← Ελλάδα

ΑΠ 2285/2007 — Επανάληψη διαδικασίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2285 / 2007 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Επανάληψη διαδικασίας. Αόρι-στοι λόγοι. Τυχόν ακυρότητα της επιδόσεως κλήσεως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου καλύφτηκε. Ο κατηγορούμενος που δικάστηκε ερήμην στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν προέβαλε ακυρό-τητα με την έφεση, παρέστη στο Εφετείο και δεν προέβαλε σχετική εναντίωση. Έτσι τυχόν ακυρότητα καλύφτηκε, με συνέπεια η επίδοση να θεωρείται έγκυρη και να επέλθει αναστολή της παραγραφής. Απορ-ρίπτεται η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας ως απαράδεκτη ΑΡΙΘΜΟΣ 2285/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Mιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορούμενου Χ1 κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές Τρικάλων, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γαλάνη για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ΄ αριθμ. 9693/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Απριλίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 956/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου με αριθμό 9693/2005, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου σας , σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 1 και 528 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. την από 25-4-2007 αίτηση του Χ1 κρατουμένου στις Φυλακές Τρικάλων , με την οποία επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη υπ' αριθ. 9693/2005απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, διά της οποίας καταδικάσθηκε ο αιτών σε φυλάκιση 3 ετών για την αξιόποινη πράξη της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και φυλάκιση 5 μηνών για την αξιόποινη πράξη της παράβασης του νόμου περί μεσαζόντων και σε συνολική ποινή φυλάκισης 3 ετών και 2 μηνών και εκθέτω τα εξής: Επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επιτρέπεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου, εκτός των άλλων περιπτώσεων, που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. και αν μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, απεκαλύφθησαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως "κάνουν φανερό ", ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις είναι εκείνες που δημιουργήθηκαν μεταγενέστερα, καθώς και εκείνες που, αν και υπήρχαν δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και για το λόγο αυτό ήταν άγνωστες στους δικαστές που δίκασαν, την κρίση του δε ότι πρόκειται για νέες αποδείξεις ή γεγονότα, με την πιο πάνω έννοια, σχηματίζει το δικαστήριο που δικάζει την αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης και τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων συμπληρωματικές ή τροποποιητικές εκείνων, οι οποίες τέθηκαν υπ' όψη του δικαστηρίου, που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, νέα έγγραφα κλπ, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες ή σε συνδυασμό με αυτές, που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο να κάνουν φανερό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Η φράση "κάνουν φανερό" αποτελεί μεταφορά στη δημοτική γλώσσα του κειμένου του άρθρου 525 ΚΠΔ στην καθαρεύουσα, όπου η αντίστοιχη φράση ήταν "καθιστούν πρόδηλο", η οποία είχε ερμηνευθεί ότι είχε την έννοια ότι τα νέα στοιχεία πρέπει "να εγγίζουν την βεβαιότητα", περί αθωότητας (ΑΠ 1546/1984 ΠΧρ ΛΕ' σελ. 491). Από το άρθρο 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ., σαφώς προκύπτει, ότι μεταξύ των λόγων επαναλήψεως της διαδικασίας, υπέρ του αμετακλήτως καταδικασθέντος για πλημμέλημα ή κακούργημα , δεν περιλαμβάνονται και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου , η οποία μόνο δια των ενδίκων μέσων δύναται να προσβληθεί και όχι διά της επαναλήψεως της διαδικασίας, δοθέντος ότι η τελευταία καθιερώθηκε για την επανόρθωση ουσιαστικής και όχι νομικής πλάνης του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ( ΑΠ 69/1999 αδημοσίευτη , 199/1965 Π. Χρ. ΙΕ/475). Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών, ο οποίος καταδικάσθηκε παρών με την υπ' αριθ. 9693/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών της οποίας ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας, προβάλλει α) την ακυρότητα της κλητεύσεώς του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου επί της αποφάσεως του οποίου (7634/2005) εξεδόθη η καθής πιο πάνω απόφαση και β) την παραγραφή των αδικημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε με την παραπάνω απόφαση της οποίας ζητείται η επανάληψη της διαδικασίας. Από το περιεχόμενο αυτό της κρινομένης αίτησης, είναι προφανές ότι δεν προβάλλονται νέες αποδείξεις ή νέα γεγονότα, βάσει των οποίων να προκύπτει ότι ο αιτών είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε για βαρύτερο ή βαρύτερα εγκλήματα από εκείνα που τέλεσε, αλλά νομικά σφάλματα της απόφασης και συνεπώς είναι αυτή απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί, να μη ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης αυτής και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να απορριφθεί η από 25-4-2007 αίτηση του Χ1 κρατουμένου στις Φυλακές Τρικάλων, με την οποία ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθ. 9693/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, να μη ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης αυτής και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 29-6-2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Kατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 του ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγουμένης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές, ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομίσει στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές, που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, διότι η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης δεν αποτελεί ένδικο μέσο αλλ' έκτακτη διαδικασία. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 527 παρ. 3 ΚΠΔ η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των πιο πάνω άρθρων προκύπτει ότι για να είναι παραδεκτή η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας εκείνου ο οποίος καταδικάστηκε αμετακλήτως θα πρέπει ο αιτών να εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα αφενός τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη και αφετέρου τα νέα στοιχεία και το περιεχόμενο αυτών, που είναι σχετικά με την αξιόποινη πράξη, για την οποία εχώρησε η καταδίκη και βεβαιώνουν τους λόγους, ώστε να καταστεί εφικτός ο έλεγχος της βασιμότητας της αιτήσεως. Όμως, σε περίπτωση κατά την οποία παραλείπονται να παρατεθούν ή αναφέρονται ελλειπτικώς τα πραγματικά περιστατικά τα συγκροτούντα κάποια εξ αμφοτέρων των μνημονευθεισών προϋποθέσεων, η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως πάσχουσα εξ αοριστίας απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, εισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου η από 25-4-2007 αίτηση του Χ1 για επανάληψη της διαδικασίας κατά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ.9693/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (πλημ/των) Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί σε φυλάκιση 3 ετών για την αξιόποινη πράξη της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και φυλάκιση 5 μηνών, καθώς και χρηματική ποινή 2.000 ευρώ, για την αξιόποινη πράξη της παράβασης του νόμου περί μεσαζόντων και σε συνολική ποινή φυλάκισης3 ετών και 2 μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης. Με την κρινόμενη αίτηση ο αιτών επικαλείται α) ακυρότητα της κλήτευσής του ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, το οποίο εξέδωσε ερήμην του την 7634/2005 καταδικαστική απόφαση, για το λόγο ότι η κλήση επιδόθηκε στην οικία του, ενώ αυτός ήταν την περίοδο εκείνη κρατούμενος στις φυλακές Τρικάλων, β) παραγραφή των ως άνω αδικημάτων, αφού από το χρόνο τελέσεώς τους στις 15-5-2998 και μέχρι το χρόνο που εκδικάστηκε η έφεσή του το 2005 είχε συμπληρωθεί από τις 15-5-2003 η πενταετής παραγραφή, και γ) ότι σε παρόμοια περίπτωση, όπως με την 9918/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, αθωώθηκε, με άλλους μηνυτές, ζητεί δε την επανάληψη της διαδικασίας προς το συμφέρον του και να παύσει οριστικώς η εναντίον του ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής. Η αίτηση αυτή αρμοδίως (άρθρο 528 παρ. 1 ΚΠΔ) εισάγεται στο δικαστήριο τούτο (σε Συμβούλιο) και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο αυτής. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 παρ. 2 του Π.Κ. όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ.6 του Ν. 2408/1996, το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε

(5)ετών και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέρα από τρία έτη. Η κυρία διαδικασία, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ., 314, 320-321, 339-340 και 343 του ΚΠΔ, αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως ή του κλητήριου θεσπίσματος, με τα οποία καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υπόθεσης. Τέλος, κατά το άρθρο 174 παρ.1 του ΚΠΔ, η ακυρότητα της κλήσεως στο ακροατήριο ή του κλητήριου θεσπίσματος του κατηγορουμένου, καθώς και η ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποίησης αυτών στον κατηγορούμενο καλύπτεται αν αυτός που κλήθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι σε περίπτωση άκυρης επίδοσης της κλήσεως ή του κλητήριου θεσπίσματος αρχίζει η κυρία διαδικασία και ως εκ τούτου αναστέλλεται η παραγραφή από της ημέρας της επιδόσεως, εφόσον όμως ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στο ακροατήριο και δεν προτείνει κατά την έναρξη της πρωτοβαθμίου δίκης, την ακυρότητα αυτής εναντιούμενος στην πρόοδο της δίκης, οπότε καλύπτεται η ακυρότητα, η επίδοση θεωρείται έγκυρη και απ' αυτή αρχίζει η κύρια διαδικασία. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη και δικαστεί ερήμην, η ως άνω ακυρότητα της επίδοσης της κλήσεως ή του κλητήριου θεσπίσματος, ως διαδικαστικής πράξης, που κατ' ανάγκη επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης κατά της εκκλητής απόφασης. Αν δεν προταθεί η ακυρότητα αυτή με λόγο έφεσης καλύπτεται, με επακόλουθο η επίδοση της κλήσης ή του κλητήριου θεσπίσματος να θεωρείται έγκυρη και να αρχίζει από αυτήν η κύρια διαδικασία, με περαιτέρω συνέπεια την αναστολή της προθεσμίας παραγραφής για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα.- Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η κρινόμενη αίτηση, με το περιεχόμενο που αναφέρθηκε, είναι αόριστη διότι δεν αναφέρεται σ' αυτή αν η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών έχει καταστεί αμετάκλητη και με ποιόν τρόπο. Επικαλείται ακυρότητα του κλητήριου θεσπίσματος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να προσδιορίζεται το αποδεικτικό επιδόσεως, ο ακριβής τόπος και ο τρόπος με τον οποίο έγινε η επίδοση, ούτε αν προβλήθηκε ακυρότητα για το λόγο αυτό με την έφεση. Η έχουσα το προαναφερθέν περιεχόμενο αίτηση πρέπει, σύμφωνα με τις μνημονευθείσες διατάξεις, να απορριφθεί ως απαράδεκτη γιατί είναι αόριστη. Αλλά και στην αποκρουόμενη περίπτωση που ήταν ορισμένη, η ένδικη αίτηση δεν ευρίσκει νόμιμο έρεισμα στις διατάξεις του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 του ΚΠΔ, καθ' όσον με τους προβαλλόμενους πιο πάνω λόγους ο αιτών αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικά σφάλματα, τα οποία αποτελούν λόγους για την άσκηση ένδικου μέσου και όχι επαναλήψεως της διαδικασίας. Ως προς την άλλη δίκη, γίνεται επίκληση της 9918/2006 αποφάσεως, χωρίς να προσδιορίζεται το δικαστήριο που την εξέδωσε, ούτε να προσκομίζεται. Ο αναιρεσείων παραδέχεται ότι στη δίκη αυτή ήταν διαφορετικά πρόσωπα οι μηνυτές του και κατά συνέπεια η απόφαση αυτή αποτελεί ένα είδος νομολογίας και όχι νέο στοιχείο κατά την έννοια του νόμου. Σημειώνεται ότι, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι ο αιτών παρέστη στο δικαστήριο που δίκασε την υπόθεση κατ' έφεση και δεν προέβαλλε ακυρότητα του κλητήριου θεσπίσματος προς εμφάνιση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Έτσι, τυχόν ακυρότητα καλύφθηκε, με συνέπεια η επίδοση να θεωρείται έγκυρη και να επέλθει αναστολή της παραγραφής μέχρι τις 15-5-2006. Συνεπώς κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου στις 11-10-2005 δεν είχε συμπληρωθεί οκταετία από το χρόνο τελέσεως των πράξεων (15-5-1998) για τις οποίες καταδικάστηκε ο αιτών. Με βάση τα δεδομένα αυτά, η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 527 παρ. 3 του ΚΠΔ) και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25-4-2007 αίτηση του Χ1 περί επαναλήψεως της διαδικασίας που περατώθηκε με την9693/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2007 . Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.