← Ελλάδα

ΑΠ 2275/2009 — Αγνώστου διαμονής επίδοση, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Εφέσεως απαράδεκτο

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2275 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αγνώστου διαμονής επίδοση, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Εφέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Αίτηση αναιρέσεως για λόγο απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας από την λήψη υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας για την κρίση του ως προς την επίδοση της αποφάσεως του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στον κατηγορούμενο ως αγνώστου διαμονής και απόρριψη του ισχυρισμού του στην κατ' έφεση δίκη ότι ήταν πάντοτε γνώστης διαμονής, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά τη συζήτηση και έτσι στερήθηκε ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του ως προς τα αποδεικτικά μέσα και να προβεί σε παρατηρήσεις. Απόρριψη ως αβασίμου του λόγου αναιρέσεως. Στα αναγνωστέα έγγραφα, που πρέπει να αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης, δεν συμπεριλαμβάνονται τα διαδικαστικά έγγραφα που είναι στο φάκελο της δικογραφίας. Αριθμός 2275/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ συζ Ν κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Μήτση, για αναίρεση της ΑΤ316/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 514/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 476 παρ. 1 και 2 Κ.Ποιν.Δ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο εκτός των άλλων περιπτώσεων και όταν ασκείται εκπροθέσμως. Η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως, ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος του εκκαλούντος, το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό αυτού ή μνεία των κατά τα άρθρα 154 παρ. 1, 156 και 161 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, εκτός εάν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητος της επιδόσεως, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου τούτου κρίση του δικαστηρίου. Σε περίπτωση, όμως, κατά την οποία με το ένδικο μέσο αμφισβητείται ο τόπος κατοικίας εκείνου που το ασκεί και το άγνωστο της διαμονής και κατά συνέπεια η αδυναμία γνώσεως της επιδόσεως, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία, άλλως ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγος αναιρέσεως. Πρέπει επίσης να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα στην αξιολόγηση των οποίων προέβη το Δικαστήριο, για να καταλήξει στην κρίση του για απόρριψη της εφέσεως. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 περ. δ, 329, 331, 333 παρ. 2, 358,364 και 369 Κ.Ποιν.Δ προκύπτει ότι αν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικό μέσο για το σχηματισμό της κρίσεώς του (ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου), έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε κατά την συζήτηση στο ακροατήριο δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δικ. λόγο αναιρέσεως διότι κατά τον τρόπο αυτόν αποστερείται ο κατηγορούμενος της δυνατότητος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό μέσο. Αντιθέτως τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης δεν είναι αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο, διότι δεν αποτελούν έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Ως διαδικαστικά έγγραφα που δεν υπάγονται στην αποδεικτική διαδικασία θεωρούνται μεταξύ άλλων τα αποδεικτικά επίδοσης της κλήσεως προς εμφάνιση ή του κλητηρίου θεσπίσματος η ίδια η πρωτόδικη απόφαση, η έγκληση ή η αναφορά ή αίτηση για την άσκηση της ποινικής διώξεως ή το κλητήριο θέσπισμα και το αποδεικτικό επίδοσης αυτού καθώς και οι επισυναπτόμενες στα αποδεικτικά επιδόσεως βεβαιώσεις των οργάνων που ενεργούν την επίδοση ότι ο μάρτυρας και γενικότερα το πρόσωπο στο οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση έχει μετοικήσει σε άγνωστη διεύθυνση. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη ΑΤ 316/2009 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που την εξέδωσε, δικάζοντας ως Εφετείο, απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς της την από 8/5/2008 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της ΑΜ 10896/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς με την οποία εκείνη είχε καταδικασθεί σε ποινή φυλάκισης δύο

(2)ετών και έξι
(6)μηνών, η οποία μετετράπη σε χρηματική για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 23 παρ. 1 ν. 2523/1997 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 34 ν. 3016/2002 όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 34 § 1 του ν. 3220/2004, αφού δέχθηκε τα εξής: "...Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατάθεση του μάρτυρα Ν που εξετάσθηκε ένορκα στο ακροατήριο, από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν από όλη τη διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η εκκαλούσα κατηγορουμένη με την υπ' αριθμ. ΑΜ 10896/2006 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, καταδικάσθηκε ερήμην, σε ποινή φυλάκισης δύο
(2)ετών και έξι
(6)μηνών για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 ν.2523/1997. Η απόφαση αυτή, όπως αποδεικνύεται από το από 2-3-2007 αποδεικτικό επιδόσεως του ειδικού φρουρού που υπηρετεί στο Α' Α/Τ Γλυφάδας ... επιδόθηκε στην κατηγορουμένη, ως αγνώστου διαμονής, στις 2-3-2007, διότι σύμφωνα με την υπό την ίδια ημεροχρονολογία βεβαίωση του επιδόσαντος ειδικού φρουρού ήταν άγνωστο πρόσωπο στη διεύθυνση ... και η ίδια (δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της) άσκησε κατ' αυτής έφεση στις 8/5/2008, δηλαδή μετά την παρέλευση της τασσόμενης από το νόμο προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης (άρθρ. 473 παρ. 1 ΚΠΔ). Κατά συνέπεια, η ένδικη έφεση είναι εκπρόθεσμη. Η κατηγορουμένη ισχυρίζεται στην υπό κρίση έφεσή της ότι "....για πρώτη φορά έλαβε γνώση της εκκαλουμένης απόφασης από το Αστυνομικό Τμήμα της Γλυφάδας, γιατί ουδέποτε ήταν πρόσωπο αγνώστου διαμονής, καθότι μόνιμη αστική της κατοικία κατά το χρόνο επιδόσεως της αποφάσεως ήταν η αναφερθείσα ....). Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν αποδείχθηκε βάσιμος. Και τούτο διότι ως τόπος κατοικίας της κατηγορουμένης στην από 5-9-2005 αίτηση ποινικής δίωξης του Ζ' τελωνείου Πειραιά αναφέρεται η ..., ενώ δεν δηλώθηκε άλλος τόπος κατά την προανάκριση αφού η κατηγορουμένη δεν απολογήθηκε διότι δεν ανευρέθη (βλ. από 15-11-2005 βεβαίωση του Αστυφύλακα ...). Στη διεύθυνση αυτή ...) αναζητήθηκε στις 2-1-2006 προκειμένου να της επιδοθεί το κλητήριο θέσπισμα, πλην όμως δεν ανευρέθη διότι σύμφωνα με την από ... βεβαίωση του επιμελητή δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πειραιώς ... στην προαναφερθείσα διεύθυνση τυγχάνει άγνωστη και τελικά της επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής (βλ. από 2-1-2006 αποδεικτικό επίδοσης του παραπάνω επιμελητή). Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε άλλος γνωστός τόπος κατοικίας της κατηγορουμένης για τη δικαστική αρχή που παρήγγειλε την επίδοση της εκκαλουμένης, δηλαδή για την Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιά και δη αυτήν που αναφέρει στην έφεσή της, ...". Περαιτέρω κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης για το ότι σε περίπτωση που δεν ενεργήθηκε προανάκριση θεωρείται ως τόπος κατοικίας του κατηγορουμένου εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση κρίθηκε ότι ήταν νομίμως αδιάφορο το εάν η κατηγορουμένη είχε γνωστό σε τρίτους τόπο κατοικίας όπως στην ... για τον ΟΤΕ, κατά τα προκύπτοντα από τον αναγνωσθέντα λογαριασμό τηλεφώνου και περαιτέρω στην ... όπως προέκυπτε από την αναγνωσθείσα από 30/10/2008 κλήση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά προς την κατηγορουμένη και ότι κατ' ακολουθίαν η επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης στην κατηγορουμένη ως αγνώστου διαμονής ήταν έγκυρη και από την επίδοση αυτής άρχιζε η προθεσμία για την άσκηση εφέσεως εκ μέρους της και ότι ήταν απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της κατηγορουμένης. Μετά ταύτα που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς και απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως εκπρόθεσμη και ως και τούτου ως απαράδεκτη την έφεση της αναιρεσείουσας διέλαβε την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν και ήταν αναγκαία για την πληρότητα της εκτείνεται δε αυτή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως του (Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ως αγνώστου διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προέκυπτε και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Η εκκαλούσα δεν προέβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή που παρήγγειλε την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως ούτε τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή την αναφερομένη στην έφεση διεύθυνση κατοικίας της είναι αόριστη δε η μνεία στην έφεση της ότι η μόνιμη αστική κατοικία της κατά τον χρόνο επιδόσεως της αποφάσεως ήταν η αναφερόμενη στην έκθεση εφέσεως. Κατά συνέπεια, νομίμως αναζητήθηκε η ήδη αναιρεσείουσα, χωρίς να ανευρεθεί, στη μόνη γνωστή διεύθυνση στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς, στην ..., που ήταν η διεύθυνση επαγγελματικής δραστηριότητας της που αναφερόταν στην παραδεκτώς ληφθείσα υπόψη από το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση αίτηση της Τελωνειακής Αρχής για άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος της κατηγορουμένης καθόσον δεν είχε διενεργηθεί προανάκριση για να δηλώσει αυτή κατ' άρθρο 273 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ την κατοικία της και ακολούθως λόγω μη ανεύρεσής της εκεί της ιδίας ή κάποιου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 156 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. πρόσωπα η επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως έγινε με τοιχοκόλληση στο Δημαρχείο Γλυφάδας Αττικής κατά τα αναφερόμενα στο αναγνωσθέν από 2-3-2007 αποδεικτικό επιδόσεως του ενεργήσαντος την επίδοση ειδικού φρουρού και την κάτωθι αυτού υπό την αυτή ημερομηνία βεβαίωση για τοιχοκόλληση της αρμοδίας υπαλλήλου του άνω δήμου. Στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφέρονται τα μνημονευόμενα στα πρακτικά της δίκης αποδεικτικά μέσα δηλαδή η κατάθεση του μάρτυρα που πρότεινε και εξετάσθηκε στην κατ' έφεση δίκη η εκκαλούσα δια του εκπροσωπήσαντος αυτήν πληρεξουσίου δικηγόρου της και το από 2-3-2007 αποδεικτικό επίδοσης απόφασης αγνώστου διαμονής κατηγορουμένη του ειδικού φρουρού του Α' Α/Τ Γλυφάδας ..., η από 8-5-2008 έκθεση εφέσεως της εκκαλούσας το φωτοαντίγραφο του λογαριασμού του ΟΤΕ έτους 2007 και η από 30-10-2008 κλήση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς προς την κατηγορουμένη, μετά από αξιολόγηση των οποίων κατέληξε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε αλλού γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή και στο όργανο επιδόσεως κατοικία της κατηγορουμένης κατά τον χρόνο που έγινε η επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως και ότι ήταν έγκυρη η επίδοση αυτής ως αγνώστου διαμονής και περαιτέρω ότι ασκήθηκε εκπροθέσεως η έφεση και ότι έπρεπε να απορριφθεί. Η αναφορά στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, εκτός των άνω αποδεικτικών μέσων και των διαδικαστικών εγγράφων που ήταν στη δικογραφία και συγκεκριμένα της από 5/9/2005 αίτησης ποινικής δίωξης του Ζ' τελωνείου Πειραιά της από 15-11-2005 βεβαίωσης του Αστυφύλακα ... περί μη ανευρέσεως της κατηγορουμένης για να επιδοθεί σ' αυτήν κλήση για να απολογηθεί προανακριτικώς και του από 2-1-2006 αποδεικτικού επιδόσεως του επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς ..., έγινε για να επισημανθεί κατά τις παραδοχές του Δικαστηρίου που την εξέδωσε, ότι μόνη γνωστή διεύθυνση της κατηγορουμένης στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς και τα όργανα επιδόσεως ήταν η αναφερόμενη στην αίτηση της τελωνειακής Αρχής για δίωξη εναντίον της όπου και νόμιμα αναζητήθηκε από την αρχή, ελλείψει γνωστής κατοικίας της και ότι εφόσον δεν ανευρέθη η κατηγορουμένη κατά την προανάκριση για να απολογηθεί και δεν δήλωσε άλλον τόπο κατοικίας της επιδόθηκε σ' αυτήν το κλητήριο θέσπισμα για την πράξη που της απεδίδετο, ως αγνώστου διαμονής. Δεν ήταν αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο τα άνω έγγραφα που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και περιέχονταν στο φάκελο της δικογραφίας για την αξιόποινη πράξη που αποδιδόταν στην κατηγορουμένη εφόσον ήταν διαδικαστικού χαρακτήρα αυτά και δεν ετίθετο κατ' ακολουθία ζήτημα αποστερήσεως της κατηγορουμένης του δικαιώματος να προβεί δια του εκπροσωπούντος αυτήν στην κατ' έφεση δίκη σε δηλώσεις και παρατηρήσεις σχετικά με τα άνω διαδικαστικά έγγραφα κατά το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ. Αναφέρεται στα πρακτικά συνεδριάσεως του άνω δικαστηρίου για την κατ' έφεση δίκη ότι μετά την εξέταση του προταθέντος μάρτυρα υπεράσπισης και μετά τα όσα ο πληρεξούσιος της εκκαλούσας είπε για λογαριασμό της δόθηκε η δυνατότητα από την διευθύνουσα τη συζήτηση στον άνω συνήγορο της κατηγορουμένης που την εκπροσωπούσε για συμπληρωματικές εξηγήσεις και διασαφήσεις ως προς την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως και ότι αυτός απήντησε αρνητικώς. Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' Κ.Ποιν.Δ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20/3/2009 αίτηση της Χ, συζύγου Ν, για αναίρεση της ΑΤ 316/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου
  2. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.