← Ελλάδα

ΑΠ 2306/2007 — Εξακολουθητική τέλεση εγκλήματος, Πλαστογραφία, Δεδικασμένο

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2306 / 2007 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Εξακολουθητική τέλεση εγκλήματος, Πλαστογραφία, Δεδικασμένο. Περίληψη: Πλαστογραφία με χρήση. Στοιχεία του εγκλήματος. Προϋποθέσεις δεδικασμένου. Έννοια ταυτότητας της πράξεως. Επί του κατ’ εξακολούθηση εγκλήματος το δεδικασμένο που αφορά μια ή περισσότερες εκ των μερικοτέρων πράξεων δεν καλύπτει και τις λοιπές. Ορθή και αιτιολογημένη η απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για παραβίαση του δεδικασμένου, διότι ο αναιρεσείων είχε αθωωθεί αμετακλήτως με απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για τη μερικότερη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση του δεδικασμένου και η αίτηση Αριθμός 2306/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη-Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Χριστοφιλόπουλο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 3263/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Μαϊου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1318/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλου, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, το οποίο να είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με τη χρήση του έννομες συνέπειες, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και ο σκοπός του υπαιτίου να παςραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή, δημιουργία, καταστρατήγηση και μεταβίβαση προστατευόμενου από το νόμο δικαιώματος, οι οποίες μπορεί να αφορούν τον παραπλανόμενο ή τρίτο. Περαιτέρω, από το άρθρο 98 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικώς μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μια απ' αυτές είναι αυτοτελής και περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς τέλεσή τους αποφάσεως και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα από απόψεως μόνο ποινικής μεταχείρισης για το οποίο επιβάλλεται μια μόνο ποινή. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 ΚΠοινΔ, αν, κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την απαγόρευση αυτή ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που συνεπάγεται την κήρυξη της νέας ποινικής δίωξης κατά του αυτού κατηγορουμένου ως απαράδεκτη, και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Στ΄ ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, πέπει, να συντρέχουν α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου (κατηγορουμένου) και γ) ταυτότητα πράξης ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προσκλήθηκε από αυτή. Περεαιτέρω, κατά τη σαφή έννοια των άρθρων 57 παρ. 1 ΚΠοινΔ και 98 παρ. 1 ΠΚ στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα, λόγω της αυτοτέλειας των μερικοτέρων πράξεων από τις οποίες αυτό απαρτίζεται, το δε δεδικασμένο που αφορά μια ή περισσότερες από αυτές δεν καλκύπτει και τις λοιπές ούτε στο σύνολό του το κατ' εξακολούθηση έγκλημα. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ίδιου Κώδικα, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν τα πραγατικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδιακσία, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η κατά παραπα΄νω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται, είτε από τον ίδιο, είτε από τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή, αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι αλλιώς είναι απαράδεκτοι οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος περί υπάρξεως δεδικασμένου που προβλέπεται από το άρθρο 57 παρ. 1 του ΚΠοινΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο) με την προσβαλλόμενη 3263/2006 απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτι΄κο αυτής σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την κατηγορία της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση. Ο κατηγορούμενος στην Αθήνα στις 9-7-1998, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, κατάρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, στη συνέχεια δε έκανε χρήση των πλαστών εγγράφων. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, χωρίς τη συναίνεση,, και την έγκριση του εγκαλούντος X1 σε τέσσερες συναλλαγματικές έκδοσης 9-7-1998 της εταιρείας "ΠΕΤΡΟΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ ΑΕΒΕ" ΛΗΞΕΩΣ 10-8-1998, 10-9-1998, 10-10-1998 και 10-11-1998, ποσού 175.000 δραχ. εκάστη, έθεσε τέσσερες φορές, κατ' απομίμηση την υποραφή του X1 κάτω από την λέξη δεκτή και με πρόθεση κατάρτισε τέσσερες πλαστές αποδοχές επί των ως άνω εγγράφων (συναλλακτικών), με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους, τους ..... και ....., υπεύθυνους της ως άνω εκδότριας εταιρίας, ότι ο X1 εξεδήλωσε τη βούλησή του να δεσμευτεί ως αποδέκτης των ως άνω συναλλαγματικών, γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες αστικές συνέπειες σε βάρος του X1 ως οφειλέτη, εξ αποδοχής συναλλαγματικών. Εν συνεχεία δε χρησιμοποίησε αυτές παραδίδοντας τις συναλλαγματικές στην εκδότρια εταιρεία. Όμως για την πρώτη από τις τέσσερες συναλλαγματικές που κατάρτισε και χρησιμοποίησε ασκήθηκε προγενέστερη ποινική δίωξη και καταδικάσθηκε αμετακλήτως με την υπ' αριθμ. 52794/25-6-2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και έτσι για τη συναλλαγματική αυτή εκδόσεως 9-7-1998 και λήξεως 10-8-1998 πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη λόγου δεδικασμένου (άρθρ. 57 του ΚΠοινΔ). Ακολούθως με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση για τις τρεις από τις πιο πάνω συναλλαγματικές λήξεως 10-9-1998, 10-10-1998 και 10-11-1998, και του επέβαλε ποινή φυλάκισης έξι

(6)μηνών ανασταλείσα επί τριετία, ενώ για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση που αφορά συναλλαγματική λήξεως 10-8-1998, κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη που ασκήθηκε εναντίον του κατηγορουμένου λόγω δεδικασμένου. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παραπάνω αξιόποινης της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα προαναφερθέντα περιστατικά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 98 και 216 παρ. 1 του ΠΚ που εφάρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Περαιτέρω ως προς την ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι αναιτιολόγητα και κατά εσφαλμένη ερμηνεία των άρθρων 98 του ΠΚ και 57 του ΚΠοινΔ απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του περί υπάρξεως δεδικασμένου, πρέπει να παρατηρηθούν τα ακόλουθα: Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ο συνήγορος του κατηγορουμένου, κατ' ακριβή αντιγραφή από τα πρακτικά, "υπέβαλε ένσταση δεδικασμένου και παρέδωσε στο Δικαστήριο: 1) αντίγραφο του υπ' αριθμ. 52794/25-6-2003 αποσπάσματος του Τριμ. Πλημμελειοδικείου Αθήνας, 2) το με ημ/νία 14-2-06 ακριβές φωτ/φο του κατηγορητηρίου, 3) το υπ' αριθμ. πρωτ. 588/16-2-06 πιστοποιητικό του Αρείου Πάγου, τα οποία διαβάστηκαν ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και χωρίς να προβληθεί αντίρρηση". Στον ισχυρισμό αυτό που υποβλήθηκε όλως αορίστως χωρίς επίκληση πραγματικών περιστατικών που να θεμελιώνουν αυτόν, μολονότι το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, εν τούτοις απάντησε αιτοιλογημένα απορρίπτοντάς τον, κατά ένα μέρος. Ειδικότερα, ορθά δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου και ως προς τις μερικότερες πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, που αφορούν τις τρεις συναλλαγματικές λήξεως 10-9-1998, 10-10-1998 και 10-11-1998 ποσού δραχ. 175.000 και κάθε μιας εκ της υπ' αριθμ. 52794/2003 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων αθωώθηκε για την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως (κατάρτιση και χρησιμοποίηση μιας από τις τέσσερες συναλλαγματικές λήξεως 10-8-1998) (η αναγραφή στην προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ότι ο αναιρεσείων "καταδικάστηκε αμετάκλητα" αντί του ορθού "αθωώθηκε αμετάκλητα", είναι άνευ έννομης επιρροής) αφού σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην παραπάνω νομική σκέψη της παρούσας, για την ύπαρξη δεδικασμένου πλην άλλων στοιχείων απαιτείται και η ταυτότητα της πράξης, ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό της, πράγμα που εδώ δεν συμβαίνει, αφού η παραπάνω αμετάκλητη απόφαση αφορά τη μια συναλλαγματική (όπως δέχεται και ο αναιρεσείων, και περαιτέρω στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα κάθε μερικότερη πράξη διατηρεί την αυτοτέλειά της και το δεδικασμένο που αφορά μια απ' αυτές δεν καλύπτει και τις λοιπές στο σύνολό του. επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, οι λόγοι αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση και περί παραβιάσεως του δεδικασμένου (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και ΣΤ΄ του ΚΠοινΔ), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25 Μαΐου 2006 αίτηση του ...., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3263/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουλίού
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Δεκεμβρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.