← Ελλάδα

ΑΠ 2298/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Απόφαση αθωωτική

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2298 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Απόφαση αθωωτική. Περίληψη: Αναίρεση Εισαγγελέα Αρείου Πάγου κατά αθωωτικής αποφάσεως. Μοναδικός λόγος η έλλειψη αιτιολογίας. Απόρριψη αιτήσεως γιατί το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Αριθμός 2298/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 205/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών. Με κατηγορούμενο τον Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπαναστασόπουλο και με πολιτικώς ενάγοντα το ..... Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 32/25.05.2007 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 972/2007. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠοινΔ ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε τριάντα

(30)ημέρες από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης τελεσίδικης αποφάσεως καθαρογραμμένης στο προβλεπόμενο από το άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ ειδικό βιβλίο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού Δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ίδιου Κώδικα απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά δε, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και ότι η αθωότητα εκείνου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, και οι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε απαλλακτική κρίση για τον κατηγορούμενο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 205/2007 αποφάσεώς του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών (που δίκασε σε πρώτο βαθμό και κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο για την αξιόποινη πράξη της κλοπής κατ' εξακολούθηση) δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Χ προσλήφθηκε κατά τον μήνα Απρίλιο 2002 από τον εγκαλούντα .... με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να εργαστεί ως πωλητής στην επιχείρηση εμπορίας ποτών και αναψυκτικών (κάβα) που διατηρεί ο τελευταίος στην οδό ... αριθμ. ... των .... Τα καθήκοντα του σκατηγορουμένου ήταν να κάνει α) διανομές ποτών και αναψυκτικών, εκτός του καταστήματος, σε διάφορους πελάτες του εγκαλούντος, αλλά και β) χρέη ταμία χειριζόμενος την ταμειακή μηχανή, εντός του καταστήματος, όταν παρίστατο ανάγκη, κατά την απουσία του εγκαλούντος ή της συζύγου του. Ο εγκαλών ισχυρίζεται ότι από τον μήνα Αύγουστο 2002 αντιλήφθηκε ότι χάνονταν χρήματα τόσο από το ταμείο όσο και από ένα τσαντάκι που διατηρούσε πάντα στο κατάστημά του, μέσα στο οποίο τοποθετούσε διάφορα έγγραφα και το χρηματικό ποσό των 3.000 ευρώ και ότι γνώριζε καθημερινώς πόσα χρήματα είχε μέσα σε αυτό. Το τσαντάκι δε αυτό παρέμενε διαρκώς ανοικτό διότι δεν ασφάλιζε καθ' οιονδήποτε τρόπο. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι χάνονταν κάθε εβδομάδα με δέκα ημέρες περί τα 900 ευρώ κατά μέσο όρο από το τσαντάκι, τούτο δε συνέβη περί τις 10 με 11 φορές. Έτσι το ποσό που αφαιρέθηκε από το τσαντάκι ανέρχεται (κατά τους ισχυρισμούς του εγκαλούντος) σε 9.000 ευρώ περίπου, ενώ από το ταμείο χάνονταν καθημερινά χρήματα που ανήλθαν συνολικά κατά το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο έως την 13-12-2002 περί τα 5.000 με 6.000 ευρώ, και έτσι απωλέσθηκαν κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα από το τσαντάκι και από το ταμείο συνολικά 15.000 ευρώ. Κατ' αρχήν ο εγκαλών υποψιάστηκε την σύζυγό του ως υπαίτια για την κλοπή των χρημάτων, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν σοβαρές προστριβές μεταξύ τους και εξ αυτού του λόγου ήρθαν σε διάσταση για ένα μήνα με την αποχώρηση του εγκαλούντος από την συζυγική στέγη. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα του μηνός που διήρκεσε η διάσταση του ζεύγους η ίδια η σύζυγος του εγκαλούντος και μάρτυρας Ζ κατέθεσε ότι δεν χάθηκαν χρήματα. Τελικά προς χάριν της συνοχής της οικογένειάς τους και των παιδιών τους επανασυμβίωσαν, όμως (κατά τον εγκαλούντα) συνεχίστηκε η απώλεια των χρημάτων και έτσι ο ίδιος αποφάσισε περί τα μέσα Νοεμβρίου 2002 και τοποθέτησε κρυφή κάμερα εντός του καταστήματός του. Σημειώνεται ότι ο εγκαλών είχε φιλικές σχέσεις με τον κατηγορούμενο και συζητούσε μαζί του το πρόβλημα που αντιμετώπιζε με την απώλεια των χρημάτων του, μάλιστα ο τελευταίος (κατηγορούμενος) τον συμβούλευε να βάλει κρυφή κάμερα για να συλλάβει τον κλέφτη, πράγμα που τελικά έκανε ο εγκαλών, όπως προαναφέρθηκε. Μετά την τοποθέτηση της κάμερας ο εγκαλών ισχυρίζεται ότι το δράστης της κλοπής ήταν ο κατηγορούμενος καθόσον για πέντε ημερομηνίες, δηλ. στις 25-11-2002, 2-12, 3-12, 9-12 και 13-12-2002 εμφανίζεται αυτός να αφαιρεί χρήματα τόσο από την ταμειακή μηχανή όσο και από το τσαντάκι, προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του αυτού προσκόμισε στο Δικαστήριο φωτογραφίες με τις παραπάνω ημερομηνίες που έχουν ληφθεί από την βιντεοταινία που είχε εν τω μεταξύ καταγράψει η κρυφή κάμερα. Ωστόσο από ουδέν αποδεικτικό στοιχείο από τα παραπάνω προαναφερθέντα αποδείχτηκε πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της κλοπής κατ' εξακολούθηση για την οποία κατηγορείται. Ειδικότερα, και όσον αφορά τις φωτογραφίες που έχουν ληφθεί από την βιντεοταινία κατά τις παραπάνω πέντε ημερομηνίες, σ'αυτές πράγματι εμφανίζεται ο κατηγορούμενος να κάθεται πίσω από ένα γραφείο στο σημείο όπου είναι τοποθετημένη η ταμειακή μηχανή και σε μερικές στάσεις, ή ταμειακή μηχανή φαίνεται να είναι ανοιγμένη, πράγμα που κατά τον εγκαλούντα σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος την είχε ανοίξει για να αφαιρέσει χρήματα από το ταμείο, ενώ σε άλλες φωτογραφίες ο κατηγορούμενος εμφανίζεται να κάθεται πίσω από το γραφείο και να σκύβει, που κατά τον εγκαλούντα σημαίνει ότι είχε σκύψει και έψαχνε για το τσαντάκι (καθόσον στο σημείο εκείνο πίσω από το γραφείο τοποθετούσε το τσαντάκι), ενώ σε μια από τις φωτογραφίες αυτές (πάντοτε κατά τον εγκαλούντα) αφαιρεί χρήματα από το τσαντάκι. Όμως, από τις φωτογραφίες αυτές το Δικαστήριο ουδόλως μπορεί να σχηματίσει ασφαλή δικανική πεποίθηση ότι ο κατηγορούμενος πράγματι αφαιρούσε χρήματα και τούτο διότι, όπως αναφέρθηκε αυτός εκτελούσε και χρέη ταμία και γι'αυτό μπορούσε ανά πάσα στιγμή κατά την απουσία του εγκαλούντος να χειρίζεται την ταμειακή μηχανή για να συναλλάσσεται με πελάτες. Και ναι μεν από τις φωτογραφίες αυτές δεν φαίνεται να υπάρχει κάποιο άλλο άτομο (πελάτης) στον χώρο που εμφανίζεται στις φωτογραφίες, όμως δεν είναι βέβαιο ότι η κάμερα από την θέση που είχε τοποθετηθεί μπορούσε να καλύψει όλο τον χώρο του καταστήματος. Περαιτέρω το γεγονός ότι σε μερικές φωτογραφίες ο κατηγορούμενος φαίνεται να σκύβει ουδόλως αποδεικνύει ότι έσκυβε για να αφαιρέσει χρήματα από το τσαντάκι. Μπορούσε να σκύψει για πολλούς λόγους, π.χ. να μαζέψει κάτι που του έπεσε στο δάπεδο, ή να δέσει τα κορδόνια των παπουτσιών του. Τέλος η φωτογραφία, που κατά τον εγκαλούντα δείχνει τον κατηγορούμενο να κρατάει το τσαντάκι στα χέρια του, αυτή που είναι πολύ θολή, ουδεμία τέτοια απεικόνιση εμφανίζει, αφού από την θεώρησή της προκύπτει ότι εμφανίζεται μεν ο κατηγορούμενος να κάθεται κανονικά πίσω από το γραφείο, ενώ δεν φαίνεται να κρατάει οποιοδήποτε αντικείμενο. Εκτός όμως των φωτογραφιών και από ουδέν άλλο από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος πράγματι αφαιρούσε χρήματα. Ο εγκαλών δεν είναι σε θέση να καταθέσει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο για τα χρηματικά ποσά που εισέπραττε και είχε εντός του καταστήματός του (στο ταμείο και στο τσαντάκι του) καθημερινά και πόσα χρήματα αφαιρούνταν από εκεί, αλλά φαίνεται να γνωρίζει μόνο τα ποσά που απώλεσε και τα οποία στην μεν από 19-1-2002 εξώδικη καταγγελία συμβάσεως εργασίας - διαμαρτυρία κλπ προς τον κατηγορούμενο ανέρχονται σε 9.000 ευρώ, ενώ μετά ένα μήνα στις 20-1-2003 σε δεύτερο εξώδικό του προς τον κατηγορούμενο αναβιβάζει το απωλεσθέν ποσό σε 15.000 ευρώ, δεν μπόρεσε δε να δώσει σαφείς εξηγήσεις στο Δικαστήριο πως τα 9.000 ευρώ έγιναν 15.000 ευρώ και πώς εξάγει το συμπέρασμα για το ύψος των χρημάτων που έχανε. Επίσης απορίας άξιο είναι πώς άφηνε στο τσαντάκι ένα τόσο μεγάλο χρηματικό ποσό (3.000 ευρώ) ανασφάλιστο και ενώ άρχισαν να χάνονται από εκεί μεγάλα χρηματικά ποσά 700, 900 ή 1100 ευρώ ανά τακτά χρονικά διαστήματα (κάθε εβδομάδα με δέκα ημέρες επί δέκα με έντεκα φορές όπως καταθέτει), αδράνησε για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα (από τον Αύγουστο μέχρι τα μέσα Νοεμβρίου) για να διερευνήσει το θέμα της απώλειας τόσων πολλών χρημάτων του, ενώ σε συνεννόηση με την αστυνομία και με προσημειωμένα χαρτονομίσματα, μπορούσε να συλληφθεί ο δράστης. Η φράση που φέρεται κατά την σύζυγο του εγκαλούντος και μάρτυρα Ζ να είπε ο αδελφός του κατηγορουμένου και μάρτυρας ... "αυτός πρέπει να την έκανε μην τον πάτε στην Αστυνομία", την οποία (φράση) αρνείται ο μάρτυρας αυτός, ουδόλως αποδεικνύει την πράξη της κλοπής εκ μέρους του κατηγορουμένου. Περαιτέρω σημειώνεται ότι κλειδιά του καταστήματος και πρόσβαση σ' αυτό, εκτός από την σύζυγο του εγκαλούντος, είχε και ο πατέρας της (βλ. κατάθεση συζύγου εγκαλούντος Ζ). Ενόψει όλων αυτών το Δικαστήριο διατηρεί πολλές αμφιβολίες τόσο για το αν απωλέσθηκαν χρήματα από το κατάστημα του εγκαλούντος, όσο και για το αν δράστης της κλοπής αυτών ήταν ο κατηγορούμενος και γι' αυτό τον κηρύσσει αθώο". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία αντικειμενικών στοιχείων του άνω εγκλήματος της κλοπής κατ' εξακολούθηση, για το οποίο αθωώθηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους λόγους για τους οποίους κατέληξε σε απαλλακτική κρίση γι' αυτόν. Ειδικότερα, η παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι "... το Δικαστήριο διατηρεί πολλές αμφιβολίες τόσο για το αν απωλέσθηκαν χρήματα από το κατάστημα του εγκαλούντος, όσο και για το αν δράστης της κλοπής αυτών ήταν ο κατηγορούμενος" δεν είναι αντιφατική, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, αλλά επιτείνει τις εν λόγω αμφιβολίες του Δικαστηρίου της ουσίας περί της ενοχής του κατηγορουμένου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και συνακόλουθα και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25 Μαΐου 2007 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' αριθ. 205/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Οκτωβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.