Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2297 / 2007 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη. Περίληψη: Απάτη από κοινού, από την οποία το παράνομο όφελος και η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. (386 παρ. 1,3 ΠΚ). Υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Αριθμός 2297/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη και Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων -κατηγορουμένων: 1) X1 και 2) X2 περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2778/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 2.3.2007 δύο αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 526/
- Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Γκρόζος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη με αριθμό 308/28.8.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ι) Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρ. 32 παρ. 1+4, 138 παρ. 2β, 48 παρ. 1 ΚΠΔ τις υπ'αρ. α) 56/2-3-2007 και β) 58/2-3-2007 αιτήσεις αναιρέσεως των X1 και X2 αντιστοίχως κατοίκων....... οδός ........, τις οποίες άσκησαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Ευαγγελίας Παναγιωτοπούλου (βάσει της από 1-3-2007 κοινής εξουσιοδοτήσεως των αιτούντων προς αυτήν), κατά του υπ'αρ. 2778/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής: ΙΙ) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απερρίφθησαν κατ'ουσίαν οι υπ'αρ. 345/2006 και 344/2006 αντιστοίχως εφέσεις των ήδη αναιρεσειόντων κατά του υπ'αρ. 2423/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παρεπέμφθησαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών όπως δικασθούν για απάτη κατά συναυτουργία με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη περιουσιακή ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, και επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα. ΙΙΙ) Οι αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα από πρόσωπα δικαιούμενα προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση σύμφωνα με τα άρθρα 473 παρ. 1, 474 παρ. 2, 482 παρ. 1 Κ.Π.Δ. με τις από 2-3-2007 δηλώσεις των αναιρεσειόντων δια της (νομίμως προς τούτο) εξουσιοδοτηθείσης δικηγόρου των Ευαγγελίας Παναγιωτοπούλου για τις οποίες συνετάχθησαν οι υπ'αρ. 56/2-3-2007 και 58/2-3-2007 εκθέσεις αναιρέσεως. Είναι δε εμπρόθεσμες διότι η επίδοση του προσβαλλομένου βουλεύματος έγινε στους κατηγορουμένους δια θυροκολλήσεως την 14-3-2007 εις δε τον αντίκλητο δικηγόρο τους την 20-2-
- ΙV) Λόγοι αναιρέσεως: α) Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως διότι στην προκειμένη υπόθεση με τον μηνυτή υπάρχει μια αστικής φύσεως διαφορά, η οποία δεν έχει τακτοποιηθεί λόγω του ότι αυτός μεν ζητεί τα χρήματά του μετρητά εφ'άπαξ ενώ του έχει προταθεί η τμηματική και σταδιακή εξόφληση. β) 'Ελλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι η κατ'ουσία απόρριψη των εφέσεων που άσκησαν κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, στηρίχθηκε στον συλλογισμό ότι η καταβολή του τιμήματος δεν θα είχε γίνει αν δεν υπήρχε συγκεκριμένο αυτοκίνητο προς αγορά. Όμως από την συνήθη πρακτική στις συναλλαγές και δη στις συμβάσεις αγοραπωλησίας, δεν προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την καταβολή του τιμήματος είναι και η ύπαρξη συγκεκριμένου αντικειμένου προς πώληση. Το συμβούλιο δεν αιτιολόγησε επαρκώς την υποχρέωσή τους όπως διαθέσουν προς πώληση συγκεκριμένο όχημα ΤΑΞΙ στον μηνυτή. V) Από την διάταξη της παραγράφου 1 του αρ. 386 του Π.Κ. προκύπτει ότι το έγκλημα της απάτης διαπράττει όποιος με σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών σε πράξη παράλειψη ή ανοχή. Η παράσταση των ψευδών γεγονότων μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, προφορικώς ή εγγράφως, αρκεί συνεπεία αυτής να προξενήθηκε η πλάνη και εκ της παραπλανήσεως να προέβη ο παραπλανηθείς σε πράξη ή παράλειψη ένεκα της οποίας επήλθε περιουσιακή ζημία στον παραπλανηθέντα ή τρίτο. Ως γεγονότα κατά την έννοια του άρθρου 386 Π.Κ., νοούνται πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως βάσει της εμφανιζομένης ψευδούς καταστάσεως από το δράστη, που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση, τότε συγκροτείται το έγκλημα της απάτης (Α.Π. 5/2001, 610/2002, 1331/2005). Χρόνος τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο δράστης, με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις εξαιτίας των οποίων παραπλανήθηκε (πείσθηκε) ο παθών ή τρίτος. Είναι δε αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του θύματος (Α.Π. 691/1997, 1627/1999, 132/2000, 1331/2005). Κατά την παράγραφο 3 εδάφ. β ιδίου άρθρου "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών..... β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δρχ..." (Α.Π. 1515/2001 Ποιν.Δικ. 2002/114). Με τον όρο από κοινού του αρ. 45 Π.Κ. νοείται αντικειμενικά ή σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Δεν είναι δε απαραίτητη η αναφορά των επί μέρους ενεργειών των συναυτουργών για την ύπαρξη της συναυτουργίας (Ολομ. Α.Π. 50/90 Π.Χρ. Μ/949, Α.Π. 323/94 Π.Χρ. ΜΔ/389, Α.Π. 660/99 Π.Χρ.). VΙ) Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1δ' του ίδιου Κώδικα λόγον αναιρέσεως, όταν δεν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την πραγμάτωση του εγκλήματος και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο (ΑΠ 711/2000 Π.Χρ. ΝΑ/55, Α.Π. 252/2004, 2200/2002). Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ'αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγον αναιρέσεως κατ'άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση (ΑΠ 1155/2000 Π.Χρ. ΝΑ/398, Α.Π. 1331/2005, Α.Π. 760/1996 Π.Χρ. ΜΖ/379). VII) Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με εξ ολοκλήρου επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση, (Συμβ. Α.Π. 96/2004 Ποιν. Δ/σύνη 2004/617), που μνημονεύει όλα κατ'είδος τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ελήφθησαν υπόψη, ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Οι κατηγορούμενοι X1, και ο πατέρας του X2 διατηρούσαν κατάστημα πωλήσεως αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης - ταξί στην οδό ........., στην Αθήνα, περιοχή ........... Από δημοσιεύσεις που έκαναν στις εφημερίδες, ότι στο κατάστημα τους πωλούνται αυτοκίνητα - ταξί και άδειες λειτουργίας ταξί. πληροφορήθηκε γι αυτούς ο εγκαλών Ψ1, ενδιαφερόμενος, να αγοράσει αυτοκίνητο - ταξί, προκειμένου να το εκμεταλλευτεί επαγγελματικά, και επικοινώνησε με αυτούς δια τηλεφώνου, την 28.2.2005, για το σκοπό αυτό και στη συνέχεια τους επισκέφτηκε την ίδια ημέρα στο κατάστημα τους. Εκεί σε συζήτηση, που είχε με τον Χ1, γιο του Χ2, του είπε (ο Χ1), ότι υπάρχει διαθέσιμο προς πώληση το υπ' αριθμ. ....... αυτοκίνητο ταξί μαζί με την άδεια για τη νόμιμη κυκλοφορία του, και συμφώνησε αρχικά προφορικά μαζί του για την αγορά τους (του ταξί και της άδειας). Στη συνέχεια, την 1.3.2005, ο μηνυτής, που πείστηκε από το Χ1 ότι μπορούσε να του πωλήσει το υπ' αριθμ. ........ αυτοκίνητο - ταξί με την άδεια του, του κατέβαλε, ως προκαταβολή του συνολικού συμφωνηθέντος τιμήματος των 138.000 ευρώ, το ποσό των 300 ευρώ. Στη συνέχεια ο εγκαλών, με σκοπό να ολοκληρωθεί, όπως πίστευε, η διαδικασία της μεταβίβασης της άδειας του αυτοκινήτου αυτού, στο όνομά του, προέβηκε στην υπογραφή της υπ' αριθμ. .......... σύμβασης δανείου μεταξύ αυτού και της τράπεζας EUROBANK για λήψη δανείου 135.000 ευρώ, με σκοπό την αγορά επαγγελματικού εξοπλισμού απ' αυτόν, στην υπογραφή του από ....... ιδιωτικού συμφωνητικού πωλήσεως μεταξύ αυτού και του Χ2, στην υπογραφή της από ..... και με αριθμό ........ σύμβασης δανείου μεταξύ αυτού και της τράπεζας EUROBANK για ποσό 15.748 ευρώ, στην έκδοση την ......, της υπ' αριθμ. ....... επιταγής της EUROBANK, ποσού 133.450 ευρώ, σε εκπλήρωση της προαναφερόμενης σύμβασης δανείου των 135.000 ευρώ, την οποία επιταγή αυθημερόν αυτός οπισθογράφησε στο Χ1, ώστε αυτός να μπορεί άμεσα να κάνει ανάληψη του ποσού της, όπως και πράγματι έκανε, στην υπογραφή του από ..... και με αριθμό ....... συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, με το οποίο ο εγκαλών εξουσιοδοτούσε τον κατηγορούμενο Χ1, να αγοράζει οποιοδήποτε αυτοκίνητο, επιβατηγό ή φορτηγό, δημοσίας ή ιδιωτικής χρήσεως, και στην κατάθεση του ποσού των 4.250 ευρώ, στο λογαριασμό του Χ1, που έγινε την 18.3.
- Μ' αυτό τον τρόπο, οι δύο κατηγορούμενοι, που, εκτός από σχέση γιου και πατέρα, συνεργάζονταν στην παραπάνω επιχείρηση πώλησης ταξί και αδειών ταξί, που διατηρούσαν, απέσπασαν συνολικά από τον εγκαλούντα το ποσό των 138.000 ευρώ. Για τη διασφάλιση της απαίτησης του εγκαλούντα κατά των εκκαλούντων, αναφορικά με το ποσό των 138.000 ευρώ, που τους κατέβαλε, εξέδωσαν συν/κή ποσού 139.000 ευρώ, με ημερομηνία λήξεως την 11.4.
- Όμως, από τότε μέχρι και σήμερα, οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι δεν παρέδωσαν στο μηνυτή την άδεια για το υπ' αριθμ. ...... αυτοκίνητο - ταξί, ούτε και το αυτοκίνητο αυτό όπως είχαν συμφωνήσει, ούτε του επέστρεψαν τα χρήματα, που τους έδωσε, παρότι αυτός επανειλημμένα τους ενόχλησε. Μετά από σχετική έρευνα, που έκανε ο μηνυτής σε συνεργασία με το συνταξιούχο δικηγόρο Κων/νο Ασπρίδη του Θεοχάρη, προέκυψε, ότι το υπ' αριθμ. ....... αυτοκίνητο - ταξί και η άδειά του ανήκε στον Ζ1, ο οποίος στην κατάθεση του είπε, ότι δεν γνωρίζει τους κατηγορουμένους και φυσικά δεν ανέθεσε σ' αυτούς την εντολή να του πωλήσουν το υπ' αριθμ. ......... αυτοκίνητο - ταξί με την άδειά του. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι εκκαλούντες από την αρχή γνώριζαν, ότι δεν είχαν στη διάθεση τους το υπ' αριθμ. ...... αυτοκίνητο - ταξί και την άδειά του και δεν μπορούσαν να το πωλήσουν στο μηνυτή. Παρόλα αυτά, του απέσπασαν σε τρεις δόσεις το παραπάνω ποσό των 138.000 ευρώ, προβάλλοντάς του, τον ισχυρισμό ότι δήθεν αυτοί κατείχαν την άδεια του αυτοκινήτου, και μπορούσαν να το μεταβιβάσουν σ' αυτόν. Οι ίδιοι δεν αρνούνται, ότι οφείλουν το ποσό των 138.000 ευρώ στον εγκαλούντα, όμως δεν δέχονται, ότι συμφώνησαν για την πώληση του συγκεκριμένου αυτοκινήτου και της άδειάς του, όμως ο ισχυρισμός αυτός δε βασίζεται στο αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας και έρχεται σε σύγκρουση με το γεγονός της καταβολής του τιμήματος του αυτοκινήτου η οποία δε θα είχε γίνει εάν δεν υπήρχε συγκεκριμένο αυτοκίνητο για αγορά. Οι εκκαλούντες απέσπασαν τα χρήματα από τον εγκαλούντα, ως τίμημα συγκεκριμένου αυτοκινήτου, το οποίο δήθεν είχαν στην κατοχή τους και μπορούσαν να το μεταβιβάσουν σ' αυτόν όμως δεν είχαν ούτε αυτοκίνητο - ταξί στην κατοχή τους ούτε είχαν δυνατότητα μεταβίβασης τέτοιου αυτοκινήτου. Ούτε διευκρινίζουν για ποια άδεια αυτοκινήτου - ταξί πήραν τα χρήματα, αν δεν τα πήραν για το συγκεκριμένο. Οι πράξεις αυτές των κατηγορουμένων στοιχειοθετούν πλήρως το έγκλημα της απάτης από κοινού, με περιουσιακή ζημία άνω των 25 εκατ. δραχμών ή 73.000 ευρώ, για το οποίο κατηγορούνται, συνεπώς προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή τους στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, και το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών που τους παρέπεμψε στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών να δικαστούν για την πράξη αυτή καλώς έπραξε και η έφεση των ανωτέρω, που υποστηρίζει τα αντίθετα, σφάλει και πρέπει ν' απορριφθεί κατ' ουσία. VIII) Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκαν παραπεμπτέοι στο ακροατήριο οι αναιρεσείοντες, τ' αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 386 παρ. 1+3β Π.Κ., τις οποίες ορθώς εφήρμοσε, ερμήνευσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για λόγους αναιρέσεως (αρ. 484 παρ. 1β+δ Κ.Π.Δ.) είναι αβάσιμες. Ειδικότερα εξετίμησε το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, αναφέρει διεξοδικά πως παρέστησαν ψευδώς στον μηνυτή, που ενδιαφερόταν για την αγορά ενός αυτοκινήτου Δ.Χ.Ε. Ταξί, ότι τους ανήκε και κατείχαν την άδεια κυκλοφορίας του υπ'αρ. ........ αυτοκινήτου Ταξί και είχαν την δυνατότητα να την μεταβιβάσουν σ'αυτόν με ολοκλήρωση εκ μέρους του των τυπικών διαδικασιών, με αποτέλεσμα να τον πείσουν να τους καταβάλει την 1/3/2005 το ποσό των 300 ευρώ ως προκαταβολή (του συνολικού τιμήματος των 138.000 ευρώ) για την αγοραπωλησία για την οποία υπεγράφη μεταξύ τους το από ........ ιδιωτικό συμφωνητικό και ακολούθως, έναντι του οφειλομένου τιμήματος, την ....... να οπισθογραφήσει και τους παραδώσει την υπ'αρ. ........ επιταγή της EUROBANK ποσού 133.450 ευρώ την οποία αυτοί εισέπραξαν και ακολούθως την 18/3/2005 να τους καταβάλει το ποσό των 4.250 ευρώ. Επίσης το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέχει την ειδική αιτιολογία και ως προς το υποκειμενικό στοιχείο, εξηγεί ότι αυτοί εγνώριζαν από την αρχή την αναλήθεια ουδέποτε είχαν αποκτήσει την άδεια κυκλοφορίας του άνω αυτοκινήτου, η οποία ανήκε στον Ζ1, ούτε είχαν την δυνατότητα να την μεταβιβάσουν διότι είχε ήδη μεταβιβασθεί κατόπιν εντολής του αληθούς κυρίου μέσω του Β1 στην Β2.Αποκλειστικός δε σκοπός ήταν να πείσουν τον μηνυτή να τους παραδώσει το παραπάνω χρηματικό ποσό των 138.000 ευρώ ζημιώνοντας τον μηνυτή αποκομίζοντας ισόποσο παράνομο περιουσιακό όφελος, αφού ούτε μετεβίβασαν την άδεια του αυτοκινήτου στον μηνυτή ούτε του επέστρεψαν τα χρήματα παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις. Είναι σαφές ότι δεν υφίσταται μόνο αστική διαφορά (ως υποστηρίζουν στις αναιρέσεις) απορρέουσα από την αδικοπραξία (αρ. 914 ΑΚ) αλλά και η υπό κρίση αξιόποινη συμπεριφορά θεμελιώνεται πλήρως. Κατά συνέπεια το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα, ορθώς έκρινε και απέρριψε με τις εφέσεις των κατηγορουμένων κατά του υπ'αρ. 2423/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, και οι υπό κρίση αναιρέσεις πρέπει να απορριφθούν κατ'ουσία και επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα. ΙΧ) Για τους λόγους αυτούςΠ ρ ο τ ε ί ν ω 1) Να απορριφθούν οι υπ'αρ. 56/2-3-2007 και 58/2-3-2007 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2 αντιστοίχως (κατοίκων......, οδός ......) κατά του υπ'αρ. 2778/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος των αναιρεσειόντων. Αθήνα 4-6-2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Οι υπό κρίση δυο αιτήσεις αναιρέσεως με αριθμό 56/2-3-2007 και 58/2-3-2007, πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας. Οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως του Χ1 και Χ1, κατά του υπ' αριθμό 2778/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι εφέσεις τους, κατά του υπ' αριθμό 2423/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που τους παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να δικαστούν για την πράξη της κακουργηματικής απάτης από κοινού, με παράνομο περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη περιουσιακή ζημία, που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι' αυτό και, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές. II. Κατά το άρθρο 386 παρ.1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάσταση της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά, που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωση του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου, κατά την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 386, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 45 του Π Κ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνην του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του ειρημένου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ιδρύουσα τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος υφίσταται, στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε (ευθεία παραβίαση) και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. III.- Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, με εξ ολοκλήρου επιτρεπτή αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση και μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Οι κατηγορούμενοι Χ1, και ο πατέρας του Χ2 διατηρούσαν κατάστημα πωλήσεως αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης - ταξί στην οδό ......, στην Αθήνα, περιοχή ....... Από δημοσιεύσεις που έκαναν στις εφημερίδες, ότι στο κατάστημα τους πωλούνται αυτοκίνητα - ταξί και άδειες λειτουργίας ταξί. πληροφορήθηκε γι αυτούς ο εγκαλώνΨ1, ενδιαφερόμενος, να αγοράσει αυτοκίνητο - ταξί, προκειμένου να το εκμεταλλευτεί επαγγελματικά, και επικοινώνησε με αυτούς δια τηλεφώνου, την 28.2.2005, για το σκοπό αυτό και στη συνέχεια τους επισκέφτηκε την ίδια ημέρα στο κατάστημα τους. Εκεί σε συζήτηση, που είχε με τον Χ1, γιο του Χ2, του είπε (ο Χ1), ότι υπάρχει διαθέσιμο προς πώληση το υπ' αριθμ.......... αυτοκίνητο ταξί μαζί με την άδεια για τη νόμιμη κυκλοφορία του, και συμφώνησε αρχικά προφορικά μαζί του για την αγορά τους (του ταξί και της άδειας). Στη συνέχεια, την 1.3.2005, ο μηνυτής, που πείστηκε από το Χ1 ότι μπορούσε να του πωλήσει το υπ' αριθμ. ....... αυτοκίνητο - ταξί με την άδεια του, του κατέβαλε, ως προκαταβολή του συνολικού συμφωνηθέντος τιμήματος των 138.000 ευρώ, το ποσό των 300 ευρώ. Στη συνέχεια ο εγκαλών, με σκοπό να ολοκληρωθεί, όπως πίστευε, η διαδικασία της μεταβίβασης της άδειας του αυτοκινήτου αυτού, στο όνομά του, προέβηκε στην υπογραφή της υπ' αριθμ. ........ σύμβασης δανείου μεταξύ αυτού και της τράπεζας EUROBANK για λήψη δανείου 135.000 ευρώ, με σκοπό την αγορά επαγγελματικού εξοπλισμού απ' αυτόν, στην υπογραφή του από ....... ιδιωτικού συμφωνητικού πωλήσεως μεταξύ αυτού και του Χ2, στην υπογραφή της από ...... και με αριθμό ......... σύμβασης δανείου μεταξύ αυτού και της τράπεζας EUROBANK για ποσό 15.748 ευρώ, στην έκδοση την ......., της υπ' αριθμ. ......... επιταγής της EUROBANK, ποσού 133.450 ευρώ, σε εκπλήρωση της προαναφερόμενης σύμβασης δανείου των 135.000 ευρώ, την οποία επιταγή αυθημερόν αυτός οπισθογράφησε στο Χ1, ώστε αυτός να μπορεί άμεσα να κάνει ανάληψη του ποσού της, όπως και πράγματι έκανε, στην υπογραφή του από ..... και με αριθμό....... συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, με το οποίο ο εγκαλών εξουσιοδοτούσε τον κατηγορούμενο Χ1, να αγοράζει οποιοδήποτε αυτοκίνητο, επιβατηγό ή φορτηγό, δημοσίας ή ιδιωτικής χρήσεως, και στην κατάθεση του ποσού των 4.250 ευρώ, στο λογαριασμό του Χ1, που έγινε την 18.3.
- Μ' αυτό τον τρόπο, οι δύο κατηγορούμενοι, που, εκτός από σχέση γιου και πατέρα, συνεργάζονταν στην παραπάνω επιχείρηση πώλησης ταξί και αδειών ταξί, που διατηρούσαν, απέσπασαν συνολικά από τον εγκαλούντα το ποσό των 138.000 ευρώ. Για τη διασφάλιση της απαίτησης του εγκαλούντα κατά των εκκαλούντων, αναφορικά με το ποσό των 138.000 ευρώ, που τους κατέβαλε, εξέδωσαν συν/κή ποσού 139.000 ευρώ, με ημερομηνία λήξεως την 11.4.
- Όμως, από τότε μέχρι και σήμερα, οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι δεν παρέδωσαν στο μηνυτή την άδεια για το υπ' αριθμ. ....... αυτοκίνητο - ταξί, ούτε και το αυτοκίνητο αυτό, όπως είχαν συμφωνήσει, ούτε του επέστρεψαν τα χρήματα, που τους έδωσε, παρότι αυτός επανειλημμένα τους ενόχλησε. Μετά από σχετική έρευνα, που έκανε ο μηνυτής σε συνεργασία με το συνταξιούχο δικηγόρο Κων/νο Ασπρίδη του Θεοχάρη, προέκυψε, ότι το υπ' αριθμ. ....... αυτοκίνητο - ταξί και η άδειά του ανήκε στον Ζ1, ο οποίος στην κατάθεσή του είπε, ότι δεν γνωρίζει τους κατηγορουμένους και φυσικά δεν ανέθεσε σ' αυτούς την εντολή να του πωλήσουν το υπ' αριθμ. ....... αυτοκίνητο - ταξί με την άδειά του. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι εκκαλούντες από την αρχή γνώριζαν, ότι δεν είχαν στη διάθεσή τους το υπ' αριθμ. ........ αυτοκίνητο - ταξί και την άδειά του και δεν μπορούσαν να το πωλήσουν στο μηνυτή. Παρόλα αυτά, του απέσπασαν σε τρεις δόσεις το παραπάνω ποσό των 138.000 ευρώ, προβάλλοντάς του, τον ισχυρισμό ότι δήθεν αυτοί κατείχαν την άδεια του αυτοκινήτου, και μπορούσαν να το μεταβιβάσουν σ' αυτόν. Οι ίδιοι δεν αρνούνται, ότι οφείλουν το ποσό των 138.000 ευρώ στον εγκαλούντα, όμως δεν δέχονται, ότι συμφώνησαν για την πώληση του συγκεκριμένου αυτοκινήτου και της άδειάς του, όμως ο ισχυρισμός αυτός δε βασίζεται στο αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας και έρχεται σε σύγκρουση με το γεγονός της καταβολής του τιμήματος του αυτοκινήτου η οποία δε θα είχε γίνει εάν δεν υπήρχε συγκεκριμένο αυτοκίνητο για αγορά. Οι εκκαλούντες απέσπασαν τα χρήματα από τον εγκαλούντα, ως τίμημα συγκεκριμένου αυτοκινήτου, το οποίο δήθεν είχαν στην κατοχή τους και μπορούσαν να το μεταβιβάσουν σ' αυτόν όμως δεν είχαν ούτε αυτοκίνητο - ταξί στην κατοχή τους ούτε είχαν δυνατότητα μεταβίβασης τέτοιου αυτοκινήτου. Ούτε διευκρινίζουν για ποια άδεια αυτοκινήτου - ταξί πήραν τα χρήματα, αν δεν τα πήραν για το συγκεκριμένο. Οι πράξεις αυτές των κατηγορουμένων στοιχειοθετούν πλήρως το έγκλημα της απάτης από κοινού, με περιουσιακή ζημία άνω των 25 εκατ. δραχμών ή 73.000 ευρώ, για το οποίο κατηγορούνται, συνεπώς προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή τους στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, και το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών που τους παρέπεμψε στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών να δικαστούν για την πράξη αυτή καλώς έπραξε και η έφεση των ανωτέρω, που υποστηρίζει τα αντίθετα, σφάλλει και πρέπει ν' απορριφθεί κατ' ουσία. Ακολούθως, το Συμβούλιο Εφετών, με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα, έκρινε ότι προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων και απέρριψε κατ' ουσία τις εφέσεις τους, που άσκησαν κατά του πρωτόδικου βουλεύματος, με το οποίο παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς (για κακουργήματα) Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να δικαστούν, ως υπαίτιοι απάτης από κοινού σε βαθμό κακουργήματος, από την οποία το συνολικό όφελος που επιδίωξαν και αντίστοιχα η συνολική περιουσιακή ζημία που προξένησαν, υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο αυτοί παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο, επίσης δε τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 45, 386 παρ.1 και 3β του ΠΚ, όπως η παρ.3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.4 του Ν. 2721/1999, τις οποίες σωστά εφάρμοσε και ερμήνευσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Συνεπώς, οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ.1 περ. β και δ του Κ.Π.Δ) είναι απορρίπτεες ως αβάσιμες. Ειδικότερα, εκτίθεται στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, σε συνδυασμό με το διατακτικό του, με πληρότητα και σαφήνεια, ότι το Συμβούλιο εκτίμησε το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και αναφέρει λεπτομερώς και αναλυτικά με ποιο τρόπο οι αναιρεσείοντες από κοινού παρέστησαν ψευδώς στον εγκαλούντα, σε γνώση της αναληθείας, συγκεκριμένα περιστατικά που προέκυψαν. Ειδικότερα, ότι οι αναιρεσείοντες- κατηγορούμενοι, διέθεταν προς πώληση μια επαγγελματική άδεια ΤΑΞΙ, ότι η άδεια αυτή τους ανήκε και ότι κατείχαν την άδεια κυκλοφορίας του υπ' αριθμό ......., ακόμη δε διαβεβαίωσαν τον εγκαλούντα ψευδώς, ότι είχαν τη δυνατότητα αυτοί (αναιρεσείοντες), να του μεταβιβάσουν τη σχετική άδεια, αναλαμβάνοντες οι ίδιοι την ολοκλήρωση των τυπικών διαδικασιών. Έτσι, τον παρέπεισαν να τους καταβάλει, την 1-3-2006, ως προκαταβολή το ποσό των 300 ευρώ, έναντι συμφωνηθέντος εγγράφως, την ......., συνολικού τιμήματος των 138.000 ευρώ. Επίσης διεξοδικά αναφέρονται στο αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα και τα περιστατικά εκείνα, που συνέχονται με την παραπλάνηση του εγκαλούντος, που έλαβε χώρα κατά την ως άνω ημεροχρονολογία, στην έδρα της επιχειρήσεως των αναιρεσειόντων και με το ύψος του τιμήματος που συμφωνήθηκε σε 138.000 ευρώ, όπως και ο τρόπος εξοφλήσεώς του, που εξαρτήθηκε από την ολοκλήρωση της διαδικασίας μεταβιβάσεως της σχετικής αδείας από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Συγκοινωνιών, για την οποία, άλλωστε, συμφωνία, είχε υπογραφεί μεταξύ τους, το από ...... ιδιωτικό συμφωνητικό και για την εκπλήρωση της οποίας καταβλήθηκε στους αναιρεσείοντες, λόγω αρραβώνος, το ποσό των 300 ευρώ. Επιπρόσθετα το Συμβούλιο δέχθηκε ότι ο εγκαλών, την ........, λόγω οπισθογραφήσεως μεταβίβασε σ' αυτούς την υπ' αριθ. ......... επιταγή της EUROBANK, ποσού 133.450 ευρώ, την οποία και εισέπραξαν, πλέον ποσού από 4250 ευρώ, που τους κατέβαλε την 18.3.2005, σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση του τιμήματος. Επιπρόσθετα, το προσβαλλόμενο βούλευμα, με ειδική αιτιολογία, αναφέρεται και στο υποκειμενικό στοιχείο του κοινού δόλου των αναιρεσειόντων, οι οποίοι γνώριζαν εξαρχής ότι ουδέποτε είχαν αποκτήσει τη σχετική άδεια κυκλοφορίας του συγκεκριμένου οχήματος, η οποία ανήκε σε τρίτο, στον Ζ1, και την οποία, άλλωστε, δεν είχαν τη δυνατότητα να μεταβιβάσουν στον εγκαλούντα, αφού, ήδη, η σχετική άδεια είχε μεταβιβαστεί από τον πραγματικό κύριο στην Β
- Ότι, παρ' όλα αυτά, ο σκοπός τους ήταν να παραπείσουν τον εγκαλούντα, ο οποίος παραπλανήθηκε από τις ως άνω διαβεβαιώσεις τους, ζημιώνοντας με τον τρόπο αυτό την περιουσία του κατά το ισόποσο των 138.000 ευρώ, το οποίο αποκόμισαν αυτοί και ωφελήθηκαν παρανόμως. Ενόψει αυτών, αμφότεροι οι λόγοι των αιτήσεων αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45 και 386 παρ. 1, 3 του ΠΚ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθώς και οι αιτήσεις τους στο σύνολό τους. Απορριπτομένων των αιτήσεων, πρέπει οι αναιρεσείοντες να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα, τα οποία θα επιβληθούν χωριστά για τον καθένα απ' αυτούς (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις με αριθμό 56/2.3.2007 και 58/2.3.2007 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2, για αναίρεση του με αριθμό 2778/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται, για τον καθένα, σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου
- Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ