← Ελλάδα

ΑΠ 2287/2007 — Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αναιρέσεως προθεσμία άσκησης

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2287 / 2007 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αναιρέσεως προθεσμία άσκησης. Περίληψη: Απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως λόγω μη τηρήσεως των νομίμων διατυπώσεων διότι προεχόντως: α) ησκήθη με αυτοτελές δικόγραφο που κατετέθη στο γραμματέα, διότι ο απαιτούμενος από το άρθρο 474, τύπος είναι συστατικός, β) ησκήθη μετά την πάροδο της δεκαημέρου προθεσμίας από της καταχωρήσεως στο ειδικό βιβλίο, χωρίς να αποδεικνύεται λόγος ανωτέρας βίας και γ) ησκήθη χωρίς πληρεξουσιότητα από τον υπογράψαντα την αναίρεση . ΑΡΙΘΜΟΣ 2287/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση Aντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης: Χ1 , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αλμπανίδη, περί αναιρέσεως της 7626/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ουρανία Μπουρδάκη. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Χανίων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Μαρτίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως και στους από 18 Ιουλίου 2007 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 710/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' άρθρον 474 παρ. 1 ΚΠολΔ, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 473, κατά το οποίο η αναίρεση κατά της καταδικαστικής αποφάσεως μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάστηκε και με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του (άρθρο 465 παρ. 1) και από εκείνον που την δέχεται. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών των άρθρων, τα οποία κατ' άρθρον 509 παρ. 1 ΚΠΔ εφαρμόζονται και στην αίτηση αναίρεσης κατά δικαστικής απόφασης συνάγεται ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αναιρέσεως κατ' αποφάσεως ή βουλεύματος ασκεί αυτό με δήλωση στον γραμματέα ή με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και όχι με δικόγραφο που κατατίθεται στο πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδόσει την προσβαλλομένη απόφαση, έστω και αν για την κατάθεση του δικογράφου αυτού ο γραμματεύς συνέταξε έκθεση, με τον τρόπο που ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 148 έως 153 ΚΠοινΔικ. Η έκθεση αυτή αποτελεί συστατικό τύπο, η παραβίαση του οποίου συνεπάγεται το απαράδεκτο του ενδίκου μέσου (άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔικ), που κηρύσσεται από το αρμόδιο δικαστήριο (ως συμβούλιο) ή το δικαστικό συμβούλιο αντιστοίχως, αλλά και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας. Περαιτέρω, στην προστεθείσα με το άρθρο 3 Ν. 969/1979 παρ. 3 του άρθρου 473 παρ. 3 ορίζεται ότι η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Ο όρος τελεσίδικη απόφαση που απαντάται στον ΚΠοινΔικ μόνο στην ανωτέρω διάταξη, χρησιμοποιείται με την γνωστή έννοια της αποφάσεως που δεν μπορεί να προσβληθεί με τα προβλεπόμενα από τον νόμο τακτικά ένδικα μέσα. Δηλαδή στην έννοια του όρου "τελεσίδικη απόφαση" του άνω άρθρου περιλαμβάνονται και οι δυο κατηγορίες αποφάσεων που μνημονεύονται στο άρθρο 504 παρ. 1 ΚΠοινΔικ ήτοι όχι μόνον οι αποφάσεις των δευτεροβαθμίων δικαστηρίων, που έχουν εκδοθεί ύστερα από άσκηση εφέσεως, αλλά και οι αποφάσεις, που, όπως απηγγέλθησαν δεν προσβάλλονται με έφεση (ανέκκλητες). Την λύση αυτή επιβάλλει όχι μόνο η γραμματική ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠοινΔικ, αλλά και η ανάγκη στην οποία στοχεύει, κατά τα προαναφερθέντα, η οποία συντρέχει και για τις αποφάσεις των δευτεροβαθμίων δικαστηρίων που έχουν απαγγελθεί ανεκκλήτως. Σκοπός της ανωτέρω διατάξεως συνίσταται στην ανάγκη να έχει λάβει ο ενδιαφερόμενος διάδικος πλήρη γνώση του αιτιολογικού της αποφάσεως, ώστε να είναι σε θέση να θεμελιώσει προβλεπομένους από το άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠοινΔικ λόγους αναιρέσεως και ιδίως αυτόν της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, να αποφεύγεται δε η άσκηση ματαίως αιτήσεως αναιρέσεως όταν δεν προκύπτει νόμιμος λόγος, ώστε να αποτρέπεται ή εντεύθεν ταλαιπωρία και οικονομική επιβάρυνση του διαδίκου (Ολ. Α.Π. 6/2002 Ποιν.Χρον. ΝΒ' 702). Έτι περαιτέρω από την άνω διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠοινΔικ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 168 παρ. 1, 474, 476 παρ. 1 και 507 παρ. 1 ιδίου Κώδικος, προκύπτει ότι η προθεσμία για άσκηση αναιρέσεως κατ' αποφάσεως η οποία εξεδόθη με απόντα τον κατηγορούμενο και έχει αυτός γνωστή διαμονή στην ημεδαπή, η οποία (αναίρεση) ασκείται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση μεν της αποφάσεως, αν αυτή έγινε μετά την καταχώρισή της καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο, από την καταχώριση δε αυτή, εάν η επίδοσή της προηγήθηκε, το εκπρόθεσμο δε της αιτήσεως επιφέρει το απαράδεκτο αυτής. Ενόψει της γενικής αρχής του δικαίου συναγομένης από το άρθρο 255 ΑΚ, κατά την οποίαν κανείς δεν υποχρεούται στα αδύνατα, ο αναιρεσείων στην εκπρόθεσμη αίτηση αναιρέσεως, μπορεί να επικαλεσθεί λόγους ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων κατέστη αδύνατη ή εμπρόθεσμη άσκησή της και (να επικαλεσθεί) τα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν αυτούς (Ολ ΑΠ 15/1987 Ποιν.Χρον. ΛΖ' 302). Από τις διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 2 εδ. β' και γ', 96 παρ. 2, 462, 465 παρ. 1 και 2 εδ. α' και 476 παρ. 1 ΚΠοινΔικ προκύπτουν, εκτός άλλων, και τα εξής: α) ο διάδικος μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσον, όπως είναι και η αναίρεση, που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως, είτε μέσω του αντιπροσώπου του που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 παρ. 2 του ιδίου Κώδικος, (απλή έγγραφη δήλωση του εντολέως και βεβαίωση της γνησιότητος της υπογραφής αυτού από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο), β) το πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στη σχετική έκθεση γ) το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής αποφάσεως που παρέχεται σ' εκείνον που καταδικάστηκε μπορεί να ασκηθεί για λογαριασμό του και από τον συνήγορο που είχε παραστεί στη συζήτηση, στην περίπτωση όμως αυτή στη σχετική έκθεση ή δήλωση περί ασκήσεως του ενδίκου μέσου πρέπει η ιδιότητα αυτή να αναφέρεται και δ) αν ο αντιπρόσωπος ενήργησε χωρίς εντολή ή χωρίς να τηρήσει τις άνω διατυπώσεις το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, η αναιρεσείουσα κατεδικάσθη από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Χανίων, ερήμην, σε ποινή φυλακίσεως δυο

(2)μηνών, μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Η απόφαση αυτή, αριθμ. 7626, εδημοσιεύθη την 11/10/2005 και καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο, την 17/1/2006, όπως προκύπτει από την σχετική, από ....... βεβαίωση της αρμοδίας γραμματέως, προηγουμένως δε, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, για την έρευνα του παραδεκτού της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα την 25/10/2005, ήσκησε την υπό την αυτήν ημερομηνίαν αίτηση ακυρώσεως της προσβαλλομένης (υπ' αριθμ. 7626/2005) αποφάσεως, η οποία απερρίφθη, (την αυτήν ημερομηνία) από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Χανίων, με παρούσα την κατ/νη ως απαράδεκτη (βλ. την υπ' αριθμ. 7969/2005 απόφαση σε ακριβές υπηρεσιακό απόσπασμα και την από ....... βεβαίωση της αρμοδίας γραμματέως). Νυν η καταδικασθείσα ασκεί την από 28/3/2007 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7626/11-10-2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων, με αυτοτελές δικόγραφο αναιρέσεως απευθυνόμενο στον Άρειο Πάγο εντέλει του οποίου αναφέρεται ότι "προσαρτάται το υπ' αριθμ. ...... δικαστικό πληρεξούσιο της Συμ/φου Αθηνών Αικατερίνης Αρβανιτάκη με το οποίο παρέχεται η εξουσία στο δικηγόρο Χανίων Γεώργιο Πισσαδάκη, η εντολή ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως", εις την θέση δε του υποβάλλοντος την αίτηση φέρει την έντυπη σφραγίδα του Γεωργίου Μ. Πισσαδάκη Δικηγόρο Χανίων. Το άνω αυτοτελές δικόγραφο κατετέθη την 29/3/2007 από τον δικηγόρο αυτό στην γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Χανίων, η οποία αναφέρει στην σχετική έκθεση καταθέσεως αναιρέσεως ότι "εμφανίστηκε ο δικηγόρος Χανίων Γεώργιος Πισσαδάκης, κάτοικος Χανίων και μου κατέθεσε τη με χρονολογία 28-3-2007 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 7626/11-10-2005 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων απευθυνόμενο ενώπιον του Αρείου Πάγου". Εντεύθεν, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ησκήθη όχι με δήλωση ενώπιον της άνω γραμματέως και με σύνταξη εκθέσεως δια την τοιαύτη δήλωση αλλά με αυτοτελές δικόγραφο που υπογράφεται από τον δικηγόρο Χανίων Γ. Πισσαδάκη και κατετέθη στην ανωτέρω γραμματέα. Ούτε όμως η αρίθμηση του ανωτέρω δικογράφου (2/29-3-07), ούτε τα χαρτόσημα τα οποία δεν έχουν σφραγίδα του Πρωτοδικείου, μπορούν να προσδώσουν στο έγγραφο αυτό την μορφήν εκθέσεως. Περαιτέρω όμως και εάν ήθελεν εκτιμηθεί ως έγγραφη δήλωση, και πάλιν, το μεν είναι εκπρόθεσμος, αφού ησκήθη μετά την πάροδον έτους και πλέον από της καταχωρίσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο, χωρίς να προβάλλεται λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος που να δικαιολογεί το εκπρόθεσμον της ασκήσεώς της, το δε ησκήθη χωρίς να προκύπτει υπό ποίαν ιδιότητα και δια ποιόν ενήργησεν ο υπογράφων δικηγόρος την κατάθεση-δήλωση, λαμβανομένου υπόψη ότι και το επικαλούμενον, ως προσαρτώμενον πληρεξούσιο (5896/2007) δεν προσαρτάται. Κατ' ακολουθίαν αυτών δεν ετηρήθησαν οι επιβαλλόμενες ως άνω διατυπώσεις από τον έλληνα νομοθέτη για το παραδεκτό της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, οι οποίες διασφαλίζουν την ασφάλεια του δικαίου και την ορθή λειτουργία της δικαιοσύνης, κατ' ουδέν παρεμποδίζουν την ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο με συνακόλουθο αποτελέσμα να μην παραβιάζεται το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και τα άρθρα 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος. Το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο δεν είναι απόλυτο, αλλ' υπόκειται εις περιορισμούς, ιδίως όσον αφορά τις προϋποθέσεις του παραδεκτού του ενδίκου μέσου, αφού απαιτείται από την φύση του η ρύθμισή του από το κράτος, το οποίο έχει την διακριτική ευχέρεια, αρκεί μόνον οι τιθέμενοι περιορισμοί και προϋποθέσεις να μην περιορίζουν την πρόσβαση του διαδίκου κατά τοιούτο τρόπο ή εις τοιούτο βαθμόν, ώστε το δικαίωμα της προσφυγής στο δικαστήριο να πλήττεται στον ίδιο τον πυρήνα του. Συνεπώς, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, δια τον πρώτον και κύριον ως άνω λόγον ως απαράδεκτη κατ' άρθρα 513 παρ. 1 σε συνδ. με άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠοινΔικ απορριπτομένων, μετά ταύτα, και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως επίσης ως απαραδέκτων, αφού απαραίτητη προϋπόθεση για το παραδεκτό αυτών είναι η παραδεκτή αίτηση αναιρέσεως, καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 ΚΠοινΔικ) και στην δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος που παρέστη (176 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28/3/2007 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7626/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι
(220)και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος εξ ευρώ πεντακοσίων
(500). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Δεκεμβρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.