να σημειωθεί δε ότι οι από 25-8-2003 προτάσεις της "ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ" και η συνημμένη σ΄αυτές από 24-11-2005 αξιολόγηση (αποδείξεων), που κατέθεσε αυτή (εγκαλούσα) επί αγωγής αποζημίωσης που άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατά του αναιρεσείοντος, τις οποίες αυτός επικαλείται για να στηρίξει νέο άγνωστο στο δικαστήριο γεγονός, δεν συνηγορούν υπέρ αυτού και του επιχειρήματός του ότι η εγκαλούσα δεν ήταν νόμιμος κομιστής των επιταγών, αλλά εξ αναγωγής τέτοιος και συνεπώς απαραδέκτως υπέβαλε αυτή κατ΄αυτού την έγκληση συνεπεία της οποίας καταδικάσθηκε με την πιο πάνω απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αφού δι΄αυτών ισχυρίζεται η εγκαλούσα "ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ", ότι τόσον η Τράπεζα, όσον και ο μνημονευόμενος Ζ1 ενεργούσαν ως εντολοδόχοι της και όχι ως κομιστές όπως ισχυρίζεται ο αιτώνΚατ΄ακολουθία των παραπάνω εκτιθεμένων, αβάσιμοι ελέγχονται οι εκ του άρθρου 484 § ιβ΄ και δ΄ Κ.Π.Δ. επικαλούμενοι λόγοι αναίρεσης και πρέπει ως εκ τούτου να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς. Προτείνω: Να απορριφθεί ως αβάσιμη η από 15-5-2006 αίτηση αναίρεσης του Χ1 κατά του υπ΄αριθ. 825/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 11 Μαΐου
  2. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος". Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, ο οποίος αναφέρθηκε στην ως άνω έγγραφη πρότασή του κι έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 αριθμ. 2 ΚΠοινΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία από μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις είναι εκείνα που ήταν άγνωστα στο δικαστήριο που τον καταδίκασε, ώστε να μη μπορεί να τα λάβει υπόψη και στον καταδικασθέντα, ώστε να μη μπορεί να τα προβάλει, γιατί αν ήταν γνωστά έπρεπε να έχουν προβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας. Την κρίση αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις, όροι που κατά τη διάταξη αυτή είναι ταυτόσημοι, μπορεί να είναι καταθέσεις νέων μαρτύρων, νεότερες καταθέσεις. Συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε ή ότι από τα νέα αυτά στοιχεία προκύπτει ότι συνέτρεχε λόγος άρσης ή εξάλειψης του αξιοποίνου. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας, γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ΄ αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ΄ αυτούς, έστω και κατ΄ εσφαλμένη κρίση, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς επανέλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους, οι εκδώσαντες αυτήν δικαστές, διότι η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Περαιτέρω, η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας υποβάλλεται από τα αναφερόμενα στο άρθρο 527 παρ. 1 ΚΠοινΔ πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και ο καταδικασμένος, προς τον εισαγγελέα εφετών, όταν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και εισάγεται στο συμβούλιο εφετών, κατά της αποφάσεως δε τούτου επιτρέπεται αναίρεση σύμφωνα με τα άρθρα 484 και 485 του ίδιου Κώδικα (άρθρο 528 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Εξάλλου, έχει το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει την αίτηση επανάληψης της διαδικασίας την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ΄ αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την κρίση του Συμβουλίου ότι δεν είναι βάσιμοι οι προβαλλόμενοι με την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας λόγοι, οι αποδείξεις από τις οποίες προκύπτουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με βάση τις οποίες κατέληξε το Συμβούλιο στο συμπέρασμα ότι αυτά δεν δικαιολογούν την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας. Στην προκείμενη περίπτωση με το προσβαλλόμενο υπ΄ αριθμ. 825/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 1.3.2006 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος Χ1 για επανάληψη της διαδικασίας και αναστολή εκτέλεσης της 48707/2003 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 2,5 ετών και χρηματική ποινή 1.200 ευρώ για το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών (άρθρο 79 του ν.5960/193), το οποίο τέλεσε στην Αθήνα στις 30.11.
  3. Όπως προκύπτει από το βούλευμα αυτό, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, δέχθηκε, σε σχέση με την παραπάνω αίτηση επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής: "Από όσα περιέχονται στην κρινόμενη αίτηση και το από 23.3.2006 υπόμνημα του αιτούντος προς το παρόν συμβούλιο και από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία αποδεικνύονται τα ακόλουθα περιστατικά: Ο αιτών Χ1 ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας " INDOMIN ΑΒΕΤΕ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΆ ΟΡΥΚΤΑ - ΠΥΡΙΜΑΧΑ" εξέδωσε στις 30.11.1998 σε διαταγή της εταιρείας "ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ" πέντε τραπεζικές επιταγές της Τράπεζας "Skotia bank - The bank of NovaSkotia" με αρ. ...., ...., ...., .... και .... και 5.000.000 δραχ., 8.000.000 δρχ., 8.000.000 δραχ., 4.101.057 δραχ, και 3.000.000 δραχ., αντίστοιχα. Από τις επιταγές αυτές οι δύο τελευταίες (.... και ....), περιεχόμενες σε σχετικό πινάκιο, μεταβιβάστηκαν από τη λήπτρια με οπισθογράφηση λόγω ενεχυρίασης και προς χρηματοδότηση της στο Κεντρικό Κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος και εξοφλήθηκαν συμψηφιστικά (με ισόποση πίστωση του οικείου λογαριασμού της λήπτριας) την 1-12-1998, μέσω του Γραφείου Συμψηφισμού, ενώ οι άλλες τρεις επιταγές μεταβιβάστηκαν με οπισθογράφηση προς τον υπάλληλο της λήπτριας, Ζ1 (χωρίς να διευκρινίζεται στα σώματα αυτών αν η οπισθογράφηση γίνεται μόνο κατ' εντολή και προς είσπραξη της αξίας τους για λογαριασμό της λήπτριας), όλες δε οι τραπεζικές επιταγές αποκρούστηκαν από την πληρώτρια τράπεζα, όταν εμφανίστηκαν από τους κομιστές τους για πληρωμή στις 2-12-1998 οι συμψηφιστικά εξοφλημένες και στις 3-12-1998 οι λοιπές. Η σχετική ποινική δίωξη κατά του αιτούντος έγινε μετά την από 18-1-1999 έγκληση της λήπτριας των επιταγών, στην οποία αναφέρεται μόνο η έκδοση αυτών σε διαταγή της, χωρίς να μνημονεύονται οι παραπάνω οπισθογραφήσεις και η συμψηφιστική εξόφληση των δύο επιταγών, ούτε αν η εν λόγω λήπτρια και οπισθογράφος απέκτησε ξανά τις επιταγές μετά τη μη πληρωμή τους με οπισθογράφηση ή εκχώρηση. Ενόψει αυτών, ο αιτών προβάλλει σαν λόγο επανάληψης διαδικασίας τον ισχυρισμό ότι κατά τον χρόνο εμφάνισης και μη πληρωμής των ενδίκων επιταγών νόμιμος κομιστής αυτών δεν ήταν η εγκαλούσα, αλλά τα προαναφερόμενα πρόσωπα προς τα οποία έγινε η οπισθογράφηση τους, πράγμα που καθιστά τη σε βάρος του ποινική δίωξη απαράδεκτη, αφού η εγκαλούσα ως μη νόμιμη κομίστρια δεν ήταν αμέσως παθούσα από τη μη πληρωμή των επιταγών και δεν είχε δικαίωμα έγκλησης. Σαν νέες δε αποδείξεις (που δεν είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου που εξέδωσε τη σχετική καταδικαστική απόφαση) ο αιτών επικαλείται και προσκομίζει τα εξής α) Τις από 25-8-2003 προτάσεις με τη συνημμένη σ' αυτές από 24-11-2005 αξιολόγηση (αποδείξεων), που κατέθεσε η εγκαλούσα επί αγωγής αποζημίωσης που άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του αιτούντος και της εκδότριας των ενδίκων (και άλλων) επιταγών, όπου αναφέρεται ότι από τις πέντε ένδικες επιταγές οι δύο κατατέθηκαν από τη λήπτρια στο Κεντρικό Κατάστημα της ΕΤΕ με πινάκιο και βάσει σχετικής εντολής προς αυτό για είσπραξη της αξίας τους, οι δε άλλες τρεις οπισθογραφήθηκαν προς τον Ζ1 για να εισπράξει αυτός ως εντολοδόχος την αξία τους και να καταθέσει ακολούθως το σχετικό ποσό στο ταμείο της λήπτριας - οπισθογράφου και β) Την 1058/18-1-2006 ένορκη βεβαίωση τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, η οποία λήφθηκε με επιμέλεια του αιτούντος και τότε εναγόμενου και στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, ότι η εγκαλούσα και τότε ενάγουσα παρέδωσε τις δύο ένδικες επιταγές (και άλλες εννέα) με πινάκιο στο Κεντρικό Κατάστημα της ΕΤΕ τυπικά με ενεχυρίαση και ουσιαστικά για προεξόφληση, ότι νόμιμη κομίστρια και δικαιούχος των επιταγών αυτών κατά τον χρόνο εμφάνισης και μη πληρωμής τους ήταν η ΕΤΕ και ότι νόμιμος κομιστής των τριών άλλων ενδίκων επιταγών κατά τον ίδιο χρόνο ήταν ο Ζ1 , ο οποίος εμφανίστηκε στην πληρώτρια τράπεζα και αξίωσε την είσπραξη τους σαν νόμιμος δικαιούχος με κανονική οπισθογράφηση και όχι σαν εντολοδόχος της λήπτριας και οπισθογράφου. Ακόμη ο αιτών επικαλείται και προσκομίζει αποσπάσματα των 6867/2006 και 9411/2006 αποφάσεων του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με τις οποίες έγινε - κατ΄ έφεση - δεκτός όμοιος ισχυρισμός του αιτούντος και κηρύχθηκε απαράδεκτη η ποινική δίωξη που είχε ασκηθεί κατ' αυτού για έκδοση ακάλυπτων επιταγών τις ίδιας εκδότριας σε διαταγή της ίδιας λήπτριας, που είχαν οπισθογραφηθεί προς το Κεντρικό Κατάστημα της ΕΤΕ, εξοφλήθηκαν συμψηφιστικά μέσω του Γραφείου Συμψηφισμού και αποκρούστηκαν από την ίδια πληρώτρια τράπεζα κατά την εμφάνιση τους για πληρωμή. Ανεξάρτητα, όμως, από τη νομιμότητα του προβαλλόμενου ισχυρισμού (βλ. Ολ. ΑΠ 18/04 και 30/03), όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της 48707/2003 - κατ΄ έφεση - απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά της οποίας δεν έχει ασκηθεί αναίρεση και της οποίας ζητείται η ακύρωση, ο ίδιος ισχυρισμός ότι η σχετική ποινική δίωξη σε βάρος του αιτούντος είναι απαράδεκτη, επειδή η εγκαλούσα δεν ήταν νόμιμη κομίστρια των ενδίκων τραπεζικών επιταγών κατά τον χρόνο εμφάνισης και μη πληρωμής τους από την πληρώτρια τράπεζα και δεν είχε γι' αυτό δικαίωμα να υποβάλει έγκληση, είχε προβληθεί και κατά τη σχετική δίκη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Πολυχρονόπουλο, που εκπροσώπησε σ' αυτή τον αιτούντα, αξιολογήθηκε από το δικαστήριο και απορρίφθηκε ως αβάσιμος. Επίσης τα περιστατικά που επικαλείται ο αιτών για τη θεμελίωση του ισχυρισμού - λόγου επανάληψης διαδικασίας, δηλαδή η μεταβίβαση με οπισθογράφηση των ενδίκων τραπεζικών επιταγών προς την ΕΤΕ και τον Ζ1 η συμψηφιστική εξόφληση μέσω του Γραφείου Συμψηφισμού των δύο επιταγών που οπισθογραφήθηκαν προς την ΕΤΕ, η μη σημείωση επί των τριών επιταγών εγγράφων ενδείξεων οπισθογράφησης αυτών (μόνο) κατά πληρεξουσιότητα προς τον Ζ1 η απόκρουση πληρωμής όλων των επιταγών κατά την εμφάνιση τους από την πληρώτρια τράπεζα και η μη (επαν)οπισθογράφηση αυτών μετά τη σφράγιση τους προς την εγκαλούσα, αποδεικνύονται αμέσως και ευθέως από τα σώματα των τραπεζικών επιταγών, που είχαν τεθεί υπόψη και αξιολογήθηκαν από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που εξέδωσε την 48707/2003 καταδικαστική απόφαση σε βάρος του αιτούντος. Οι επικαλούμενες με την κρινόμενη αίτηση και προαναφερόμενες προτάσεις (με τη συνημμένη σ' αυτές αξιολόγηση), ένορκη βεβαίωση και αθωωτικές αποφάσεις εμπίπτουν στην έννοια των νέων αποδείξεων και γεγονότων του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 ΚΠΔ, αλλά συνιστούν στοιχεία πολύ κατώτερης αποδεικτικής αξίας από τα σώματα των οικείων τραπεζικών επιταγών και, κατά την εκτίμηση του Συμβουλίου, αξιολογούμενα (τα νέα στοιχεία) είτε μόνα είτε συνδυαστικά με όσες αποδείξεις είχαν προσκομιστεί κατά τη δίκη εκείνη, δεν καθιστούν φανερό (και όχι απλώς πιθανό) ότι το δικαστήριο που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση θα διαφοροποιούσε την καταδικαστική κρίση του και θα κήρυττε απαράδεκτη τη σε βάρος του κατηγορουμένου ποινική δίωξη. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί ως (ουσιαστικά) αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση επανάληψης της διαδικασίας και αναστολής εκτέλεσης της 48.707/2003 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στη προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον εκτίθενται σ΄ αυτό με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα απαραίτητα πραγματικά περιστατικά και οι σκέψεις που δικαιολογούν την απόρριψη της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, ως αβάσιμης, καθώς και οι νέες αποδείξεις (που δεν είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου που εξέδωσε τη σχετική καταδικαστική απόφαση) στις οποίες περιλαμβάνεται και η από 7.11.1998 εξώδικη γνωστοποίηση - δήλώση της ως άνω εγκαλούσας εταιρείας (ΑΓΕΤ) προς την εταιρεία "INDOMIN ΑΒΕΤΕ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΆ - ΠΥΡΙΜΑΧΑ", όπως αυτό προκύπτει από τη μνεία στο αιτιολογικό του βουλεύματος, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα και το σύνολο των παραδοχών τούτου (βουλεύματος). Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ ΚΠοινΔ προβαλλόμενος μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και ως τέτοιος απορριπτέος. Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και ο αναιρεσείων να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15 Μαΐου 2006 αίτηση του Χ1, για αναίρεση του υπ΄ αριθμ. 825/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου 2007. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Δεκεμβρίου 2007 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.