Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2284 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Αίτηση επανάληψης διαδικασίας καταδικασθέντων για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα, κλπ, με την επίκληση μεταγενέστερης απαλλακτικής αποφάσεως. Αίτηση αναστολής εκτελέσεως της ποινής κατά διάταξη του άρθρου 529 ΚΠΔ. Έχει ως προϋπόθεση ότι εκτίεται από τον αιτούντα η ποινή που του επιβλήθηκε. Απορρίπτει αίτηση αναστολής ποινής που έχει ανασταλεί η εκτέλεση. Ερημοδικία του ενός αιτούντος. Αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας κατά τις περ. 2 και 4 του άρθρου 525 ΚΠΔ. Έννοια νέων γεγονότων - αποδείξεων. Η ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται και στην περίπτωση εκείνη, κατά την οποία μετά από αμετάκλητη καταδίκη αποδεικνύεται ότι ο καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα. Προϋποθέσεις. Πρέπει να συντρέχουν οι κατά του άρθρο 57 παρ. 1 ΚΠΔ όροι του δεδικασμένου με την αθωωτική απόφαση ή το βούλευμα. Όχι ταυτότητα πράξεως όταν ο παθών διαφέρει. Αιτιάσεις που επιδιώκουν τον από ουσιαστικής πλευράς έλεγχο της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι απαράδεκτες. ΑΡΙΘΜΟΣ 2284/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιο Κανελλόπουλο (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αιτούντων:
- Χ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευανθία Κουλούκη και
- Χ2, που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, για Α) επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 9472/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και Β) για αναστολή εκτελέσεως της ποινής που επιβλήθηκε με την ανωτέρω απόφαση. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αιτούντες ζητούν τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Αυγούστου 2007 αίτησή τους, καθώς και στην από 31 Μαρτίου 2008 αίτηση του πρώτου των αιτούντων αναστολής εκτελέσεως της ποινής που επιβλήθηκε με την ως άνω απόφαση, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1512/
- Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τις προτάσεις του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμούς 449/13.11.2007 και 314/9.6.2008, στις οποίες αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τα άρθρα 527 § 3 και 528 § 1 Κ.Π.Δ., την από 30-8-2007 αίτηση των Χ1 και Χ2, με την οποία ζητούν την επανάληψη της διαδικασίας επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθ. 9472/7-10-2005 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και εκθέτω τα εξής: Με την ανωτέρω απόφαση καταδικάσθηκε ο πρώτος αιτών για τις αξιόποινες πράξεις: 1) Της ψευδούς καταμηνύσεως κατ'εξακολούθηση που τέλεσε στην Αθήνα στις 30-12-1998, 25-4-2000, 10-7-2000 και 6-6-
- 2) Της ψευδορκίας μάρτυρα κατ'εξακολούθηση που τέλεσε στις 30-12-1998, 25-4-2000, 6-6-2000 και 10-7-
- 3) Της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατ'εξακολούθηση και 4) Της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή ανώμοτη κατάθεση (άρθρα 94 § 1, 98, 229 § 1, 224 § § 1 και 2, 225 § 1 και 227 Π.Κ.)Με την ίδια απόφαση καταδικάσθηκε ο δεύτερος αιτών για τις αξιόποινες πράξεις: 1) της ψευδορκίας μάρτυρα και2) της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης (άρθρα 224 § § 2 και 1 Π.Κ.). Η απόφαση αυτή έχει καταστεί αμετάκλητη, όπως προκύπτει από τη συνημμένη υπ'αριθ. 463/2007 απόφαση του δικαστηρίου σας και το υπ'αριθ. πρωτ. 1487/2007 πιστοποιητικό του γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Με την υπό κρίση αίτηση ζητούν οι παραπάνω αιτούντες την κατ'άρθρο 525 επ. Κ.Π.Δ. επανάληψη της διαδικασίας, προς όφελός τους, που περατώθηκε με την ανωτέρω σε βάρος τους αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, επικαλούμενοι τη συνδρομή νέων αγνώστων στοιχείων-γεγονότων-,αγνώστων στο δικαστήριο που τους καταδίκασε, τα οποία κατ'αυτούς καθιστούν φανερό ότι είναι αθώοι των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκαν, ακόμη δε επικαλούνται την μεταγενέστερα εκδοθείσα υπ'αριθμ. 60611/13-10-2005 αθωωτική απόφαση του Ε' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ισχυρίζονται ότι αθωώθηκαν για τα ίδια αδικήματα "που αφορούν τον Ι. Ναό του Αγ. Σάββα του .....", η οποία απόφαση κατέστη αμετάκλητη. Κατά συνέπεια η κρινόμενη αίτηση είναι τυπικά δεκτή, αφού στρέφεται κατά της αποφάσεως Εφετείου (άρθρα 527 § § 1 και 3 και 528 § 1 Κ.Π.Δ.). Κατά το άρθρο 525 § § 1 και 2 του Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, στις περιπτώσεις που προβλέπονται περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο, μεταξύ των οποίων είναι και οι περιπτώσεις των εδαφίων 2 και
- Κατά την περίπτωση του εδαφίου 2, αν μετά την οριστική καταδίκη αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμώ με εκείνα, που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και τα έγγραφα της δικογραφίας. Δεν μπορούν δε να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικάσαντες δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ'αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς επανέλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, αφού η επανάληψη της διαδικασίας δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 479/2006 Π.Χρ. ΝΣΤ'/925 και ΑΠ 1717/2002 Π.Χρ. ΝΓ/642). Περαιτέρω κατά την περίπτωση 4 της παραγράφου 1 του άρθρου 525 Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις περιοριστικά αναφερόμενες στο άρθρο αυτό περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και εκείνη κατά την οποία μετά την αμετάκλητη καταδίκη αποδεικνύεται ότι ο καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση. Από τη διάταξη αυτή με σαφήνεια προκύπτει ότι η επανάληψη της διαδικασίας συγχωρείται όταν υπάρχουν δύο αντιφατικές αμετάκλητες αποφάσεις περί του αιτούντος από τις οποίες η μία είναι καταδικαστική και η άλλη αθωωτική για την ίδια κατηγορία και για το ίδιο έγκλημα του ίδιου δράστη, εφόσον το αθωωτικό δεδικασμένο ήταν άγνωστο στο δικαστήριο που δίκασε, αδιαφόρου όντος εάν η αθωωτική απόφαση είχε καταστεί αμετάκλητη πριν ή μετά την αμετάκλητη καταδίκη, αρκούντος ότι αυτή ήταν άγνωστη στο δικαστήριο που δίκασε γιατί δεν είχε υποβληθεί στην κρίση του για οποιοδήποτε λόγο (ΑΠ 650/2000 Π.Χρ. ΝΑ/34). Η αμετάκλητη αθώωση πρέπει να αφορά την ίδια πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε κάποιος αμετάκλητα κατά την έννοια του άρθρου 57 Κ.Π.Δ. προς στοιχειοθέτηση του δεδικασμένου. Δεν υπάρχει δε ταυτότητα πράξεως στην περίπτωση που υπάρχει διαφορά ως προς το πρόσωπο του παθόντος (ΑΠ 858/2004 Π.Χρ. ΝΕ/322) Σύμφωνα με το διατακτικό της ως άνω αποφάσεως για την οποία ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας, οι αιτούντες καταδικάσθηκαν για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις. Από το περιεχόμενο της κρινόμενης αίτησης προκύπτει το μεν ότι αυτή αναφέρεται σε γεγονότα και αποδείξεις που τέθηκαν υπόψη του Α' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών που εξέδωσε την υπ'αριθμ. 9472/7-10-2005 απόφασή του, της οποίας ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας και συνεπώς δεν είναι νεώτερα γεγονότα κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 525 § 2 Κ.Π.Δ., αλλ'ότι επιδιώκεται δια της αναφοράς των ίδιων γεγονότων δια της κρινόμενης αίτησης ο επανέλεγχος της κριθείσης ήδη αμετακλήτως υποθέσεως, το δε ότι η νεώτερη υπ'αριθ. 60611/13-10-2005 αθωωτική απόφαση του Ε' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, αναφέρεται σε άλλες πράξεις διαφορετικές κατά χρόνο τελέσεως από αυτές που έκρινε η υπ'αριθ. 9472/7-10-2005 απόφαση, στρεφόμενες εναντίον άλλου παθόντος και δη του Νικ. Λιόλιου, όπως προκύπτει από τη σύγκριση των πρακτικών των δύο αυτών αποφάσεων. Κατ'ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως κατ'ουσία αβάσιμη και να καταδικασθούν οι αιτούντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η από 30-8-2007 αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας των Χ1 και Χ2, και να καταδικασθούν αυτοί στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 8 Νοεμβρίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας, την από 31-3-2008 αίτηση του Χ1, με την οποία ζητεί να ανασταλεί κατ'άρθρο 529 Κ.Π.Δ. η εκτέλεση της υπ'αριθ. 9472/2005 αποφάσεως του Α' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε αμετακλήτως σε συνολική φυλάκιση 16 μηνών η οποία ανεστάλη επί τριετία και εκθέτω τα ακόλουθα: Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 529 Κ.Π.Δ., που ορίζει ότι "Μόλις υποβληθεί η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, το Συμβούλιο που είναι αρμόδιο να την κρίνει, αποφαίνεται μέσα σε τρεις ημέρες, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα, για την αναστολή ή μη της εκτέλεσης της ποινής που εκτίει ο καταδικασμένος", προκύπτει ότι δικαίωμα υποβολής αίτησης για αναστολή εκτελέσεως της ποινής που του επιβλήθηκε έχει ο καταδικασθείς όταν άρχισε να εκτίει την επιβληθείσα ποινή. Συνεπώς, σε αντίθετη περίπτωση, εκείνη δηλαδή κατά την οποία δεν άρχισε εκτιόμενη η επιβληθείσα ποινή, η περί αναστολής εκτέλεσης της ποινής αίτηση του καταδικασθέντος είναι άνευ αντικειμένου και γι'αυτό απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΑΠ 1440/1999). Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση διώκεται η αναστολή εκτελέσεως της ποινής των 16 μηνών που επιβλήθηκε στον αιτούντα με την υπ'αριθ. 9472/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία όχι μόνον δεν εκτίεται, αλλά ανεστάλη επί τριετία. Είναι λοιπόν κατά ταύτα άνευ αντικειμένου η κρινόμενη αίτηση και γι'αυτό πρέπει να απορριφθεί. Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω: Να απορριφθεί η από 31-3-2008 αίτηση του Χ1, περί αναστολής εκτέλεσης της ποινής που του επιβλήθηκε με την υπ'αριθ. 9472/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Αθήνα 28 Μαΐου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του πρώτου αιτούντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 528 παρ.1 του ΚΠΔ αρμόδιο να αποφασίσει την αίτηση επαναλήψεως τη συζήτησης είναι , κατά τις διακρίσεις του άρθρου 527 παρ.3 του ίδιου Κώδικα, το συμβούλιο Εφετών ή του Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. Προς τούτο προκειμένου για το συμβούλιο του Αρείου Πάγου, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αιτούντα. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 του ίδιου Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με χρονολογία 4 Απριλίου 2008 αποδεικτικό επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ....., ο αιτών Χ2, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την πιο πάνω συνεδρίαση και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ( σε Συμβούλιο). Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση, πρέπει, να συζητηθεί ερήμην του πιο πάνω αιτούντος. ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 529 Κ.Π.Δ προκύπτει ότι η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή αναστολή εκτελέσεως της ποινής που επιβλήθηκε στον αιτούντα την επανάληψη της διαδικασίας κατά το άρθρα 525 επ.ΚΠΔ, έχει ως προϋπόθεση ότι εκτίεται από αυτόν η ποινή που του επιβλήθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 31-3-2008 αίτησή του ο Χ1 ζητεί να ανασταλεί κατ' άρθρο 529 Κ.Π.Δ. η εκτέλεση της 9472/2005 αποφάσεως του Α' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε αμετακλήτως σε συνολική φυλάκιση 16 μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Συνεπώς, εφόσον η ποινή που επιβλήθηκε στον αιτούντα, όχι μόνον δεν εκτίεται, αλλά ανεστάλη επί τριετία, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περ.2 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για τα αυτά αξιόποινα αδικήματα, κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 ΚΠΔ, και στην περίπτωση εκείνη, κατά την οποία μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον δίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις ή νέα γεγονότα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι εκείνα που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση. Νέες αποδείξεις και νέα γεγονότα μπορεί να είναι μεταξύ άλλων και αθωωτικές αποφάσεις ή αθωωτικά βουλεύματα, για τα οποία δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 4 του ΚΠΔ με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με αυτές που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Περαιτέρω κατά την περ.4 της αυτής διατάξεως του άρθρου 525 του ΚΠΔ η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα και στην περίπτωση εκείνη, κατά την οποία μετά την αμετάκλητη καταδίκη αποδεικνύεται ότι ο καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, λόγος επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας υπέρ του καταδικασθέντος είναι η μετά την αμετάκλητη καταδίκη του αποκάλυψη αθωωτικού δεδικασμένου, αδιαφόρως αν αυτό συντελέσθηκε πριν από την αμετάκλητη καταδίκη ή μετά απ' αυτή, αρκεί, αν συντελέσθηκε πριν η καταδίκη καταστεί αμετάκλητη, ότι αυτό (αθωωτικό δεδικασμένο) ήταν άγνωστο στο δικαστήριο, ώστε να μην μπορεί να ληφθεί απ' αυτό υπόψη, και στον καταδικασθέντα, ώστε να μην μπορεί να προβληθεί, γιατί αν ήταν γνωστό έπρεπε να έχει προβληθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ή του Αρείου Πάγου ως λόγος αναιρέσεως, ή ότι ο καταδικασθείς δεν έλαβε γνώση της δίκης στην οποία συντελέσθηκε η αμετάκλητη καταδίκη ώστε να μπορεί να το προβάλλει. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι για να λάβει χώρα επανάληψη διαδικασίας σε περίπτωση αθωώσεως του καταδικασθέντος πρέπει α) το αθωωτικό δεδικασμένο να ήταν άγνωστο στους δικάσαντες και τον καταδικασθέντα και β) να συντρέχουν οι κατά το άρθρο 57 παρ. 1 του ΚΠΔ όροι του δεδικασμένου με την αθωωτική απόφαση ή το βούλευμα. Συνεπώς, η υπό κρίση από 30/8/2007 αίτηση των Χ1 και Χ2, με την οποία ζητούν την επανάληψη της διαδικασίας επί της οποίας εκδόθηκε η αμετάκλητη 9472/7-10-2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε ο πρώτος αιτών σε συνολική ποινή φυλάκιση 16 μηνών και ο δεύτερος σε συνολική ποινή φυλάκιση 12 μηνών, για τα αναφερόμενα στην αίτηση πλημμελήματα, ισχυριζόμενοι, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της αιτήσεώς των, ότι από τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται σε αυτή, γίνεται φανερό ότι είναι αθώοι, και, επιπλέον, επικαλούνται την 60611/13-10-2005 αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του Ε' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε μεταγενέστερα, με την οποία, όπως ισχυρίζονται, αθωώθηκαν για τα ίδια αδικήματα "που αφορούν τον Ι. Ναό του Αγ. Σάββα του .....", είναι νόμιμη, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ.3 και 528 παρ.1 ΚΠΔ και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσία. IV. Από παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων, προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την 99472/ 5-10-2005 αμετάκλητη ήδη απόφασή του, καταδίκασε τον πρώτο αιτούντα σε συνολική ποινή φυλάκιση 16 μηνών και το δεύτερο σε συνολική ποινή φυλάκιση 12 μηνών, το μεν πρώτο για τις αξιόποινες πράξεις 1) της ψευδούς καταμηνύσεως, κατ' εξακολούθηση, που τέλεσε στην Αθήνα στις 30-12-1998, 25-4-2000, 10-7-2000 και 6-6-2000, 2) της ψευδορκίας μάρτυρα, κατ' εξακολούθηση, που τέλεσε στις 30-12-1998, 25-4-2000, 6-6-2000 και 10-7-2000, 3) της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, κατ' εξακολούθηση και 4) της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή ανώμοτη κατάθεση, τον δε δεύτερο για τις αξιόποινες πράξεις 1) της ψευδορκίας μάρτυρα και 2) της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης. Ειδικότερα, Α) ο αιτών Χ1 κηρύχθηκε ένοχος του ότι 1 ) Στις 30-12-1998, 25-4-2000, 10-7-2000 και στις 6-6-2000, κατ' εξακολούθηση, καταμήνυσε ψευδώς τον Β με σκοπό να προκαλέσει την άσκηση ποινικής δίωξής του για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης δια του τύπου, ισχυριζόμενος εν γνώσει του ψευδώς στην εφημερίδα ".....", της οποίας ήταν διευθυντής, διάφορα περαστικά που είχαν σχέση με τον ναό του Αγ. Σάββα που ήταν κτισμένος, κατά τον Χ1 εντός ακινήτου συνιδιοκτησίας του, ενώ ο Β ισχυριζόταν εν γνώσει ψευδώς ότι ο ναός αυτός κτίστηκε σε χώρο που ανήκε στο Δημόσιο και έξω από την ευρισκόμενη πλησίον ιδιοκτησία του Χ
- Για όλες δε οι πιο πάνω ψευδείς καταγγελίες του κατηγορουμένου ο μηνυτής Β έχει ήδη απαλλαγεί με βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. 2) Στις 30 -12-1998, 25-4-2000, 6-6-2000 και στις 10-7-2000, κατ' εξακολούθηση, κατέθεσε ως μάρτυρας ενόρκως εν γνώσει του ψευδώς ότι το περιεχόμενο των πιο πάνω εγκλήσεών του ήταν αληθές και 3) Στις 12-5-2000, 16-5-2000, 16-6-2000 και στις 31-7-2000, κατ' εξακολούθηση, προκάλεσε την απόφαση στους συγκατηγορούμενους του να ψευδορκήσουν και να καταθέσουν εν γνώσει τους ψευδώς περιστατικά, κατά τα οποία ο ναός του Αγ. Σάββα ήταν κτισμένος εντός του ακινήτου συνιδιοκτησίας του και Β) Ο Χ2 κηρύχθηκε ένοχος του ότι στις 12-5-2000 και στις 31-7-2000, ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας, κατέθεσε ψευδώς ότι ο ναός του Αγ. Σάββα ήταν κτισμένος εντός του ακινήτου συνιδιοκτησίας του Χ1 και ότι εντός του ακινήτου αυτού έγινε και η επέκτασή του. Ακολούθως, με την 60611/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο αιτών Χ1 κρίθηκε αθώος, μεταξύ άλλων, και για τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης, ψευδορκίας μάρτυρα και ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα. Ειδικότερα κρίθηκε αθώος για το ότι 1) Καταμήνυσε, κατ'εξακολούθηση, ψευδώς στις 23-12-1999, 6-7-2000, 8-5-2000, 10-7-2000 για συκοφαντική δυσφήμηση τον αρχιμανδρίτη Γ, προκειμένου να επιτύχει την άσκηση ποινικής δίωξης του για το αδίκημα της αυτοδικίας και της απλής συνέργειας σε ψευδή ανώμοτι κατάθεση, ισχυριζόμενος, πλην άλλων, εν γνώσει του ψευδώς ότι ο ναός του Αγ. Σάββα ήταν κτισμένος εντός του ακινήτου συνιδιοκτησίας του. 2) Κατέθεσε ως μάρτυρας ενόρκως εν γνώσει του ψευδώς, κατ' εξακολούθηση στις 23-12-1999, 6-4-2000, 13-6-2000,, 8-5-2000 και βεβαίωσε ψευδώς ότι το περιεχόμενο των πιο πάνω μηνύσεών του ήταν αληθές και 3) Προκάλεσε την απόφαση στους συγκατηγορούμενους του να ψευδορκήσουν και να καταθέσουν, πλην άλλων, εν γνώσει τους ψευδώς ότι ο ναός του Αγ. Σάββα ήταν κτισμένος εντός του ακινήτου συνιδιοκτησίας του. Με την ίδια 60611/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ο αιτών Χ2, κρίθηκε αθώος, μεταξύ άλλων, και για τα αδικήματα της ψευδορκίας μάρτυρος και ειδικότερα του ότι στις 3-2-2000 κατέθεσε εν γνώσει ψευδώς ότι τον πιο πάνω ναό τον έκτισε ο πατέρας του μέσα στα όρια της ιδιοκτησίας του, την οποία κληρονόμησαν με τον συγκατηγορούμενο αδελφό του. Όπως δε προκύπτει από το σκεπτικό της αποφάσεως αυτής, το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην πιο πάνω, απαλλακτική για τους κατηγορούμενους, κρίση του, δεχόμενο ότι δεν υπήρχαν δύο ναοί (το ένα προσκυνητάρι) σε έκταση που διεκδικούσαν, τόσο οι κατηγορούμενοι, ως κληρονόμοι του πατέρα του, ο οποίος είχε κτίσει ένα μικρό ναό, τον οποίο μεγάλωσαν στη συνέχεια κάτοικοι της περιοχής και ότι ο πρώτος κατηγορούμενος έπραξε όσα έπραξε με την πεποίθηση ότι ο ναός βρισκόταν εντός της ιδιοκτησίας του, χωρίς να έχει πρόθεση να βλάψει τους αντιδίκους του, ενώ ο δεύτερος κατέθεσε τα πιο πάνω με την πεποίθηση ότι κατέθετε τα αληθή. Αντίθετα, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 99472/ 5-10-2005, απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο πατέρας των κατηγορουμένων είχε λάβει από την πολεοδομία άδεια για το κτίσιμο του ναού, πλην όμως αυτό δεν έγινε ποτέ, αλλά " στήθηκε" λίγο μακρύτερα πρόχειρο προσκυνητάρι, το οποίο αργότερα γκρεμίστηκε, όταν από τους κατοίκους της περιοχής και με τη βοήθεια του ίδιου του Χ1 κτίστηκε ο επίμαχος ναός, αλλά σε πλησίον ευρισκόμενη έκταση του Δημοσίου. Το Δικαστήριο δε αιτιολογεί τόσο τις παραδοχές του αυτές , όσο και τη γνώση των κατηγορουμένων, ότι ο πιο πάνω ναός δεν είχε κτισθεί επί της ιδιοκτησίας των αιτούντων - κατηγορουμένων, καθώς και τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των πράξεων για τις οποίες κρίθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι. Από τα πιο πάνω εκτεθέντα προκύπτει ότι οι πράξεις για τις οποίες οι αιτούντες κατηγορούμενοι αθωώθηκαν αμετακλήτως με την 60611/13-10-2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δεν αφορούν τις ίδιες πράξεις, με την έννοια του άρθρου 57 ΚΠΔ, για τις οποίες αυτοί καταδικάστηκαν, επίσης αμετάκλητα, με την 9472/5-10-2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου, πλην άλλων και προεχόντως, διότι διαφέρει το πρόσωπο του παθόντος. Συνεπώς η κρινόμενη αίτηση κατά το μέρος αυτής που ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 περ. 4 ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Απορριπτέα, όμως, είναι η κρινόμενη αίτηση και κατά το μέρος που διώκεται η επανάληψη της διαδικασίας, σύμφωνα με την διάταξη του ίδιου άρθρου 525 παρ.1 περ. 4 ΚΠΔ. Η 60611/13-10-2005 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, συνιστά μεν νέα απόδειξη, πλην όμως η απόδειξη αυτή εκτιμώμενη είτε μόνη της είτε σε συνδυασμό με αυτές που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, δεν καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι οι καταδικασμένοι είναι αθώοι ή καταδικάσθηκαν άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξαν. Τα αναφερόμενα στην αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας περιστατικά που αξιολογήθηκαν διαφορετικά με την 60611/13-10-2005 αθωωτική απόφαση, "για τα ίδια αδικήματα που αφορούν τον Ι. Ναό του Αγίου Σάββα" και δικαιολογούν, κατά τους αιτούντες, την επανάληψη της διαδικασίας είναι, όπως αναφέρεται στην κρινόμενη αίτηση, ότι στο σκεπτικό της αθωωτικής απόφασης αυτής αναφέρεται, ότι ο πατέρας των αιτούντων Α "με την 215/28-4-1988 δημόσια διαθήκη του μας άφησε, τον Ι. Ναό του Αγίου Σάββα που έκτισε το 1983 και επεκτάθηκε στο ίδιο σημείο το 1993 και δεν υπάρχουν δύο Ι. Ναοί...". Το γεγονός, όμως και μόνο ότι και οι δύο αποφάσεις αξιολόγησαν κατά διαφορετικό τρόπο τα πιο πάνω περιστατικά, δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, διότι τα περιστατικά αυτά δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως και ειδικώς, και απορρίφθηκαν από αυτούς, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, και μάλιστα, όπως και στην κρινόμενη αίτηση μνημονεύεται, αφού έλαβαν υπόψη τους, πλην άλλων και τα ίδια ακριβώς έγγραφα που είχαν προσκομίσει οι αιτούντες κατηγορούμενοι και στο Δικαστήριο που εξέδωσε την απαλλακτική για αυτούς απόφαση. Οι λοιπές αιτιάσεις της υπό κρίση αίτησης επιδιώκουν τον από ουσιαστικής πλευράς έλεγχο της προσβαλλόμενης αποφάσεως και είναι ως εκ τούτου απαράδεκτες και ως τέτοιες πρέπει να απορριφθούν, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στους αιτούντες (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30-8-2007 αίτηση των Χ1 και Χ2, με την οποία επιδιώκουν την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη 9472/7-10-2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καθώς και την από 31-3-2008 αίτηση του Χ1 για χορήγηση αναστολής εκτελέσεως της ποινής, που επιβλήθηκε με την παραπάνω απόφαση. Και Καταδικάζει τους αιτούντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ για τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου
- Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ