← Ελλάδα

ΑΠ 2323/2009 — Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2323 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματική βλάβη από αμέλεια. Περίληψη: Σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο λόγω του επαγγέλματός του, σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή. Ιατρική επέμβαση ιατρού, κατά παράβαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης και δεοντολογίας. Επελθούσα σωματική βλάβη από αμέλεια μη συνειδητή. Πλήρης αιτιολογία στην απόφαση. Απορρίπτει αίτηση. ΑΡΙΘΜΟΣ 2323/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Παναγιωτόπουλο, περί αναιρέσεως της 3107/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαρτίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 662/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 και 314 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ σαφώς προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτές πλημμελήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μέτρια συνετός και ενσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε αυτός με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξ αιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερθείσας προσοχής, είτε δεν προέβλεψε, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 28 του ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε μη συνειδητή, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, και σε ενσυνείδητη, κατά την οποία προέβλεψε μεν ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό, πίστεψε όμως ότι θα το απέφευγε. Ενόψει της διακρίσεως αυτής, το Δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ποιο από τα άνω δύο είδη αμέλειας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, γιατί, αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς ή δέχεται και τα δύο είδη αμέλειας, δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 28 ΠΚ και ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως. Εξάλλου, για τη θεμελίωση ποινικής ευθύνης του ιατρού για σωματική βλάβη από αμέλεια στις περιπτώσεις εκείνες που επέρχεται ζημιογόνο για τον ασθενή αποτέλεσμα απαιτείται η ατυχής αυτή έκβαση αναγκαίως να οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση, και οι ενέργειες του ιατρού να μην είναι σύμφωνες με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Ειδικότερα, προς θεμελίωση της ποινικής ευθύνης ιατρού για σωματική βλάβη κατά την άσκηση του επαγγέλματος του, από αμέλεια όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 28 του Ποινικού Κώδικα, προϋποθέτει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν τήρησε τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής και το επιβαλλόμενο ιατρικώς καθήκον επιμελείας του μέσου ιατρού, ως όφειλε και μπορούσε, αλλά περαιτέρω είναι και νομικά υποχρεωμένος να πράξει κατά τους επιτακτικούς κανόνες δικαίου: α) από τη διάταξη του άρθρου 24 του α.ν. 1565/1939 (περί κωδικός ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος) ο οποίος τηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 47 του Εισ. ΝΑΚ), σύμφωνα με την οποία ο ιατρός οφείλει να παρέχει μετά ζήλου ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως της ιατρική αυτή συνδρομή, συμφώνως προς τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και της πείρας που έχει αποκτήσει, τηρώντας τις ισχύουσες διατάξεις περί διαφυλάξεως των ασθενών και προστασίας των υγιών, καθώς και β) κατ' άρθρο 8 εδάφιο α' του Κανονισμού Ιατρικής Δεοντολογίας (β.δ. 156/6.7.1955) ο ιατρός δεν επιτρέπεται να προβαίνει σε οιανδήποτε μη ενδεδειγμένη θεραπευτική ή χειρουργική επέμβαση ή πειραματισμό που μπορεί να θίξει το αίσθημα της προσωπικής ελευθερίας του ασθενούς. Συνεπώς ο ιατρός ευθύνεται αν από επιπολαιότητα ή άγνοια των πραγμάτων, τα οποία έπρεπα να γνωρίζει, δεν ακολούθησε γενικά παραδεκτές αρχές της ιατρικής επιστήμης ή αναγνωρισμένες σύγχρονες μεθόδους και η άγνοια, η επιπολαιότητα ή απρονοησία τον οδήγησε σε εσφαλμένη διάγνωση ή θεραπευτική αγωγή ή επέμβαση για να αποτρέπονται προσβολές των έννομων αγαθών της σωματικής ακεραιότητας της υγείας, της ζωής. Ενόψει αυτών, υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για το αποτέλεσμα της σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας από αμέλεια του στο πρόσωπο, το οποίο ανέλαβε να εγχειρίσει αν στη συγκεκριμένη περίπτωση της ειδικότητας του, ενήργησε κατά παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργεια του αυτή δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμελείας. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 3.107/2007 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσ/νίκης δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Την 15-8-2001 ο Ζ, ηλικίας τότε 13 ετών, εντόπισε στον αριστερό του όρχη μία διόγκωση και το ανέφερε στους γονείς του, οι οποίοι και την επόμενη μέρα (16-8-2001) μετέβησαν μαζί στο νοσοκομείο "..., όπου ο πρώτος υπεβλήθη σε εξέταση από τον εφημερεύοντα ιατρό. Ο τελευταίος διέγνωσε υδροκήλη και τον παρέπεμψε στο αρμόδιο τμήμα για να κρίνει υπερηχογράφημα, το οποίο και έγινε, ενώ την επομένη (17-8-2001) μετά από τηλεφωνική επικοινωνία με τον κατηγορούμενο ιατρό-Ουρολόγο Χ μετέβησαν στην κλινική "..." για να εξετάσει τον εγκαλούντα. Ο ανωτέρω ιατρός αφού εξέτασε το υπερηχογράφημα διέγνωσε την ύπαρξη υδροκήλης στον αριστερό όρχη του Ζ και συνέστησε στον πατέρα του να εισαχθεί ο υιός του την ίδια ημέρα στο Ιατρικό Διαβαλκανικό Κέντρο ..., με το οποίο ο ίδιος συνεργαζόταν ως χειρουργός ουρολόγος, προκειμένου να υποβληθεί σε αφαίρεση της υδροκήλης. Πράγματι, την 17-8-2001, ο ανήλικος Ζ με τον πατέρα του μετέβησαν στο Διαβαλκανικό Κέντρο, προκειμένου να υποβληθεί ο πρώτος στην εν λόγω επέμβαση, όπου προηγουμένως διενεργήθηκαν και οι απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις, δηλαδή αιματολογικές εξετάσεις, όπως γενική αίματος, ορμονών αναπαραγωγής, ορμονικός έλεγχος, βιοχημικές εξετάσεις και ακτινογραφία θώρακος. Πρέπει να σημειωθεί, ότι όλα τα αποτελέσματα αυτών των εξετάσεων ήταν απολύτως φυσιολογικά και δεν υπήρχαν παθογενής ενδείξεις. Ο κατηγορούμενος στην συνέχεια αποφάσισε να υποβληθεί ο ανήλικος στην δέουσα χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση της υδροκήλης, αφού προηγουμένως διαβεβαίωσε τον πατέρα αυτού ότι επρόκειτο για μία απλή επέμβαση και δεν υπήρχε κανείς λόγος ανησυχίας για την υγεία του. Έτσι την ίδια μέρα και περί ώρα 15.00' ο ασθενής οδηγήθηκε στο χειρουργείο για την προγραμματισμένη από τον κατηγορούμενο ιατρό του επέμβαση, δηλαδή για την αφαίρεση υδροκήλης του αριστερού όρχεως, όπως και έγινε, μετά δεν την αφαίρεσή της και ενώ ακόμη ο ανήλικο ασθενής βρισκόταν υπό γενική αναισθησία, ο πρώτος κατηγορούμενος έλαβε από την αφαιρεθείσα υδροκήλη ιστολογικό υλικό για να το αποστείλει με τον συνάδελφό του ... στον παθολογοανατόμο ιατρό Ο προκειμένου να διενεργήσει ταχεία βιοψία. Στη συνέχεια, ο τελευταίος και ο συνάδελφος του ιατρός ... πριν ακόμη διενεργήσουν την ταχεία βιοψία, ενημέρωσαν τον ... ότι στους όρχεις δεν γίνεται ταχεία βιοψία, λόγω του ότι τα αποτελέσματα αυτής είναι επισφαλής, άποψη που διαβιβάστηκε στον κατηγορούμενο. Παρότι όμως ο ... τον ενημέρωσε για την άποψη που εξέφρασαν οι παθολογοανατόμοι, αυτός απέστειλε το ιστολογικό υλικό για ταχεία βιοψία. Ο ιατρός Ομετά από έλεγχο του υλικού αυτού (μικροσκοπικό τεμάχιο μπεζ μαλακού ιστού 2Χ1Χ0,40 cm) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για σπερματικά σωληνάρια με ενδείξεις ενδοσωληναριακής νεοπλασίας (in situ). Δηλαδή προκαταρκτικό πόρισμα όπου υπήρξαν απλές ενδείξεις ενδοσωληναριακής νεοπλασίας in situ. Αμέσως ο ανωτέρω ιατρός ενημέρωσε τον κατηγορούμενο και του ανέφερε ότι πρόκειται για ενδείξεις και όχι αποδείξεις σεμινώματος in situ. Ο κατηγορούμενος τότε, αν και είχε ενημερωθεί ότι τα αποτελέσματα της ταχείας βιοψίας είναι επισφαλή και ότι υπήρχαν ενδείξεις ενδοσωληναριακής νεοπλασίας (in situ) και όχι αποδείξεις, ως και ότι όλες οι κλινικές και εργαστηριακές εξετάσεις στις οποίες είχε υποβληθεί προεγχειριτικά ο ανήλικος ασθενής ήταν απόλυτα φυσιολογικές χωρίς παθογενείς ενδείξεις, από αμέλεια αυτού προχώρησε στην αφαίρεση του αριστερού όρχεως του ασθενή του, χωρίς να αναμείνει την εξαγωγή ασφαλούς συμπεράσματος σχετικά με την ύπαρξη κακοήθειας και χωρίς να διασταυρώσει τα ευρήματα της ταχείας βιοψίας και με άλλες ενδεδειγμένες ιατρικές εξετάσεις όπως η διενέργεια της κανονικής βιοψίας, προκειμένου να επιβεβαιωθεί πλήρως η ύπαρξη καρκίνου, παραβαίνοντας έτσι τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και δεοντολογίας, οι οποίοι επιβάλλουν στον ιατρό να μην προβαίνει στην αφαίρεση όρχεως όταν η μόνη εργαστηριακή μέθοδος είναι η ταχεία βιοψία (αρθρ. 24 της α.ν 1565/1939 και β.δ. 156/6-7-1955). Επίσης, ο κατηγορούμενος δεν ενημέρωσε και τον πατέρα του ανηλίκου για την εξέλιξη αυτή της υγείας του, ούτε ο ίδιος ούτε κάποιος εκ των συνεργατών του, ώστε να λάβει προηγουμένως την απαιτούμενη συγκατάθεση του. Στην συνέχεια όμως μετά την διενέργεια κανονικής βιοψίας στο ως άνω ιστολογικό υλικό, στο παθολογοανατομικό τμήμα του ... Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης, διαπιστώθηκε ότι τα ιστολογικά χαρακτηριστικά της ταχείας βιοψίας που εγείραν υπόνοιες δυσπλασίας (ενδοσωληναριακή νεοπλασία από βλαστικά κύτταρα IGCNU) δεν επιβεβαιώθηκαν στον ανοσοϊστοχημικό έλεγχο με την πλακουντιακή αλκαλική φωσφατάση, δηλαδή ο ανήλικος δεν έπασχε από σεμίνωμα (in situ) του αριστερού όρχεως. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι το σεμίνωμα (in situs) είναι πρώιμο στάδιο καρκίνου (βλ. κατάθεση ...-καθηγήτριας ΑΠΘ-παθολογοανατόμος), το οποίο δεν κάνει μεταστάσεις. Αποτέλεσμα αυτής της αμέλειας (μη συνειδητής) του κατηγορουμένου ήταν να υποστεί ο ανήλικος παθών ακρωτηριασμό του αριστερού όρχεως με επακόλουθο την εμφάνιση δυσμορφίας και μόνιμης αναπηρίας και δυσμενείς ενδεχόμενες επιπτώσεις στην αναπαραγωγική του ικανότητα. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν αβίαστα από τις σαφείς και πειστικές καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας και κυρίως τις καταθέσεις των ιατρών-μαρτύρων κατηγορίας..., ...-Ουρολόγου, ...παθολογοανατόμου, ..., καθηγήτριας παθολογοανατόμου και ...-καθηγητή ΑΠΘ-Ουρολόγου, οι οποίοι με σαφήνεια και πειστικότητα καταθέτουν ότι στον όρχι δεν διενεργείται συνήθως ταχεία βιοψία, λόγω μεγάλου ποσοστού λάθους (βλ. κατάθεση μάρτυρος ...), ότι όταν έχουμε ενδείξεις σεμινώματος in situ, πρέπει να προβαίνουμε σε κανονική βιοψία πριν την αφαίρεση όρχεως, εφ' όσον δεν έχουμε στενότητα χρόνου (βλ. κατάθεση μάρτυρος ..., ότι οι γονείς δεν ενημερώθηκαν (βλ. κατάθεση ...). Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν διενήργησε κανονική βιοψία φοβούμενος τον κίνδυνο διασποράς δεν κρίνεται πειστικός, εφόσον ο ίδιος στην συνέχεια προέβη και σε βιοψία του δεξιού όρχεως, ενώ ο ισχυρισμός του θα μπορούσε να κριθεί βάσιμος μόνον στην περίπτωση που το αποτέλεσμα της ταχείας βιοψίας ήταν θετικό, δηλ. με ισχυρές ενδείξεις καρκινώματος. Εξάλλου, ο κατηγορούμενος-χειρουργός προέβη σε αρχεκτομή σύμφωνα με την ιατρική πρακτική, ως ισχυρίζεται, εφόσον ο Ο διέγνωσε ενδοσωληναριακή νεοπλασία (seminoma in situ), γεγονός αναληθές, δεδομένου ότι ο ανωτέρω παθολογοανατόμος ανέφερε στο πόρισμά του ότι απλώς υπήρχαν ενδείξεις ενδοσωληναριακής νεοπλασίας (in situ), για τις οποίες μάλιστα ο ίδιος ενημέρωσε τον κατηγορούμενο. Ο μάρτυρας ..., ιατρός παθολογοανατόμος στο ... Νοσοκομείο, αναφέρει στην κατάθεσή του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων και ότι "αξιολόγησα τα ίδια πλακίδια που είδε ο κ.Ο μετά από ένα περίπου μήνα. Είδα μετά και του όρχεως, αφού αφαιρέθηκε........ είδα στην αρχή ότι υπήρχε μία αλλοίωση η οποία θα μπορούσε να είναι καρκίνωμα in situ. Όμως θα έπρεπε να κάνει και άλλη. Κανονική έδειξε κάποιες μικρές ενδείξεις και χρειάστηκε να γίνει μια Τρίτη πιο ειδική εξέταση, η οποία έδειξε ότι τελικά δεν είχε καρκίνωμα in situ. Το καρκίνωμα in situ μπορεί να περιμένει...... εξελίσσεται σε διηθητικό καρκίνωμα την επόμενη εικοσαετία αναφέρεται στη βιβλιογραφία. Το in situ δεν είναι καρκίνος, θέλει διαδικασία να γίνει καρκίνος.....". Ενόψει των προαναφερθέντων πραγματικών περιστατικών προκύπτει, ότι ο κατηγορούμενος εξ' αμέλειας του προκάλεσε σωματική βλάβη στον παθόντα ανήλικο, ήτοι ακρωτηριασμό του αριστερού όρχεως με τελικό επακόλουθο την εμφάνιση δυσμορφίας, μόνιμης αναπηρίας και δυσμενείς ενδεχόμενες επιπτώσεις στην αναπαραγωγική του ικανότητα, εφ' όσον δεν ανέμενε να διασταυρώσει πρώτα τα ευρήματα της ταχείας βιοψίας και με τις άλλες ενδεδειγμένες ιατρικές εξετάσεις προκειμένου να επιβεβαιωθεί πλήρως η ύπαρξη καρκίνου, παραβαίνοντας έτσι τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και δεοντολογίας. Ως εκ τούτου ευθύνεται για τη σωματική βλάβη του Ζ, που προκλήθηκε από την αμελή αυτού συμπεριφορά, συνισταμένη στις προαναφερόμενες ενέργειες και παραλήψεις, οι οποίες ήταν πρόσφορες και ικανές να την επιφέρουν. Συνεπώς, πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος της αξιοποίνου πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια που του αποδίδεται, όπως αυτή διατυπούται στο διατακτικό της παρούσης". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κήρυξε ένοχο της αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια τελεσθείσας από υπόχρεο λόγω του επαγγέλματός του σε ιδιαίτερη προσοχή και ειδικότερα του ότι: "Στη ..., την 17-8-2001 από αμέλεια τους προκάλεσε σωματική βλάβη στον ανήλικο (ηλικίας τότε 136 ετών) Ζ του Ψ, κάτοικο .... Ειδικότερα ενώ ήταν υποχρεωμένος, Χ ως ιατρός ουρολόγος-χειρουργός, εργαζόμενος στο ΙΑΤΡΙΚΟ ΔΙΑΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ..., σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε με την πράξη τους, αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβεί σε όλες τις αντικειμενικώς επιβαλλόμενες εκ των ιδιοτήτων ιούς ενέργειες ώστε να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος αυτού. Συγκεκριμένα την 17-8-2001 και περί ώρα 15:00' ο ανήλικο ασθενής,Ζ, οδηγήθηκε στο χειρουργείο του ως άνω νοσοκομείου προκειμένου να υποβληθεί στην προγραμματισμένη από τον κατηγορούμενο ιατρό ουρολόγο-χειρουργό, Χ, χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση υδροκήλης του αριστερού όρχεως, μετά δε την αφαίρεση αυτής κι ενώ ο ασθενής βρισκόταν υπό γενική αναισθησία, ο κατηγορούμενος χειρουργός έλαβε από την αφαιρούμενη υδροκήλη ιστολογικό υλικό, το οποίο απέστειλε για τη διενέργεια ταχείας βιοψίας στο ιατρό-παθολογοανατόμο, Ο, οποίος αφενός μεν έκανε αδικαιολόγητα λανθασμένη διάγνωση και συγκεκριμένα διέγνωσε ενδοσωληναριακή νεοπλασία (in situs) του αριστερού όρχεως ενώ αν προέβαινε σε πιο ενδελεχή έλεγχο της ορθότητας των ενδείξεων της ταχείας βιοψίας, που κάθε μετρίως ευσυνείδητος παθολογοανατόμος όφειλε να προβεί θα διαπίστωνε ότι το ληφθέν ιστολογικό υλικό δεν παρουσίαζε στοιχεία κακοήθειας και συνεπώς ο παραπάνω ασθενής δεν έπασχε από καρκίνο και αφετέρου διαβεβαίωσε σχετικά με τη λανθασμένη πιο πάνω διάγνωση του τον κατηγορούμενο χειρουργό Χ ο οποίος με τη σειρά του αν και γνώριζε λόγω της ιδιότητας του ότι το πόρισμα της ταχείας βιοψίας ήταν προκαταρκτικό αφού σε αυτό αναφερόταν ότι τα σπερματικά σωληνάρια παρουσίαζαν απλώς ενδείξεις ενδοσωληναριακής νεοπλασίας in situ, δεν ανέμενε να διασταυρώσει τα ευρήματα της ταχείας βιοψίας και με άλλες ενδεδειγμένες ιατρικές εξετάσεις προκειμένου να επιβεβαιωθεί πλήρως η ύπαρξη καρκίνου, λαμβάνοντας υπόψη μάλιστα το γεγονός ότι όλες οι κλινικές και εργαστηριακές εξετάσεις (αιματολογικές, γενική αίματος, ορμονικές, βιοχημικές και ακτινογραφία θώρακος) στις οποίες υποβλήθηκε προεγχειρητικά ο ασθενής ήταν απόλυτα φυσιολογικές και δεν υπήρχαν παθογενείς ενδείξεις και προέβη, χωρίς επιπλέον να ενημερώσει τους γονείς του ανηλίκου για τη νέα αυτή εξέλιξη ώστε να λάβει προηγουμένως της συγκατάθεση τους, στην αφαίρεση του αριστερού όρχεως του ανήλικου ασθενή παραβαίνοντας έτσι τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της επιστήμης, οι οποίοι επιβάλλουν στον ιατρό να μην προβαίνει σε αρχιεκτομή όταν η μόνη εργαστηριακή μέθοδος είναι η ταχεία βιοψία. Αποτέλεσμα δε της ως άνω συγκλίνουσας αμέλειας του κατηγορουμένου ήταν να υποστεί ο παραπάνω ανήλικος παθών ακρωτηριασμό του αριστερού ίου όρχεως, με τελικό επακόλουθο την εμφάνιση δυσμορφίας και μόνιμης αναπηρίας με δυσμενείς ενδεχομένως επιπτώσεις στην αναπαραγωγική του ικανότητα". Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως οκτώ

(8)μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για χρονικό διάστημα τριών
(3)ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγής τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 28, 314 παρ. 1 α' και 315 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσεις ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 3.107/2007 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Β1-Β9, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως, ..., καθώς και την ανωμοτί κατάθεση του Χ. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα δε, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου ιατρού. Ακόμη, παρατίθενται τα συνιστώντα την παραβίαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης περιστατικά και ο αιτιώδης σύνδεσμος της αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και του αποτελέσματος το οποίο επήλθε, ενώ οι αιτιολογίες της αποφάσεως, ευρίσκονται σε αρμονία μεταξύ τους και ανάμεσα στο αιτιολογικό της αποφάσεως και το διατακτικό, δεν υπάρχει καμμιά αντίθεση. Εξάλλου, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ρητά αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος ιατρός επέδειξε μη συνειδητή αμέλεια. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα ότι υπάρχει πλήρης δυσαρμονία μεταξύ ελάσσονος προτάσεως και τελικού συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, σε βαθμό ώστε το συμπέρασμα να αντιφάσκει, διότι, ενόψει των παραπάνω λεχθέντων, δεν υπάρχει καμμιά δυσαρμονία. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και ο, αυτεπαγγέλτως κατά την ΚΠΔ 511, εφόσον παρίσταται ο αναιρεσείων και κρίθηκε παραδεκτός ο άνω λόγος, εξεταζόμενος της περ. Ε' της αυτής διάταξης του ΚΠΔ, λόγος, της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14η Μαρτίου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. 2372/14-3-2008 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 3.107/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ΕΥΡΩ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου
  1. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Νοεμβρίου
  2. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.