← Ελλάδα

ΑΠ 2280/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Αναβολής αίτημα

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2280 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Αναβολής αίτημα. Περίληψη: Μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών εισφορών ΙΚΑ. Στοιχεία εγκλήματος. Πότε είναι αιτιολογημένη η σχετική απόφαση. Λόγοι αναίρεσης: 1) για έλλειψη αιτιολογίας της παρεμπίπτουσας αποφάσεως με την οποία απορρίπτεται αίτημα αναβολής της δίκης. Το αίτημα υποβλήθηκε απαραδέκτως με την αίρεση έκδοσης καταδικαστικής απόφασης. 2) Για απόλυτη ακυρότητα λόγω συνεκτιμήσεως μη αναγνωσθέντος εγγράφου (ΠΕΕ). Δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα όταν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε δημοσίως, εφόσον τούτο αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου, 3) για έλλειψη αιτιολογίας και νομίμου βάσεως της περί ενοχής αποφάσεως αντιγραφή διατακτικού και πρωτόδικης, συσχέτιση αποδείξεων, αντιφάσεις, μη εκτίμηση δικαστικής απόφασης και καταθέσεως μάρτυρος, κλπ), 4) για απόρριψη χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αυτοτελή ισχυρισμού, ότι δεν είχε δυνατότητα να καταβάλει τις ασφαλιστικές εισφορές. Πρόκειται για αρνητικό της κατηγορίας (δόλου) ισχυρισμό, και 5) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και νομίμου βάσεως. Απορρίπτει αναίρεση. ΑΡΙΘΜΟΣ 2280/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 661/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 678/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Η απαιτούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ., εκτείνεται όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορούμενου για αναβολή της δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 349 του ΚΠΔ (αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια), ή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 59 του ΚΠΔ (προδικαστικά ζητήματα στην ποινική δίκη), η παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, με την προϋπόθεση όμως ότι έχει υποβληθεί κατά τρόπο ορισμένο και είναι παραδεκτή, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του δικαστηρίου κρίση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης 661/08 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, με την οποία ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, καταδικάσθηκε για τις πράξεις της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών εισφορών προς το ΙΚΑ (αρ.1 του ΑΝ 86/1967), σε ποινή φυλάκισης 4 μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία, οι συνήγοροι του αναιρεσείοντος, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, αφού ανάπτυξαν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, υπέβαλαν εγγράφως τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς τους και ζήτησαν την αθώωση αυτού, άλλως, επικουρικώς, ζήτησαν, όπως κατά λέξη αναφέρεται στα πρακτικά της δίκης, "να ανασταλεί η, σε βάρος μου, ποινική διαδικασία ενόψει καταθέσεως εκ μέρους της εταιρείας, εκπροσωπούμενης από τον Α (ευλόγως, αφού αυτός ενδιαφέρεται, ως αποκλειστικώς υπεύθυνος) αιτήσεως για ρύθμιση των προς το ΙΚΑ χρεών. Άλλωστε το ΙΚΑ έχει ήδη αναγγελθεί σε σχετικό πλειστηριασμό, ώστε σύντομα θα εξοφληθεί η, όποια απαίτησή του". Στο αίτημα όμως αυτό του κατηγορούμενου, έτσι όπως είχε υποβληθεί, δηλαδή, αφενός με την αίρεση ότι το Δικαστήριο θα κατέληγε προηγουμένως σε καταδικαστική για τον κατηγορούμενο απόφαση, το Δικαστήριο όχι μόνο δεν είχε την υποχρέωση να απαντήσει, αλλά ούτε και ήταν εφικτό, αφού η έρευνα της βασιμότητας του αιτήματος, προϋπόθετε την προηγούμενη περί της ενοχής κρίση. Περαιτέρω με την πιο πάνω διατύπωση το εν λόγω αίτημα, δεν ήταν σαφές αν επρόκειτο για αίτημα αναστολής της δίκης ή για αίτημα αναβολής λόγω σημαντικών αιτίων κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ. Επισημαίνεται δε ότι, ανεξάρτητα αν τα αναφερόμενα πιο πάνω στο αίτημα περιστατικά, αληθινά υποτιθέμενα, θα συνιστούσαν σημαντικό αίτιο αναβολής της δίκης, αυτά εκτίθενται αορίστως και ασαφώς. Ειδικότερα δεν ανέφερε σαφώς ο κατηγορούμενος, αν είχε ήδη υποβληθεί αίτηση για τη ρύθμιση των χρεών, ή αν επρόκειτο να υποβληθεί ("ενόψει καταθέσεως....") και σε καταφατική περίπτωση ποία τα στοιχεία προσδιορισμού της. Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο εκτίμησε το αίτημα αυτό, ως αίτημα αναβολής, και το απέρριψε στο τέλος του περί της ενοχής του κατηγορουμένου σκεπτικού του " ...αφού ούτε καν έχει υποβληθεί αίτηση ρύθμισης των χρεών των οποίων είναι άδηλος ο χρόνος εξόφλησης ακόμη και η ίδια και η εξόφληση είτε μέσω του πλειστηριασμού είτε άλλως πως... ". Στην κρίση του αυτού οδηγήθηκε το Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα αναφερόμενα, στην αρχή του περί της ενοχής σκεπτικού του, αποδεικτικά μέσα. Η αιτιολογία αυτή της παρεμπίπτουσας αποφάσεως, κατά την οποία οι προβαλλόμενοι από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο λόγοι δεν είναι βάσιμοι και δεν συνιστούν σημαντικά αίτια αναβολής, είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη, και οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Οι προβαλλόμενες δε περαιτέρω από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις ότι από τα αναφερόμενα στην αίτηση έγγραφα προέκυπτε η βασιμότητα των πιο πάνω ισχυρισμών του, απαραδέκτως προβάλλονται, διότι πλήττουν την περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως ο πρώτος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ και Η' του Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως, για αναιτιολόγητη απόρριψη της αιτήσεως του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος για αναβολή της δίκης, και συνακόλουθα για υπέρβαση εξουσίας, λόγω του ότι το Δικαστήριο προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης και στην καταδίκη του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1 εδ. δ', 331 παρ. 1, 333, 364 και 510 παρ. 1 στοιχ. Α` ΚΠΔ προκύπτει ότι δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και δεν δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί ενοχής ή όχι του κατηγορουμένου κρίσης του, έλαβε υπόψη έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε δημοσίως, εφόσον τούτο αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου και, συνεπώς, αναπόσπαστο μέρος της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε σε βάρος του κατηγορουμένου για κάποιο έγκλημα, αφού αυτός, προς αντίκρουση του εγγράφου τούτου, μπορεί, κατ` άρθρο 358 ΚΠΔ να εκθέσει τις απόψεις του και να δώσει τις αναγκαίες εξηγήσεις περί τούτου. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` σχετικός λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, κατά τον οποίο επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω συνεκτιμήσεως μη αναγνωσθέντος εγγράφου, διότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου στήριξε την σε βάρος του αναιρεσείοντος στην ..... Π.Ε.Ε. ΙΚΑ Λουτρακίου, "χωρίς αυτό να αναγνωσθεί κατά την αποδεικτική διαδικασία και χωρίς το περιεχόμενο του να προκύπτει από άλλα, νομίμως ληφθέντα υπόψη, αποδεικτικά στοιχεία", πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, δεδομένου ότι το παραπάνω έγγραφο, αποτελώντας στοιχείο του κατηγορητηρίου, όπως αυτό προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτού, και, κατά συνέπεια, αναπόσπαστο μέρος της κατά του αναιρεσείοντος ποινικής δίωξης, καθιστούσε δυνατόν σε αυτόν, προς απόκρουση του περιεχομένου τούτου, να εκθέσει, κατ` άρθρο 358 ΚΠΔ, τις περί αυτού απόψεις του και να δώσει τις αναγκαίες εξηγήσεις. ΙΙI. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του ΑΝ 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον ίδιο, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφαλίσεως ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν, με σκοπό απόδοσης στους κατά την παρ. 1 οργανισμούς και δεν καταβάλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ.1 και 5 του ΑΝ 1846/1951, όπως έχουν τροποποιηθεί, προκύπτει ότι, για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης νοείται, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.5 του ΑΝ 1846/195, ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα για λογαριασμό των οποίων, τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, παρέχουν την εργασία τους. Τέλος, κατά το άρθρο 16 του κανονισμού ασφαλίσεως του ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών, ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ.3 του ΑΝ 1846/1951,ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ, μέχρι το τέλος του επόμενου μηνός από το χρόνο που έχει ορισθεί. Κατ' ακολουθία αυτών, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, αποφάσεως, για καθυστέρηση δηλαδή καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ, πρέπει, ενόψει του περιεχομένου των πιο πάνω ουσιαστικών διατάξεων, να περιέχονται σε αυτήν τα πιο πάνω κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο προαναφερομένων εγκλημάτων. Ειδικότερα πρέπει να εκτίθεται η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση του προσωπικού που είναι ασφαλισμένο στο ΙΚΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας - εκ του οποίου (χρόνου απασχόλησης), προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως- και τα χρηματικά ποσά που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στο ΙΚΑ, ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε. Δεν αποτελεί, όμως, στοιχείο προς θεμελίωση τη αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που προβλέπεται και τιμωρείται από τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 86/1967, ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποιοι ήταν αυτοί, και πόσο χρόνο εργάστηκε ο καθένας τους στον υπόχρεο, ούτε οι τακτικές αποδοχές του καθενός εξ αυτών. Ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού, που συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεων, είναι κρίσιμος όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών λόγω παραγραφής. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της απόφασης (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ' εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ειδικότερα όταν το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθεται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Η επιβαλλόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ισχυρισμός, όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής με την πιο πάνω έννοια, γι αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περιπτ. Ε του ΚΠΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 26815/2008 απόφασή του με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, προέκυψαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος είναι λογιστής. Αυτός από 30/6/2000 εν γνώσει των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η Α.Ε. "CASCO INTERNATIONAL ABEE" και ο μέτοχός της Α, αφού ήταν λογιστής της εταιρείας και ακριβώς για να εμφανισθεί αξιόπιστο συναλλακτικό πρόσωπο της εταιρείας ανέλαβε Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής, όπως αποδεικνύεται και από την ένορκη κατάθεση του Α ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών που περιέχεται στην 62305/2006 απόφαση αυτού, που προσκομίστηκε από τον ίδιο τον κατ/νο. Ο κατ/νος είχε ουσιαστική συμμετοχή στην πορεία της εταιρείας και αμοιβόταν για την εργασία του. Το γεγονός ότι αυτός είχε με πληρεξούσιο εξουσιοδοτήσει και τους Α και Β να ενεργούν για την εταιρεία δεν μειώνει την δική του ευθύνη και συμμετοχή στα της εταιρείας, αφού μάλιστα λόγω των γνώσεων του ως λογιστή, όσον και ειδικότερα λόγω της προηγούμενης ενασχολήσεως του με την εταιρεία γνώριζε την κακή οικονομική κατάσταση της και παρ' όλα αυτά ανέλαβε Πρόεδρος Δ.Σ. και Δ/νων Σύμβουλος αυτής. Επομένως οι σχετικοί αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατ/νου πρέπει να απορριφθούν. Ετσι ισχυρισμοί του κατ/νου πρέπει να απορριφθούν. Ετσι ο κατ/νος στο ..... για έξι

(6)μισθωτούς της ανωτέρω επιχείρησης για τους οποίους συντάχθηκε η ..... ΠΕΕ ΙΚΑ Λουτρακίου και Δεκέμβριο 2001 δεν κατέβαλε 2.969,92 ευρώ για ασφαλιστικές εργοδοτικές εισφορές και 1484,96 ευρώ για εργατικές εισφορές παρακρατώντας παράνομα και υπαίτια αυτές. Για την δεύτερη πράξη πρέπει να κηρυχθεί αθώος ο κατ/νος γιατί κατά το άρθρο 33 Ν. 3346/2005 που ως ευμενέστερο (άρθρο 2 Π.Κ.) εφαρμόζεται το ποιο είναι κατώτερο των 2.000 ευρώ και συνεπώς η πράξη δεν είναι αξιόποινη. Για την πρώτη πράξη ο κατ/νος (αφού απορριφθεί το αίτημα αναβολής του αφού ούτε καν έχει υποβληθεί αίτηση ρύθμισης των χρεών των οποίων είναι άδηλος ο χρόνος εξόφλησης ακόμα και η ίδια και η εξόφληση είτε μέσω του πλειστηριασμού είτε άλλως πως) πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αφού όμως του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων (άρθρο 8426 Π.Κ.) αφού δεν ήταν ο ιδιοκτήτης αλλά απλός συνεργάτης της εταιρείας που εν γνώσει δέχθηκε να εξυπηρετήσει τους μετόχους αυτής. Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα του ότι, ως εργοδότης, της πιο πάνω αναφερόμενης επιχείρησης, "έχοντας απασχολήσει κατά το χρονικό διάστημα από 7/2000 μέχρι 12/2001 στην επιχείρηση του αυτή, προσωπικό με σχέση εξαρτημένης με αμοιβή εργασίας, που ασφαλίζονταν στο ίδρυμα Κοινωνικής Ασφάλισης, σε Οργανισμό δηλ. Κοινωνικής Ασφάλισης υπαγόμενο στο Υπουργείο Εργασίας και τώρα στο Υπουργείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων... έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιο ασφαλιστικών εισφορών (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ποσού 2.969,92 ευρώ, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό, μέσα στον μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές αυτές έγιναν απαιτητές, κατέστη για αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση... ", ενώ κήρυξε αθώο αυτόν για άλλη συναφή πράξη (διότι δεν ήταν αξιόποινη, κατά το άρ. 33 του μεταγενέστερου ευνοϊκότερου νόμου 3346/05). Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος της πιο πάνω αξιόποινης πράξεως (με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2β του ΠΚ), οι οποίες, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνιστούν παραβάσεις των διατάξεων των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 παρ.1 του ΠΚ και του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ΑΝ 86/67, και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία χρόνια. Με τις παραδοχές του αυτές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα αναφέρεται, εκτός των άλλων, το ύψος των εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, η επιχείρηση που απασχόλησε τους μισθωτούς της με σχέση εξαρτημένης εργασίας, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο απασχολήθηκαν οι μισθωτοί αυτοί, (εκ του οποίου χρόνου απασχόλησης, προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως), ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης που υπαγόταν στο Υπουργείο Εργασίας και συγκεκριμένα το ΙΚΑ, στο οποίο ήταν ασφαλισμένοι οι μισθωτοί και η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της πιο πάνω ανώνυμης εταιρείας, από την οποία απορρέει η υποχρέωσή του για την πληρωμή εισφορών. Εκτός από τα παραπάνω στοιχεία, δεν ήταν απαραίτητο να προσδιορίζονται, άλλα στοιχεία και, συνεπώς, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμες. Ειδικότερα οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, εκτός άλλων, διότι "αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού της αποφάσεως και το τελευταίο συνιστά μόνον αντιγραφή του κατηγορητηρίου", αλλά και ότι "αποτελεί απλή αντιγραφή του σκεπτικού της υπ' αριθμ. 8428/03 πρωτόδικης καταδικαστικής αποφάσεως", ανεξαρτήτως της αοριστίας τους, αφού δεν αναφέρονται οι συγκεκριμένες ελλείψεις της αιτιολογίας, δεδομένου ότι μόνο η επανάληψη του κατηγορητηρίου στο σκεπτικό, δεν καθιστά την απόφαση αναιτιολόγητη, είναι και αβάσιμες. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του κατηγορητηρίου, αλλά και της πρωτόδικης απόφασης, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποτελεί απλή αντιγραφή αυτών, αλλά διαλαμβάνει και δικές της σκέψεις και μάλιστα κατά σημαντικό μέρος της, ενώ επιπλέον δεν ήταν αναγκαία η "συσχέτιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και των από αυτή προκυψάντων πραγματικών περιστατικών", κατά τις αβάσιμες, επίσης, αιτιάσεις του αναιρεσείοντος. Εξάλλου ουδεμία αντίφαση ενέχει η παραδοχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά την οποία ο κατηγορούμενος "ήταν πρόεδρος του Δ.Σ. και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας" με την παραδοχή του αυτού σκεπτικού, ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν ο ιδιοκτήτης, αλλά απλός συνεργάτης της εταιρείας, που εν γνώσει του δέχτηκε να εξυπηρετήσει τους μετόχους αυτής, αφού η ιδιότητα του εκπροσώπου και του πρόεδρου του Δ.Σ. και του διευθύνοντος συμβούλου της ανώνυμης εταιρείας δεν προϋποθέτει και την "ιδιοκτησία" της εταιρείας. Τέλος το Δικαστήριο, όπως προκύπτει από το πιο πάνω σκεπτικό του, έλαβε υπόψη του όλα τα αναφερόμενα σε αυτό αποδεικτικά μέσα, επομένως και την κατάθεση του μάρτυρος υπερασπίσεως Γ, καθώς και την 62305/2006 απαλλακτική για τον κατηγορούμενο απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, της οποίας μάλιστα κάνει ειδική μνεία. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και κακής ερμηνείας και εφαρμογής των πιο πάνω ποινικών διατάξεων, με τις προαναφερόμενες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατά τα λοιπά, όλες οι διαλαμβανόμενες στη κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις κατά τις οποίες το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του και δεν αξιολόγησε τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, καθόσον εξ αυτών προκύπτει η αθωότητά του, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ο αναιρεσείων με τον υπό στοιχείο Β.11 λόγο αναίρεσης προβάλει την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τον αυτοτελή ισχυρισμό του ότι δεν είχε τη δυνατότητα να καταβάλει τις ασφαλιστικές εισφορές, αφού: "α) Δεν τις γνώριζα και β) δεν είχα τη διαχείριση των οικονομικών της εταιρείας, διότι γ) μοναδικός μέτοχος και εν τοις πράγμασι διαχειριστής της περιουσίας της και νόμιμος εκπρόσωπος της ήταν ο Α, στον οποίο, μάλιστα, δ) είχα εκχωρήσει και όλες τις εξουσίες μου με ειδικό πληρεξούσιο και σχετικά πρακτικά του ΔΣ, τα οποία, μάλιστα, είχαν δημοσιευθεί και στο ΦΕΚ, πράγμα που δέχεται και η προσβαλλομένη, ...". Οι πιο πάνω όμως ισχυρισμοί δεν είναι αυτοτελείς, ώστε η απόρριψη αυτών να απαιτεί ειδική αιτιολογία, αλλά πρόκειται για απλούς υπερασπιστικούς, αρνητικούς της κατηγορίας, ισχυρισμούς. Ειδικότερα, δεν δύναται να εκτιμηθεί ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός συνιστά σαφή και ορισμένο, αυτοτελή ισχυρισμό περί συγγνωστής νομικής πλάνης, ούτε άλλωστε, ο αναιρεσείων τον χαρακτηρίζει κατά τον τρόπο αυτό. Ανεξαρτήτως αυτών, στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται ειδική και εμπεριστατωμένη ατιολογία με την οποία αποκρούονται οι πιο πάνω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, εκτιμώμενοι ως αρνητικοί της υπαιτιότητας (δόλου) αυτού και, συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Δ του ΚΠΔ σχετικός λόγος αναίρεσης, για έλλειψη αιτιολογίας της απορρίψεως του πιο πάνω ισχυρισμού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση, και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24/3/2008 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως (αρ. πρωτ. 2656/2008) του Χ για αναίρεση της 661/08 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Οκτωβρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.