← Ελλάδα

ΑΠ 228/2010 — Επανάληψη διαδικασίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 228 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας. Άσκηση για νέα στοιχεία άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την αμετάκλητη απόφαση. Ποια θεωρούνται νέα στοιχεία. Πότε δεν συντρέχει το στοιχείο αυτό. Δεν αποτελεί λόγο η κακή εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Τα επικαλούμενα "νέα στοιχεία" τέθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο που εξέδωσε την αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση (ΑΠ 115/2010, ΑΠ 657/2008). Απορρίπτει αίτηση. ΑΡΙΘΜΟΣ 228/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χριστόπουλο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1003/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1794/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα με αριθμό 580/19.12.08, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών την κατατεθείσαν εις το Κατάστημα Κρατήσεως Πατρών την 22 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησιν του καταδικασθέντος Χ, κρατουμένου εις το ανωτέρω κατάστημα, περί επαναλήψεως της διαδικασίας σχετικώς με την υπ'αριθμ. 1003/2007 απόφασιν του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και εκθέτομεν τα εξής: Κατά το άρθρον 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που επερατώθη δι'αμετακλήτου αποφάσεως επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασθέντος δια πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνον εις τας τέσσαρας περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικώς εις την διάταξιν αυτήν. Κατά την δευτέραν από τας περιπτώσεις αυτάς, η ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται εάν, μετά την οριστικήν καταδίκην τινος απεκαλύφθησαν νέα άγνωστα εις τους καταδικάσαντας δικαστάς γεγονότα ή αποδείξεις, αι οποίαι μόναι ή εν συνδυασμώ προς τας πρότερον προσκομισθείσας καθιστούν πρόδηλον, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή κατεδικάσθη αδίκως δι'έγκλημα βαρύτερον εκείνου, το οποίον πράγματι εξετέλεσε. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις, όροι που κατά την διάταξιν αυτήν είναι ταυτόσημοι, δύναται να είναι καταθέσεις νέων μαρτύρων, ανάκλησις ή τροποποίησις ή συμπλήρωσις μαρτυρικών καταθέσεων, νέα έγγραφα και οιαιδήποτε άλλαι αποδείξεις, αι οποίαι δεν υπεβλήθησαν εις το δικαστήριον που εδίκασε και ήσαν άγνωστοι εις τους δικαστάς, εφ'όσον αυταί εκτιμώμεναι μόναι των ή εν συνδυασμώ με αυτάς που είχον προσκομισθή καθιστούν φανερόν και όχι απλώς πιθανόν, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή κατεδικάσθη δι'έγκλημα βαρύτερον εκείνου που ετέλεσε. Δεν δύνανται να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήσαν άγνωστα εις τους δικαστάς που εξέδωσαν την καταδικαστικήν απόφασιν, αλλ'αντιθέτως ηρευνήθησαν αμέσως ή εμμέσως και απερρίφθησαν, έστω και δι'εσφαλμένης εκτιμήσεως ή δεν ήσκησαν επιρροήν εις τον σχηματισμόν της δικαστικής κρίσεως. Εξ άλλου δεν θεωρούνται νέα άγνωστα γεγονότα, εκείνα διά των οποίων διώκεται ο από νομικής και ουσιαστικής πλευράς έλεγχος της καταδικαστικής αποφάσεως, επί τη βάσει του αποδεικτικού υλικού που έλαβον υπ'όψιν των οι δικασταί που εξέδωσαν την απόφασιν, διότι η αίτησις επαναλήψεως της διαδικασίας στρέφεται κατ'αμετακλήτου αποφάσεως και δεν αποτελεί ένδικον μέσον, αλλ'έκτακτον διαδικασίαν (Α.Π. 1490/2006 ΠοινΧρ ΝΖ' σελ. 701 κ.ά.). Εις την προκειμένην περίπτωσιν ο αιτών διά της ανωτέρω αιτήσεώς του ζητεί την επανάληψιν της διαδικασίας, κατά την οποίαν εξεδόθη η υπ'αριθμ. 1003/2007 απόφασις του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, διά της οποίας κατεδικάσθη διά α) μεταφοράν και β) κατοχήν κατ'εξακολούθησιν ναρκωτικών, κατ'επάγγελμα, κατά συνήθειαν και ως υπότροπος και επεβλήθη εις αυτόν ισόβιος κάθειρξις, την οποίαν εκτίει εντός της φυλακής και χρηματική ποινή 30.000 ευρώ. Η απόφασις αυτή κατέστη αμετάκλητος, αφού δεν ησκήθη το ένδικον μέσον της αναιρέσεως. Αι πράξεις δια τας οποίας ο αιτών κατεδικάσθη συνίταντο εις το ότι: Α) Μετέφερεν από κοινού μετά του συγκαταδικασθέντος ΑΑ ηρωίνην συνολικού βάρους 515 γραμμαρίων και Β) κατείχε α) από κοινού μετά του ανωτέρω συγκαταδικασθέντος ΑΑ την προαναφερθείσαν ποσότητα ηρωίνης και β) μόνος του εντός της οικίας του 0,5 γραμμ. ηρωίνης. Τελεί δε κατ'επάγγελμα και κατά συνήθειαν τοιαύτας πράξεις, ενώ τυγχάνει και υπότροπος, διότι έχει καταδικασθή διά τοιαύτας πράξεις διά της υπ' αριθμ. 2843/2000 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το ανωτέρω δικαστήριον επεστήριξε την κρίσιν του περί της ενοχής του αιτούντος, εκτός άλλων αποδεικτικών στοιχείων, εις την κατάθεσιν του μάρτυρος αστυνομικού ..., όπως και εις την απολογίαν του αιτούντος κατηγορουμένου, κατά την οποίαν ωμολόγησεν αβιάστως την ανωτέρω πράξιν την μεταφοράς ναρκωτικής ουσίας, που συνάπτεται αναγκαίως με την πράξιν της κατοχής της ποσότητος αυτής. Διά της υπό κρίσιν αιτήσεως ο αιτών ισχυρίζεται, ότι κατεδικάσθη εσφαλμένως διά τας ανωτέρω αξιοποίνους πράξεις, διότι η προαναφερθείσα ποσότης ηρωίνης ανήκεν εις τον ΒΒ, ο οποίος τον εξηνάγκασε να προβή εις την μεταφοράν της ναρκωτικής αυτής ουσίας, επειδή ώφειλεν εις αυτόν χρήματα. Επί πλέον αυτός δεν κατείχε την εν λόγω ποσότητα, αφού αυτή ανευρέθη εις την κατοχήν του συγκαταδικασθέντος μετ'αυτού κατά συναυτουργίαν διά τας ανωτέρω αξιοποίνους πράξεις ΑΑ. Περαιτέρω ισχυρίζεται, ότι έχει υποβάλλει κατά του ανωτέρω ΒΒ την υπ'αριθμ. πρωτ. ... μήνυσίν του, εκ της οποίας αποδεικνύεται ότι η προαναφερθείσα ποσότης ναρκωτικής ουσίας ανήκεν εις αυτόν, την οποίαν όμως και δεν προσκομίζει. Εκ του περιεχομένου της εν λόγω αιτήσεως προκύπτει, ότι ο αιτών παραπονείται ότι το δικαστήριον ήχθη εις την κρίσιν του περί της ενοχής του διά τας ανωτέρω αξιοποίνους πράξεις κατ'εσφαλμένην εκτίμησιν των πραγματικών περιστατικών, που όμως δεν αποτελεί λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας. Το φερόμενον ως νέον αποδεικτικόν στοιχείον, ήτοι η ανωτέρω μνημονευομένη και μη προσκομιζομένη μήνυσίς του κατά του ΒΒ και εάν ακόμη ήτο γνωστόν εις το καταδικάσαν αυτόν δικαστήριον, ουδόλως θα μετέβαλε την εξενεχθείσαν κρίσιν του περί της ενοχής του αιτούντος διά τας προδιαληφθείσας αξιοποίνους πράξεις. Τούτο δε, διότι η υπό του αιτούντος και του συγκαταδικασθέντος του μεταφορά και κατοχή της προαναφερθείσης ποσότητος ναρκωτικής ουσίας δεν αναιρείται εκ του ότι αυτή ανήκεν εις τον ανωτέρω ΒΒ, που κατά πάσαν περίπτωσιν εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου επιβεβαιούται. Κατ'ακολουθίαν καθίσταται σαφές, ότι δεν προέκυψαν νέαι αποδείξεις άγνωστοι εις τους δικάσαντας δικαστάς, καθιστώσαι φανερόν, ότι ο αιτών είναι αθώος. Συνεπώς η ανωτέρω αίτησις είναι αβάσιμος. Επειδή κατ'ακολουθίαν των εκτεθέντων πρέπει, κατά τα άρθρα 525 παρ. 1, 527 παρ. 1 και 3, 528 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ., να απορριφθή η υπό κρίσιν αίτησις και να καταδικασθή ο αιτών εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνομεν: Ι. Να απορριφθή η υποβληθείσα την 22αν Σεπτεμβρίου 2008 αίτησις του Χ, κρατουμένου εις το κατάστημα Κρατήσεως ..., περί επαναλήψεως προς το συμφέρον αυτού της αμετακλήτως περατωθείσης ποινικής διαδικασίας, διά της υπ'αριθμ. 1003/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. ΙΙ. Να καταδικασθή ο αιτών εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ. Αθήνα 13 Δεκεμβρίου 2008 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ι. Ζύγουρας" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. ΙI. Με την υπό κρίση από 22-9-2008 αίτηση, με την οποία ο αιτών ΑΑ επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη 1003/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε για τις πράξεις: α) της μεταφοράς και β) της κατοχής κατ εξακολούθηση ναρκωτικών ουσιών, κατ επάγγελμα, κατά συνήθεια και ως υπότροπος και του επιβλήθηκε ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή 30.000 ευρώ, ισχυριζόμενος, ότι, από τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται σ' αυτή, γίνεται φανερό ότι είναι αθώος τουλάχιστον της μιας από τις δύο πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ.1 ΚΠΔ και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσία. ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την υπ' αριθμό 1003/2007 απόφασή του, που κατέστη αμετάκλητη, όπως τούτο συνάγεται από το ... πιστοποιητικό της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, κήρυξε ένοχο τον αιτούντα και του επέβαλε ποινή ισόβιας κάθειρξης και χρηματική ποινή 30.000 ευρώ, για τις πράξεις της μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, κατά συναυτουργία από μη τοξικομανή και κατοχής από κοινού και μόνος ναρκωτικών, κατ εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και ως υπότροπος και ειδικότερα, του ότι: α) μετέφερε από κοινού με τον συγκαταδικασθέντα ΑΑ ηρωϊνη συνολικού βάρους 515 γραμμαρίων και β) κατείχε από κοινού με τον ανωτέρω συγκαταδικασθέντα την ανωτέρω ποσότητα ηρωϊνης, καθώς και μόνος ποσότητα 0,5 γραμ. της αυτής ναρκωτικής ουσίας. Την μεταφορά την ομολόγησε ο αιτών. Αντίθετα αρνήθηκε την κατοχή και πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι εκβιάσθηκε να μεταφέρει τα ναρκωτικά και να τα παραδώσει σε συγκεκριμένο σημείο και άτομο για λογαριασμό του κατονομασθέντος συμπατριώτη του ΒΒ, στον οποίο και ανήκε η εν λόγω ποσότητα, αναγκάσθηκε δε να υποκύψει στον εκβιασμό, διότι χρωστούσε χρήματα στον ανωτέρω και δεχόταν απειλές κατά της ζωής του. Μάλιστα κατά του εν λόγω ατόμου είχε υποβάλλει και την ... έγκληση, την οποία επικαλέσθηκε στο 5μελές Εφετείο και προσκόμισε αντίγραφό της, το οποίο αναγνώσθηκε και συνεκτιμήθηκε μετά των λοιπών αναγνωσθέντων εγγράφων, που αναφέρονται στη σελ. 11 της αποφάσεως. Το ισχυρισμό αυτό, η παραδοχή του οποίου θα οδηγούσε σε αθωωτική κρίση για την πράξη της κατοχής της μεταφερθείσης ως άνω ποσότητας ηρωϊνης, απέρριψε το Δικαστήριο και τον κήρυξε ένοχο και της πράξεως αυτής. Ο αυτός ισχυρισμός αποτελεί και το περιεχόμενο της κρινόμενης αιτήσεως, με την οποία ο αιτών επικαλείται και την ανωτέρω μήνυσή του, αντίγραφο της οποίας και κατέθεσε μετά τη συζήτηση και τέθηκε στη δικογραφία. (βλ. επ αυτής από 2-12-2009 βεβαίωση της γραμματέως της έδρας). Στην μήνυση αυτή επισυνάπτεται και αντίγραφο ομοίου περιεχομένου μηνύσεως του αιτούντος που φέρει ημερομηνία 23-9-2008 δηλαδή την επομένη της καταθέσεως της κρινόμενης αιτήσεως και απευθύνεται στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λαμίας, χωρίς όμως να φέρει πράξη καταθέσεως ή άλλη βεβαίωση περιελεύσεως της στην ανωτέρω Εισαγγελία. Το στοιχείο λοιπόν αυτό δεν είναι νέο κατά την ανωτέρω έννοια της διατάξεως του άρθρου 525 ΚΠΔ, αλλά τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, εκτιμήθηκε και απορρίφθηκε, η τυχόν δε μη ορθή αξιολόγηση και εκτίμησή του από το Δικαστήριο εκείνο, όπως λέχθηκε ανωτέρω, δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αιτών. Επίσης νέο κρίσιμο αποδεικτικό στοιχείο, το οποίο αν είχαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση θα κατέληγαν σε αθωωτική απόφαση ή σε καταδίκη για λιγότερες αξιόποινες πράξεις, δεν αποτελεί η επικαλούμενη απ αυτόν από 23-9-2008 μήνυση, αντίγραφο της οποίας, όπως λέχθηκε προσκομίσθηκε και τέθηκε στη δικογραφία μετά τη συζήτηση, αφού είναι του αυτού περιεχομένου με την προηγουμένη, που λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο που απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό του αιτούντος και εξέδωσε την καταδικαστική και για τις δύο πράξεις απόφαση συνεκτιμήθηκε δε και αξιολογήθηκε μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων, μάλιστα ο αιτών και με τις δύο μηνύσεις πρότεινε τους αυτούς μάρτυρες. Δεν επικαλείται δε ο αιτών κάποια δικονομική εξέλιξη της μηνύσεως του, ούτε προσκομίζει κάποιο περί αυτής αποδεικτικό στοιχείο, το οποίο, από μόνο του ή συνεκτιμώμενο μετά των λοιπών που αξιολογήθηκαν από το Δικαστήριο, θα οδηγούσε σε αθωωτική απόφαση ή σε διαφορετική ηπιότερη για τον αιτούντα δικαστική κρίση. Οι λοιποί ισχυρισμοί του αιτούντος συνιστούν αιτιάσεις κατά της καταδικαστικής αποφάσεως για κακή εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων όσον αφορά την καταδικαστική κρίση για την πράξη της κατοχής των ναρκωτικών και τη μη αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ, και δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, καθόσον τυχόν σφάλματα αξιολογήσεως και εκτιμήσεως των αποδεικτικών μέσων από το Δικαστήριο ή τυχόν παραλείψεις ή πλημμέλειες του Δικαστηρίου που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση δεν μπορούν, όπως ήδη τονίσθηκε, να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως και να ερευνηθούν στο πλαίσιο της παρούσης διαδικασίας, αφού αυτή δεν αποτελεί ένδικο μέσο. Κατά συνέπεια, από τα επικαλούμενα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει ότι, από αυτά, εκτιμώμενα, είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με τα προσκομισθέντα προηγουμένως στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την περατώσασα την ποινική διαδικασία ως άνω αμετάκλητη απόφαση, δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος των προαναφερόμενων αξιοποίνων πράξεων ή ότι αυτός καταδικάσθηκε άδικα έστω και για τη μία απ αυτές. Συνεπώς η αίτησή του είναι αβάσιμη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22-9-2008 αίτηση του Χ, κρατουμένου των δικαστικών φυλακών ..., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμό 1003/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Δεκεμβρίου
  1. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.