← Ελλάδα

ΑΠ 230/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 230 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία. Περίληψη: Απάτη ιδιαίτερα μεγάλης ζημιάς τελεθείσα κατ' επάγγελμα, η από την οποία περιουσιακή ζημία του παθόντος και το αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος του δράστη υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. (ευρώ 73.000). Απορρίπτει κατ' ουσία αναιρέσεις κατά καταδικαστικής αποφάσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, καθόσον εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας τα στοιχεία της απάτης χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις στις παραδοχές της ως προς τις ψευδείς παραστάσεις γεγονότων εκ μέρους του δράστη στον εγκαλούντα, το δόλο του υπαιτίου για το ψευδές των παραστάσεων και την επιδίωξη προσπορισμού παράνομου περιουσιακού οφέλους και τον αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς του δράστη και της πλάνης του παθόντος καθώς και της συνέπεια αυτής της πλάνης συμπεριφοράς του απατηθέντος από εμπεριείχε περιουσιακή διάθεση από την οποία επήλθε βλάβη στην περιουσία του. Αιτιολογημένα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως τελέσεως από το δράστη της απάτης κατ' επάγγελμα εφόσον εκτίθενται περιστατικά για την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως από το δράστη έναντι και άλλων εξαπατηθέντων με σκοπό πορισμόν εισοδήματος. Δεν απαιτείτο ιδιαίτερη αιτιολόγηση για την απόρριψη αρνητικού της κατηγορίας ισχυρισμού της υπεράσπισης του κατηγορουμένου ότι επρόκειτο για αστική φύσεως διαφορά ούτε ήταν υποχρεωτική η απάντηση του δικαστηρίου της ουσίας αιτιολογημένα σε αορίστως προβληθέντα από την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ισχυρισμό περί αναγνωρίσεως ελαφρυντικών. Απορρίπτει αίτηση. Αριθμός 230/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή και Βασίλειο Φράγγο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αρκουμάνη, περί αναιρέσεως της 3094/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γιαννόπουλο. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Απριλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 630/2009. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 Π.Κ., όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ενοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία ως παράγωγο αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και προήλθε σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Ειδικότερα δε η παράσταση ψευδών γεγονότων συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη, και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις, χωρίς να απαιτείται και ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος προσώπου και ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του παραπάνω περιουσιακού οφέλους του δράστη ή του τρίτου. Το περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ο δράστης πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτομένου στη διάθεση της οποίας προήλθε ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε αυτό να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης. Κατά την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου 386 Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 1 παρ. ii του ν. 2408/1996 και ακολούθως με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999 και έγινε ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο ώστε να εφαρμόζεται αναδρομικά κατά το άρθρο 2 Π.Κ. και για πράξεις που είχαν τελεσθεί προηγουμένως, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα τιμωρουμένη με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία, υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. (ήδη 15.000 ευρώ) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό ήδη των 73.000 ευρώ.... Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδάφιο στ' του Π.Κ., που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για προορισμό εισοδήματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του Π.Κ. προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Εξ άλλου η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξεως απαιτούνται εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική της υπόσταση και ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου προσθέτου αποτελέσματος, πράγμα που συμβαίνει και στο έγκλημα της απάτης, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στο δόλο του δράστη ως προς το ψευδές της παραστάσεως, αποκρύψεως ή αποσιωπήσεως και την επιδίωξή του για προσπορισμό παρανόμου περιουσιακού οφέλους για τον εαυτό του ή για άλλον με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του πλανωμένου ή του τρίτου με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο τη γνώση όσο και το σκοπό προσπορισμού του παρανόμου περιουσιακού οφέλους, άλλως η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης κατά την άνω έννοια αιτιολογίας. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στην παραδοχή των επιβαρυντικών περιστάσεων όπως είναι αυτές του άρθρου 386 παρ. 3 Π.Κ. και του άρθρου 13 στοιχ. στ' Π.Κ. και να περιλαμβάνει, ειδικότερα, έκθεση των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοιά τους. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει στην ποινική απόφαση όχι μόνο ως προς την κατηγορία αλλά και όσον αφορά στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιοι είναι οι ισχυρισμοί που κατατείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επί των αορίστως προβαλλομένων τέτοιων ισχυρισμών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι ισχυρισμοί για συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ.. Περαιτέρω η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως αποτελεί κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, υπάρχει δε εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου δηλαδή όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 3094/2008 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο εγκαλών και πολιτικώς ενάγων Ψ, συνοδευόμενος από τον ως μάρτυρα εξετασθέντα ..., που εργάζοταν ως τεχνίτης στην επιχείρηση εμπορίας ελαστικών αυτοκινήτων και μοτοσικλετών του άνω εγκαλούντος λειτουργούσα στην ... με την μορφή ομόρρυθμου εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Ψ και ΣΙΑ Ο.Ε" ήλθαν στην ... στις αρχές Φεβρουαρίου 2000 και επισκέφθηκαν τον κατηγορούμενο στο κατάστημά του από όπου ο τελευταίος ασκούσε παρόμοια εμπορία, ύστερα από σύσταση κάποιου γνωστού του που του είχε υποδείξει, τον κατηγορούμενο για να προμηθευθεί ελαφρώς μεταχειρισμένες μοτοσυκλέτες και αυτοκίνητα τα οποία θα προέρχονταν από τον ΟΔΔΥ. Εκεί είδαν να είναι σταθμευμένο ένα ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγό αυτοκίνητο πολυτελούς κατασκευής, εργοστασίου ... καθώς και άλλα αυτοκίνητα που ήταν σταθμευμένα έξω από το κατάστημα του κατηγορουμένου. 'Εγιναν τότε από τον ήδη αναιρεσείοντα εν γνώσει του παραστάσεις ψευδών γεγονότων ως αληθινών προς τον πολιτικώς ενάγοντα καθόσον σε σχέση με το πολυτελές ΙΧΕ αυτοκίνητο ... εμφάνισε τούτο ο κατηγορούμενος ότι ήταν δικό του ενώ για τα λοιπά σταθμευμένα έξω από το κατάστημά του αυτοκίνητα δήλωσε στον πολιτικώς ενάγοντα ότι ήταν εξ αυτών που προμηθευόταν ελαφρώς μεταχειρισμένα μέσω των γνωριμιών και διασυνδέσεων που διέθετε στον ΟΔΔΥ σε πολύ συμφέρουσες χαμηλές τιμές και τα οποία στη συνέχεια διέθετε σε ενδιαφερόμενους τρίτους προσθέτοντας ότι στις ίδιες χαμηλές τιμές είχε τη δυνατότητα να προμηθεύσει στον πολιτικώς ενάγοντα και ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγά αυτοκίνητα όμοια προς τα άνω σταθμευμένα αλλά και μοτοσυκλέτες. Από άλλα ευρισκόμενα στο παραπάνω κατάστημα άτομα που εμφανίσθηκαν ως αγοραστές τέτοιων αυτοκινήτων επιβεβαιώθηκαν όσα ισχυρίσθηκε ο ήδη αναιρεσείων για το ότι μπορούσε να προμηθεύσει αυτοκίνητα ΙΧΕ και μοτοσυκλέτες στον πολιτικώς ενάγοντα κατά τον τρόπο που του είχε αναφέρει. Ακόμη παρέστησε ο αναιρεσείων στον πολιτικώς ενάγοντα για να τον εμπιστευθεί ο τελευταίος ότι διέθετε αξιόλογη περιουσία, ότι διέθετε πολυτελές ξενοδοχείο στο ... και ότι ήταν φερέγγυο άτομο και ότι αυτή η περιουσία του σε συνδυασμό με τις γνωριμίες και διασυνδέσεις του επέτρεπαν την απόκτηση των οχημάτων από τον ΟΔΔΥ σε χαμηλές τιμές. Οι άνω παραστάσεις στις οποίες προήλθε ο κατηγορούμενος ήταν ψευδείς διότι αυτός δεν διέθετε ούτε γνωριμίες ούτε διασυνδέσεις στον ΟΔΔΥ και δεν μπορούσε να προμηθεύσει σε άλλους αυτοκίνητα και μοτοσυκλέτες από τον άνω Οργανισμό, δεν είχε δε ο κατηγορούμενος ούτε ιδιόκτητο ξενοδοχείο στο .πολυτελές ΙΧΕ αυτοκίνητο εργοστασίου ... και τα άλλα αυτοκίνητα που ήταν σταθμευμένα έξω από το κατάστημά του ανήκαν όχι σ' αυτόν αλλά τα είχε μισθώσει από τρίτους αναμένοντας την επίσκεψη του εγκαλούντος για να τον πείσει για την αλήθεια των ισχυρισμών του, επίσης δε οι παρευρισκόμενοι στο κατάστημά του κατά τον χρόνο που μετέβη εκεί ο πολιτικώς ενάγων ήταν άτομα που είχε συγκεντρώσει εκεί ο κατηγορούμενος για να τον ενισχύσουν στην προσπάθειά του να πείσει τον πολιτικώς ενάγοντα να δεχθεί όσα του πρότεινε. Με αυτές τις ψευδείς παραστάσεις ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος είχε σκοπό να πείσει τον εγκαλούντα να του καταβάλει το τίμημα της αγοραπωλησίας δήθεν από τον ΟΔΔΥ αυτοκινήτων και μοτοσυκλετών και να αποκομίσει έτσι παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του πολιτικώς ενάγοντος αφού δεν μπορούσε ο κατηγορούμενος να επιτύχει την αγορά τέτοιων οχημάτων κατά τον άνω τρόπο. Πείσθηκε από αυτές τις ψευδείς παραστάσεις του κατηγορουμένου και κατέβαλε σ' αυτόν ο πολιτικώς ενάγων εντός του διμήνου Φεβρουαρίου - Μαρτίου 2000 τμηματικά το συνολικό ποσό των 37.000.000 δραχμών και συγκεκριμένα α) την 1-2-2000 ποσό 1.500.000 δρχ., β) την 18/2/2000 ποσό 1.5000.000 δρχ., γ) την 25-2-2000 ποσό 1.000.000 δρχ. και έτερο ποσό επίσης 1.000.000 δρχ., δ) την 7-3-2000 ποσό 6.000.000 δρχ. ε) την 14-3-2000 ποσό 12.00.000 δρχ. και στ) την 24-3-2000 ποσό 14.000.000 δρχ. προκειμένου να προβεί ο κατηγορούμενος στην τακτοποίηση των αναγκαίων εγγράφων και εν συνεχεία στην αγορά για λογαριασμό του εγκαλούντος 1) ενός αυτοκινήτου ΙΧΕ εργοστασίου ... τύπου ..., 2) δύο αυτοκινήτων ΙΧΕ εργοστασίου ... τύπου Α4 και Α3 αντιστοίχως, 3) δύο αυτοκινήτων τύπου ..., 4) 59 μοτοσυκλετών, τα οποία δεν είχε την πρόθεση ούτε την δυνατότητα να του προμηθεύσει ο κατηγορούμενος με αποτέλεσμα να υποστεί ισόποση περιουσιακή ζημία ου είναι ιδιαίτερα μεγάλη και υπερέβαινε το ποσό των 25.000.000 δραχμών ο εγκαλών, ο οποίος ενεργούσε ατομικώς και όχι με την ιδιότητα του εκπροσωπούντος την άνω ομόρρυθμη εταιρεία και να πλουτίσει παρανόμως κατά το αντίστοιχο ποσό ο κατηγορούμενος. Επίσης για να κάνει τον πολιτικώς ενάγοντα να μην ανησυχεί και να τον πείσει περί της ειλικρινείας όσων του εδήλωσε, ο κατηγορούμενος στις 23-3-2000 υπέγραψε την αναγνωσθείσα υπεύθυνη δήλωση επί εντύπου του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 περί του ότι έλαβε από τον εγκαλούντα το ποσό των 37.000.000 δρχ. για την πώληση των ανωτέρω οχημάτων και ότι σε περίπτωση που δεν θα γινόταν αυτή οφείλει αυθημερόν να του επιστρέψει τα χρήματα μετά δε από την δήλωση αυτήν καταβλήθηκε από τον εγκαλούντα το υπόλοιπο των 14.000.000 δρχ. στον κατηγορούμενο και συμπληρώθηκε έτσι το συνολικώς για την άνω αιτία καταβληθέν ποσό των 37.000.000 δρχ.. Κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως τα αναφερόμενα ως γενόμενα δεκτά άνω περιστατικά αποδεικνύονταν και από όσα κατέθεσαν ο πολιτικώς ενάγων, ο προαναφερθείς εργαζόμενος στην επιχείρησή του και ο έτερος μάρτυρας ... για τον οποίο αναφέρεται στην απόφαση ότι συγκαταλέγεται σε όσους έπεισε με τον ίδιο τρόπο ο κατηγορούμενος και του απέσπασε την ίδια χρονική περίοδο το χρηματικό ποσό των 3.300.000 δραχμών ενώ γίνεται ακόμη λόγος και για έτερο άτομο τον ..., από τον οποίο ο κατά τις περαιτέρω παραδοχές της ίδιας αποφάσεως απέσπασε ο κατηγορούμενος ενεργώντας ομοίως ως άνω τμηματικά ποσό 10.000.000 δραχμών και για την οποία πράξη του ενώ είχε καταδικασθεί πρωτοδίκως, όταν εισήχθη για να εκδικασθεί κατ' έφεση η υπόθέση, λόγω του ότι είχε επιστραφεί στον άνω παθόντα το ποσό αυτό και προήλθε σε σχετική δήλωση εκείνος που παραιτήθηκε από την πολιτική αγωγή, κηρύχθηκε αθώος ο κατηγορούμενος με την επίσης αναγνωσθείσα 2556/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Ακόμη κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ο κατηγορούμενος από το ποσό των 37.000.000 δρχ. που δέχεται ότι του καταβλήθηκε για την άνω αιτία επέστρεψε ποσό αντιστοιχο των 9.000 ευρώ στον πολιτικώς ενάγοντα όπως κατέθεσε ο τελευταίος και προβάλλει οικονομική αδυναμία επιστροφής του υπολοίπου, κρίθηκε δε από το Εφετείο αβάσιμος ο έτερος ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η διαφορά του με τον πολιτικώς ενάγοντα ήταν αστικής φύσεως. Δέχθηκε τέλος το Εφετείο όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο ήδη αναιρεσείων διέπραττε κατ' επανάληψη απάτες, ότι είχε δημιουργήσει υποδομή με σκοπό την επανειλημμένη τέλεση της αξιοποίνου αυτής πράξεως και προέκυπτε σκοπό του προς πορισμό εισοδήματος. Με τις σκέψεις αυτές δέχθηκε το Εφετείο ότι στοιχειοθετείτο πλήρως η πράξη που αποδιδόταν στον κατηγορούμενο τον οποίο κήρυξε ένοχο απάτης, τελεσθείσης κατ' επάγγελμα με την παράσταση των άνω ψευδών γεγονότων από αυτόν προς τον εγκαλούντα, από τα οποία πείσθηκε και του κατέβαλε το δίμηνο Φεβρουαρίου - Μαρτίου 2000 το συνολικό ποσό των 37.000.000 δραχμών, η δε προξενηθείσα ζημία και το περιουσιακό όφελος που αποκόμισε και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών και κατεδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα σε ποινή καθείρξεως έξι

(6)ετών. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο ένοχο κακουργηματικής απάτης διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάσει τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α', 27 παρ. 1, 13 στοιχ. στ' και 386 παρ. 1 και 3 Π.Κ. όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 2408/1996 και με το άρθρο 14 παρ. 4 ν. 2721/1999 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφώς τα ψευδή γεγονότα σε παράσταση των οποίων προήλθε ο κατηγορούμενος προς τον εγκαλούντα και ότι αποδείχθηκε όπως δέχεται το Εφετείο ότι αυτά δεν ήταν αληθινά διότι δεν είχε γνωριμίες ούτε διέθετε διασυνδέσεις ο κατηγορούμενος στον ΟΔΔΥ για να μπορεί μέσω αυτών να προμηθεύεται αυτοκίνητα και μοτοσυκλέτες που να τα διαθέτει στη συνέχεια σε χαμηλές τιμές στους ενδιαφερόμενους να αγοράσουν τέτοια οχήματα ούτε είχε περιουσιακά στοιχεία όπως ξενοδοχείο στο ... και πολυτελές επιβατηγό αυτοκίνητο ... δικά του και από τα περιστατικά αυτά που από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προέκυπταν προσδιοριζόταν και ο δόλος του ως προς την εν γνώσει του ψευδούς αυτών παράσταση των γεγονότων αυτών και την επιδίωξη προσπορισμού μέσω αυτών παρανόμου περιουσιακού οφέλους εκ μέρους του κατηγορουμένου για τον εαυτό του. Εκτίθενται ακόμη στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκώς τα περιστατικά από τα οποία κατά τα γενόμενα δεκτά από το Εφετείο προέκυπτε η πράξη στην οποία προήλθε ο εγκαλών δηλαδή η καταβολή από αυτόν τμηματικά εντός του διμήνου από Φεβρουάριο έως και Μάρτιο 2000 των αθροιζομένων συνολικά σε 37.000.000 δραχμές επιμέρους χρηματικών ποσών προς τον κατηγορούμενο και αιτιολογείται ότι η περιουσιακή αυτή διάθεση ήταν άμεση συνέπεια της απατηλής ενεργείας του κατηγορουμένου, δηλαδή της παραστάσεως των άνω ψευδών γεγονότων ως αληθινών, από την οποία οδηγήθηκε ο εγκαλών που παραπείσθηκε στην καταβολή αυτών των ποσών στον κατηγορούμενο, καθώς και η αντίστοιχη προς το επιδιωχθέν από τον κατηγορούμενο παράνομο περιουσιακό όφελος ζημία που επήλθε στην περιουσία του παθόντος και ότι το ποσό αυτής υπερέβαινε τα 25.000.000 δραχμές. Είναι απορριπτέες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 386 Π.Κ. υπό την επίκληση άνευ ειδικότερου προσδιορισμού, ασαφειών και αντιφάσεων καθώς και ότι είναι εντελώς τυπική η αιτιολογία της αποφάσεως και γίνεται πιστή αντιγραφή του διατακτικού της καθόσον περιέχονται και στο σκεπτικό και στο διατακτικό της πληττόμενης αποφάσεως εκτός από τα τυπικά στοιχεία και τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε το δικαστήριο της ουσίας την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της τελεσθείσης αξιοποίνου πράξεως. Διαλαμβάνονται εξ άλλου στην προσβαλλόμενη απόφαση συγκεκριμένα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά όσον αφορά τη συνδρομή της κατ' επάγγελμα τελέσεως από τον κατηγορούμενο της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος καθόσον για να στηρίξει την κρίση του το δικαστήριο της ουσίας δεν περιορίζεται στην κατά λέξη επανάληψη της διατυπώσεως του κειμένου του νόμου, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αλλά δέχθηκε ότι προέκυψε από τα αναφερόμενα από τους εξετασθέντες μάρτυρες ότι ο κατηγορούμενος εκτός από τα χρήματα που απέσπασε από τον εγκαλούντα και τον ζημίωσε με αντίστοιχο παράνομο δικό του πλουτισμό, με τον ίδιο τρόπο (εννοώντας, με παρόμοιες παραστάσεις ψευδών γεγονότων ως αληθινών) επέτυχε να αποσπάσει την ίδια χρονική περίοδο χρήματα και από άλλους παθόντες όπως ο ... από τον οποίο απέσπασε 3.300.000 δρχ. και ο ... από τον οποί απέσπασε το συνολικό ποσό των 10.000.000 δρχ. και στα περιστατικά αυτά θεμελιώνονταν επαρκώς οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι προέκυπτε επανειλημμένη τέλεση της πράξεως της απάτης από τον κατηγορούμενο και ότι αποσκοπούσε αυτός στον πορισμό εισοδήματος με αυτές τις πράξεις του χωρίς να ασκεί επιρροή ότι δεν καταδικάσθηκε τελικώς ο κατηγορούμενος για την σε βάρος του ... απάτη και αιτιολογείται κατά τον επιβαλλόμενο τρόπο και η κρίση του για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τελέσεως της απάτης ανεξάρτητα από όσα περαιτέρω αναφέρονται στην καταδικαστική απόφαση για το ότι είχε διαμορφώσει ο κατηγορούμενος με σκοπό επανειλημμένης τελέσεως της ίδιας αξιοποίνου πράξεως κατάλληλη υποδομή αν και ως προς την συνδρομή της τέλεσης της απάτης όχι ευκαιριακά αλλά βάσει σχεδίου από τον κατηγορούμενο γίνεται μνεία ότι είχε φροντίσει αυτός να μισθώσει από τρίτους εν όψει της αναμενόμενης επισκέψεως του πολιτικώς ενάγοντος τα αυτοκίνητα που είδε ο τελευταίος σταθμευμένα έξω από το κατάστημα της επιχειρήσεως του κατηγορουμένου και να παρίστανται στο κατάστημά του οι εμφανισθέντες ως δήθεν αγοραστές τέτοιων αυτοκινήτων προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Είναι απορριπτέες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως όσον αφορά την παράθεση των στοιχείων από τα οποία προέκυπτε η συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε όσον αφορά την επανειλημμένη τέλεση και την διάπραξη της με τη μορφή της υποδομής που είχε δημιουργήσει κατ' επέκταση δε και ως προς τον σκοπό πορισμού εισοδήματος. Περαιτέρω όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ζητήθηκε από τον συνήγορο που εκπροσώπησε τον κατηγορούμενο η απαλλαγή από την κατηγορία του πελάτη του με τον ισχυρισμό ότι επρόκειτο για αστική διαφορά άλλως να κριθεί με επιείκεια και με ελαφρυντικά. Τον πρώτο από τους παραπάνω ισχυρισμούς που αποτελούσε όχι αυτοτελή αλλά αρνητικό της κατηγορίας απέρριψε το δικαστήριο της ουσίας ως αβάσιμο και δεν ήταν απαραίτητο να διαλάβει ειδική αιτιολογία για την απόρριψη του πέραν όσων δέχθηκε επί της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο αξιοποίνου πράξεως ότι προέκυψαν και της ενοχής του γι' αυτήν. 'Οσον αφορά το αίτημα για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων δεν ήταν υποχρεωμένο το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ούτε να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού καθόσον το παραπάνω αίτημα δεν προβλήθηκε σαφώς και ορισμένως και με την επίκληση των θεμελιούντων αυτό πραγματικών περιστατικών και της συγκεκριμένης ελαφρυντικής περιστάσεως η συνδρομή της οποίας έπρεπε να αναγνωρισθεί και είναι αβάσιμες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.) καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρ. 176,183 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6-4-2009 αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της 3094/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ψ που ανέρχεται σε πεντακόσια
(500)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2010 H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.