← Ελλάδα

ΑΠ 2289/2009 — Απάτη, Απόπειρα, Πολιτική αγωγή

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Goo

παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5221/2008 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα απόπειρας απάτης στο δικαστήριο σε βάρος της εταιρείας "Χ και Σια Ο.Ε.". Κατά το διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για απόπειρα απάτης στο δικαστήριο σε βάρος της παραπάνω εταιρίας, την οποία τέλεσε με όσα, εν γνώσει του, ψευδή ισχυρίσθηκε, για την απόδειξη των οποίων επικαλέσθηκε και προσήγαγε ψευδή αποδεικτικά μέσα, κατά τη συζήτηση της υπ` αριθ. καταθ. ... αγωγής του πρώτου κατά της τελευταίας. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "Η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Χ και Σια Ο.Ε.", που εκπροσωπείται από την εγκαλούσα Ζ, όφειλε στον κατηγορούμενο ως τίμημα αγοράς τυροκομικών προϊόντων, για τα οποία είχαν εκδοθεί τα ... τιμολόγιά του, 4.141.505 δρχ., ήδη 12.145 ευρώ, συνολικά. Επειδή η απαίτηση του κατηγορουμένου είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη, άσκησε αυτός την με αριθμό καταθέσεως ... αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Ενώ εκκρεμούσε η εν λόγω αγωγή και αφού εν τω μεταξύ αποβίωσε την 2.6.2002 ο μέχρι τότε νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας και πατέρας της εγκαλούσας Χ, συναντήθηκαν στις 4.10.2003 ο κατηγορούμενος και η εγκαλούσα προκειμένου να ρυθμίσουν τη μεταξύ του κατηγορουμένου και της εταιρίας της εγκαλούσας εκκρεμή διαφορά. Κατά τη συνάντηση αυτή συμφωνήθηκε μεταξύ τους, όπως σε εξόφληση του επιδίκου χρέους η εγκαλούσα καταβάλει στον κατηγορούμενο 2.000 ευρώ και να του παραδώσει δύο μεταχρονολογημένες επιταγές ποσού 5.000 ευρώ εκάστη. Σε εκτέλεση της συμφωνία αυτής η εγκαλούσα κατέβαλε στον κατηγορούμενο 2.000 ευρώ σε μετρητά και εξέδωσε χάριν καταβολής του υπολοίπου και παρέδωσε στον κατηγορούμενο τις ... λήξεως την 31.1.2004 και ...ήξεως 28.2.2004 δύο μεταχρονολογημένες επιταγές, ποσού 5.000 ευρώ η κάθε μία, πληρωτέες στη Συνεταιριστική Τράπεζα .... Προς απόδειξη της συμφωνίας αυτής ο κατηγορούμενος κατάρτισε την... απόδειξή του στην οποία ανέγραφε ότι έλαβε το ποσό των 12.000 ευρώ (2.000 σε μετρητά και το υπόλοιπο των 10.000 ευρώ με την παράδοση των ως άνω επιταγών) έναντι εξοφλήσεως όλων των απαιτήσεών του, συμπεριλαμβανομένων εκτός από τα ανωτέρω αναφερόμενα 42 και ... τιμολόγια και των τιμολογίων ... και ποσό 38.000 δρχ. που αποτελούσε τίμημα για οκτώ κιλά λιπάζι. Βλέποντας ότι η απόδειξη είχε συμπληρωθεί κατά παράβαση των συμφωνηθέντων και είχαν περιληφθεί σ' αυτή εκτός των επιδίκων απαιτήσεων και άλλες παλαιότερες απαιτήσεις του κατηγορουμένου, τις οποίες η εγκαλούσα δεν αναγνώριζε ως οφειλόμενες, η τελευταία (εγκαλούσα) αντέδρασε και απείλησε ότι θα καλέσει την αστυνομία. Ενόψει των αντιρρήσεων της εγκαλούσας ο κατηγορούμενος έσβησε από την απόδειξη τα τελευταία προστεθέντα κατά παράβαση της συμφωνίας στοιχεία (τιμολόγια 191, 166 και ποσό 38.000 δρχ. που αφορούσε οκτώ κιλά λιπάζι) και παρέδωσε το διορθωμένο πρωτότυπο της αποδείξεως υπογεγραμμένο από αυτόν στην εγκαλούσα. Κατά τη συζήτηση της ως άνω αγωγής την 7.10.2003, η εγκαλούσα, ως εκπρόσωπος της εναγομένης εταιρίας, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι έναντι της επίδικης αξίωσης είχε καταβάλει μέρος αυτής και χάριν καταβολής του υπολοίπου υποσχέθηκε να εξοφλήσει τις ως άνω μεταχρονολογημένες επιταγές που παρέδωσε στον κατηγορούμενο και ζήτησε την αναβολή εκδόσεως αποφάσεως επί της υποθέσεως μέχρις ότου εξοφληθούν οι επιταγές στη λήξη τους. Προς αντίκρουση του ισχυρισμού αυτού της εγκαλούσας, υπό την ιδιότητα που παρίστατο, ο κατηγορούμενος, προκειμένου να εξαπατήσει το δικαστήριο για να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας της εταιρίας που εκπροσωπούσε η εγκαλούσα, ισχυρίσθηκε ότι η καταβολή εκ μέρους της εγκαλούσας του ανωτέρω ποσού των 2000 ευρώ και η παράδοση των δύο ως άνω επιταγών έγιναν σε εξόφληση παλαιοτέρων χρεών της εναγομένης εταιρίας και όχι των επιδίκων, προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του αυτού επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο δικαστήριο νέα απόδειξη που κατάρτισε εξ υπαρχής ο ίδιος με περιεχόμενο όμοιο με εκείνο που είχε αρχικά εμφανίσει στην εγκαλούσα, συμπεριελάμβανε δηλαδή στις απαιτήσεις του για τις οποίες έγινε η καταβολή των μετρητών και παραδόθηκαν οι δύο επιταγές και αυτές από τα 191 και 166 τιμολόγια και το ποσό των 38.000 δρχ. που δεν αναγνώριζε η εγκαλούσα και είχαν διαγραφεί από την αρχική απόδειξη κατ' απαίτησή της από τον κατηγορούμενο. Στην πράξη του αυτή προέβη ο κατηγορούμενος εν γνώσει του ότι ο ισχυρισμός του δεν ήταν αληθής και το περιεχόμενο της αποδείξεως που επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο δικαστήριο ήταν ψευδές, με μοναδικό σκοπό να πείσει το δικαστήριο για την αλήθειά του και συνακόλουθα μετ' απόρριψη της προαναφερομένης ενστάσεως της αναγόμενης εταιρίας να κάνει δεκτή την αγωγή και να αποκτήσει αυτός όφελος με την αναγνώριση εκ μέρους του δικαστηρίου και εκτέλεση στη συνέχεια μιας απαιτήσεώς του που είχε ήδη εξοφληθεί με αντίστοιχη ζημία της εναγομένης εταιρίας που εκπροσωπούσε η εγκαλούσα. Το σκοπό του αυτό δεν τον πέτυχε ο κατηγορούμενος όχι από δική του θέληση αλλά διότι το δικαστήριο δεν πείσθηκε για τη βασιμότητα του ισχυρισμού που προέβαλε και έκανε δεκτή την αναβλητική εκ του άρθρου 421 ΑΚ ένσταση της εναγομένης εταιρίας και ανέβαλε την έκδοση αποφάσεως μέχρις ότου εξοφληθούν οι μεταχρονολογημένες επιταγές που εξέδωσε η εγκαλούσα σε διαταγή του κατηγορουμένου". Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά, στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14, 26, 27, 42 παρ. 1, 386 παρ. 1α ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε ευθέως δε ή εκ πλαγίου παραβίασε. Το πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού, δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχό του από τον Άρειο Πάγο. Ειδικότερα, στην προσβαλλομένη απόφαση μνημονεύονται ρητώς, κατ' είδος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και κατέληξε στην καταδικαστική κρίση του, χωρίς να είναι αναγκαία και η αναφορά του περιεχομένου και η αξιολόγηση της κατάθεσης της μοναδικής μάρτυρος πολιτικώς ενάγουσας (που εξετάστηκε χωρίς να ορκισθεί) και των υπολοίπων αποδεικτικών στοιχείων, προσδιορίζεται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ο τρόπος τέλεσης της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο και αιτιολογείται πλήρως η συνδρομή των στοιχείων που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι δεν αιτιολογείται η συνδρομή των στοιχείων που θεμελιώνουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο είναι αβάσιμες. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το σκεπτικό της είναι κατά ένα μέρος ταυτόσημο με το διατακτικό, αυτό, όμως, δεν καθιστά ανεπαρκή την αιτιολογία της, αφού το διατακτικό, στην προκειμένη περίπτωση, είναι εκτεταμένο και λεπτομερές. Εξάλλου, η σύμπτωση των πραγματικών περιστατικών, που αναγράφονται στο κατηγορητήριο, το σκεπτικό, το διατακτικό της απόφασης και το σκεπτικό της πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, αφού αυτά αποδείχθηκαν και όχι άλλα διαφορετικά, αρκεί εκείνα που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό, να επαρκούν για την αιτιολογία της απόφασης και συνεπώς η σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμη. Επομένως, ο έκτος,

§1στοιχ.

Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων, με την υπ` αριθ. 23262/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, αθωώθηκε για την αποδιδόμενη σ` αυτόν πλαστογραφία με χρήση της από 4.10.2003 απόδειξης των 12.000 ευρώ, την οποία εμφάνισε, κατά τα ανωτέρω, στο Δικαστήριο κατά τη συζήτηση της υπ` αριθ. κατ. ... αγωγής του κατά της εγκαλούσας εταιρείας. Προβάλλει δε, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεώς του, την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 42, 216 §§1 και 3 και 386 §1 ΠΚ, γιατί, αφού αθωώθηκε αυτός για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, έπρεπε να κηρυχθεί αθώος και για την πράξη της απόπειρας απάτης, η οποία δεν είναι αυτοτελές έγκλημα, αλλά απορροφάται από την πρώτη. Και ο,

§1στοιχ.

Ε' ΚΠΔ, λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, οι πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση με σκοπό το όφελος και η απόπειρα απάτης συρρέουν αληθώς και ουδεμία απορροφά την άλλη, ενώ, υπό την προϋπόθεση που προαναφέρθηκε, η απόπειρα απάτης θα μπορούσε να απορροφηθεί μόνο από τη χρήση του πλαστού και όχι από την πλαστογραφία. Όπως δε προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, ο αναιρεσείων αθωώθηκε για την πλαστογραφία με χρήση της παραπάνω αποδείξεως με το αιτιολογικό ότι δεν είχε τελεσθεί καθόλου πλαστογραφία (και, επομένως, ούτε χρήση πλαστού), γιατί η σύνταξη από ένα ή περισσότερα πρόσωπα και υπογραφή από αυτά με τα δικά τους ονόματα ιδιωτικού συμφωνητικού με οποιοδήποτε ψευδές περιεχόμενο δεν αποτελεί κατάρτιση πλαστού εγγράφου, οπότε δεν μπορεί να γίνει λόγος για απορρόφηση της απόπειρας απάτης από πράξη που δεν είχε τελεσθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠοινΔ, ή όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της κατά το άρθρο 68 ΚΠοινΔ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 63 εδ α' του ίδιου Κώδικα, η πολιτική αγωγή, με την οποία επιδιώκεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό, σύμφωνα με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, κατά δε το άρθρο 68 παρ. 2 ΚΠοινΔ, εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας ηθικής βλάβης, μπορεί να υποβάλλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνον ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Έτσι, το δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής έχουν και τα νομικά πρόσωπα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστησαν από την άδικη πράξη που τελέστηκε σε βάρος τους και η οποία ηθική βλάβη έχει αντίκτυπο στην πίστη, στο κύρος και στη φήμη τους έναντι των τρίτων. Η σχετική δήλωση παραστάσεως πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠοινΔ, να περιέχει, με ποινή το απαράδεκτο, συνοπτική έκθεση της υποθέσεως, για την οποία παρίσταται κάποιος ως πολιτικώς ενάγων και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα της παραστάσεως, δηλαδή, αν ζητείται αποζημίωση για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Στη δήλωση του εκπροσώπου του νομικού προσώπου, όταν το τελευταίο παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον, δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται η βλάβη, γιατί αυτή αναφέρεται στον ανωτέρω αντίκτυπο. Το επιτρεπτό της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως από την αποδεικτική διαδικασία. Η δήλωση δε παραστάσεως πολιτικής αγωγής, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα πιο πάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Τέλος, οποιαδήποτε άλλη πλημμέλεια ή έλλειψη που αναφέρεται στην παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της παραστάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 23262/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και τα ενσωματωμένα σ' αυτή πρακτικά, παρουσιάσθηκε η Ζ και δήλωσε προφορικώς, δια του πληρεξούσιο δικηγόρου της Εμμανουήλ Παππά, ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα κατά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου (και της συγκατηγορουμένης του Κ που αθωώθηκε) και ζήτησε να υποχρεωθεί και αυτός να της καταβάλει, για την ίδια ατομικά και ως νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας "Χ και Σια Ο.Ε.", χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 10 ευρώ με τη ρητή επιφύλαξη να ασκήσει πλήρως τα δικαιώματά της στα πολιτικά δικαστήρια. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την παράσταση της πολιτικής αγωγής και επιδίκασε στην πολιτικώς ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρία "Χ και Σία Ο.Ε." το ανωτέρω ποσό. Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπου ήχθη κατόπιν εφέσεως του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτή πρακτικά, εμφανίσθηκε η άνω Ζ, υπό την αυτήν ιδιότητα που είχε παραστεί και πρωτοδίκως, και δήλωσε, δια του ειρημένου πληρεξουσίου της δικηγόρου, ότι "παρίσταται, για λογαριασμό της εταιρίας, ως πολιτικώς ενάγουσα στη δίκη αυτή κατά του παραπάνω κατηγορουμένου για χρηματική ικανοποίηση 10 ευρώ που της επιδικάστηκαν και πρωτοδίκως, λόγω της ηθικής βλάβης που προκάλεσε στην εταιρία η δικαζόμενη πράξη". Η δήλωση αυτή της παθούσας εταιρίας είναι νόμιμη και δεν ήταν αναγκαίο για το ορισμένο αυτής, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, να γίνει ιδιαίτερη εξειδίκευση της προβαλλόμενης ηθικής βλάβης, γιατί είναι φανερό ότι αυτή αναφέρεται στον αντίκτυπο που έχει η άδικη πράξη της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο, για την οποία πρόκειται, στην πίστη, το κύρος, τη φήμη και την υπόληψη της εν λόγω εταιρίας. Ούτε ήταν αναγκαίο, εφόσον επαναλήφθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, να περιέχει όλα τα παραπάνω στοιχεία, αφού κρίθηκε στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή απ' αυτό. Επομένως, ο

§ 1στοιχ.

Η περ. γ' ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Για την ανωτέρω επιδίκαση στην πολιτικώς ενάγουσα της χρηματικής ικανοποιήσεως που ζητήθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας, αφού παρέθεσε τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι: "Στην προκείμενη περίπτωση από τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, το Δικαστήριο κρίνει ότι η παρασταθείσα πολιτικώς ενάγουσα εταιρία, εκπροσωπούμενη από την Ζ έπαθε ηθική βλάβη από την αδικοπραξία του κατηγορουμένου, για την οποία καταδικάσθηκε αυτός. Λαμβάνοντας δε υπόψη τις συνθήκες τελέσεως της πράξεως αυτού (κατηγορουμένου), που αναφέρθηκαν, το βαθμό του πταίσματός του, την περιουσιακή κατάσταση και την κοινωνική θέση των διαδίκων και το βαθμό της αναπτύξεώς του κρίνει, με βάση τα διδάγματα της ανθρώπινης εμπειρίας και της λογικής, ότι πρέπει να επιδικασθεί σ' αυτήν (πολιτικώς ενάγουσα ), ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 10 ευρώ". Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του, και ως προς το κεφάλαιο αυτό, την από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει ότι η πολιτικώς ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη από τη ζημιογόνο συμπεριφορά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, για την αποκατάσταση της οποίας της επιδίκασε τη χρηματική ικανοποίηση που είχε ζητήσει, ενώ δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρει και ότι η ηθική βλάβη που υπέστη η εταιρία από την αξιόποινη πράξη που τέλεσε σε βάρος της ο αναιρεσείων είχε αντίκτυπο στην πίστη, στο κύρος και στη φήμη της έναντι των τρίτων, πράγμα που συνάγεται από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, και ο περί του αντιθέτου πρώτος,

§1στοιχ.

Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της αιτήσεως, προβάλλει ο αναιρεσείων την αιτίαση ότι το Τριμελές Εφετείο, καθ` υπέρβαση εξουσίας, χειροτέρευσε τη θέση του, γιατί τον καταδίκασε για απόπειρα απάτης κατ` επάγγελμα και κατά συνήθεια, προσθέτοντας στις νομικές διατάξεις που εφάρμοσε και το άρθρο 13 περ. στ' ΠΚ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί η προσθήκη αυτή έγινε από φανερή παραδρομή, ενώ, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για απόπειρα απάτης στο δικαστήριο, όπως πρωτοδίκως, χωρίς την προσθήκη καμιάς επιβαρυντικής περιπτώσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας ως πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4 Μαρτίου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 2089/2009) αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ` αριθ. 5221/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας από πεντακόσια
(500)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Νοεμβρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.