← Ελλάδα

ΑΠ 2330/2009 — Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2330 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία. Περίληψη: Απάτη στο Δικαστήριο, η δε προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 15.000 ευρώ, κατ' επάγγελμα - Έννοια όρων. Λόγοι αναιρέσεως: Έλλειψη επαρκούς και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και μη ορθή του νόμου εφαρμογή. Απορρίπτει αίτηση. Αριθμός 2330/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεονάρδο Μωραΐτη, περί αναιρέσεως της 203/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7.11.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1822. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 386 παράγραφος 1 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η, εν γνώσει, παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου και γ) βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη. Η απάτη τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας τού τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης για τις πράξεις της απάτης, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται, εκτός από τα πιο πάνω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 203/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος απάτης στο δικαστήριο με προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνει το ποσόν των 15.000 ευρώ, κατ' επάγγελμα και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δύο

(2)ετών και έξι
(6)μηνών, η οποία (φυλάκιση) μετατράπηκε σε χρηματική προς πέντε
(5)ευρώ για κάθε ημέρα φυλακίσεως. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη, τα εξής: Τον Μάιο του 1997 η ναυτική εταιρία θαλάσσιων μεταφορών "Ω" ανέθεσε δια του νομίμου εκπροσώπου της... στην εταιρία "Σ ΕΠΕ", της οποίας ο κατηγορούμενος ήταν μόνος νόμιμος εκπρόσωπός της - δεδομένου ότι ο έτερος εκπρόσωπος ... είχε αποχωρήσει από την εταιρία, δυνάμει του 2621/10-1-1997 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Μεγάρων ...να ασφαλίσει το με ελληνική σημαία πλοίο της Δ/Ξ Γ... (ν.π. 1094) σε ασφαλιστική εταιρία της επιλογής της σύμφωνα με τους διεθνείς κανόνες ασφάλισης. Σε εκτέλεση της δοθείσας εντολής, η εταιρία "Σ ΕΠΕ" γνωστοποίησε εγγράφως στην εντολέα της εταιρία "Ω", ότι με το 03608/17-5-1999 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το ανωτέρω πλοίο της ασφαλίστηκε, για το διάστημα από 17-5-1999 μέχρι 17-5-2000 στην εδρεύουσα στη ... εταιρία Τ και της δήλωσε δια του εκπροσώπου της κατηγορουμένου Χ) ότι είχε ήδη καταβάλει η ίδια για λογαριασμό της (εντολέως της) το εκ 31295 δολλαρίων ΗΠΑ ασφάλιστρο. Ακολούθως, στις 21-7-1999, η εντολοδόχος εταιρία "Σ ΕΠΕ" κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητούσε τη συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας της εντολέως της εταιρίας "Ω", για να εξασφαλίσει απαίτηση κατ' αυτής ποσού 31.295 δολλαρίων ΗΠΑ ή 10.953.250 δρχ., πλέον τόκων και εξόδων, ισχυριζόμενη ότι είχε καταβάλει το ποσό αυτό εξ ιδίων στη ρωσική ασφαλιστική εταιρία για λογαριασμό της εντολέως της, η οποία δεν της το είχε εξοφλήσει. Τον ισχυρισμό αυτόν ανέπτυξε προφορικά και εγγράφως κατά την εκδίκαση της αιτήσεως στο ανωτέρω Δικαστήριο στις 3-8-1999, που έλαβε χώρα ερήμην της καθ' ης εντολέως. Το Δικαστήριο πείστηκε στους ισχυρισμούς της τότε αιτούσας εταιρίας, που έγιναν δια του κατηγορουμένου νομίμου εκπροσώπου της, και εξέδωσε την 4376/1999 απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση και διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση του Δ/Ξ Γ... μέχρι του ποσού των 45.000 δολλαρίων ΗΠΑ, για να εξασφαλιστεί η ένδικη απαίτηση. Όμως, ο ισχυρισμός της τότε αιτούσας εταιρίας "Σ ΕΠΕ" περί υπάρξεως απαιτήσεώς της κατά της εγκαλούσας εταιρίας "Ω" ήταν ψευδής και ο νόμιμος εκπρόσωπός της, κατηγορούμενος, τον προέβαλε τελώντας εν γνώσει της αναληθείας του, με σκοπό να εκδοθεί απόφαση, με την οποία να κατάσχεται συντηρητικά το πλοίο της καθ' ης, ήδη εγκαλούσας, εταιρίας "Ω" αλλά και να εισπραχθεί - παρανόμως - το αιτούμενο ποσό από την εταιρία "Σ ΕΠΕ". Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα τιμολόγια 5-011-201/1999 και 17-107-236/1999, τα οποία απέστειλε στην ως άνω εταιρία "Σ ΕΠΕ", στις 20-5-1999, με τηλεομοιοτυπία (fax) η νόμιμη εκπρόσωπος στην Ελλάδα της πιο πάνω εταιρίας Τ, εταιρία "TORMAR SHIPPING CORPORATION SΑ", το ασφάλιστρο που θα κατέβαλε η εταιρία "Ω" είχε συμφωνηθεί να καταβληθεί τμηματικά σε τέσσερις ισόποσες δόσεις των 7.112,50 δολλαρίων, με καταβολή της πρώτης δόσης την 20-5-1999 και της τελευταίας την 20-2-2000. Όπως δε προκύπτει από το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. 236/17/1999 πιστοποιητικού ασφάλισης, η παράλειψη καταβολής του ασφαλίστρου θα είχε ως άμεση συνέπεια την ακύρωση της ασφάλισης. Ακολούθως, με το από 22-6-1999 φαξ, που η εταιρία TORMAR απέστειλε στην εταιρία, την οποία εκπροσωπούσε ο κατηγορούμενος, της υπενθύμιζε ότι δεν είχε καταβληθεί η πρώτη δόση των ασφαλίστρων και την όχλησή της αυτή επανέλαβε με το από 28-12-1999 έγγραφό της, στο οποίο ανέφερε ότι τα αφορώντα την ασφάλιση του πλοίου Γ... παρέμεναν ακόμη ανεξόφλητα, η δε ρωσική ασφαλιστική εταιρία Ταπαντώντας σε έγγραφο που της έστειλε η εταιρία "Ω" στις 16-5-2000, την ενημέρωσε ότι το εκδοθέν από αυτήν (ασφαλιστική εταιρία) ασφαλιστήριο σκάφους υπ' αριθμ. 036081 για το πλοίο Γ... είχε ακυρωθεί αμέσως εξ αρχής, λόγω μη πληρωμής του ασφαλίστρου. Από όλα τα παραπάνω προκύπτει, ότι το πλοίο Γ... ασφαλίστηκε δυνάμει του υπ' αριθμ. 036081 ασφαλιστηρίου συμβολαίου της ασφαλιστικής εταιρίας Τ, ότι το συμφωνηθέν ασφάλιστρο των 31.250 δολλαρίων ΗΠΑ είχε συμφωνηθεί όχι εφάπαξ αλλά τμηματικά, σε τέσσερις δόσεις από 20-5-1999 μέχρι 20-2-2000, ότι, κατά το χρόνο της κατάθεσης και της συζήτησης της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, που κατέθεσε η ασφαλιστική εταιρία δια του νομίμου εκπροσώπου της, δηλαδή του κατηγορουμένου, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς κατά της εγκαλούσας εταιρίας, για τη συντηρητική κατάσχεση του πλοίου της, όχι μόνο ο κατηγορούμενος δεν είχε καταβάλει το ασφάλιστρο, την είσπραξη του οποίου επεδίωκε να εξασφαλίσει από την εκκαλούσα με τη συντηρητική κατάσχεση του πλοίου της, αλλά ούτε την πρώτη δόση, μάλιστα δε, εξ αυτού του λόγου, είχε ακυρωθεί εξ αρχής το ασφαλιστήριο. Παρά ταύτα, ο κατηγορούμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της αιτούσας ασφαλιστικής εταιρίας, ισχυρίστηκε κατά το χρόνο της κατάθεσης και της συζήτησης της αίτησης ότι η αιτούσα εταιρία είχε καταβάλει το σύνολο του ασφαλίστρου γη λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρίας στη ρωσική ασφαλιστική εταιρία, αν και γνώριζε ότι αυτό ήταν αναληθές και ότι το εκδοθέν ασφαλιστήριο είχε ακυρωθεί. Σκοπός του δε ήταν να προσπορίσει παράνομο περιουσιακό όφελος στην αιτούσα ασφαλιστική εταιρία, ίσο με την αιτούμενη ανύπαρκτη απαίτηση, πράγμα που πέτυχε, αφού 1) με την εκδοθείσα απόφαση το πλοίο Γ... κατασχέθηκε συντηρητικά στις 16-11-1999, αφού απαγορεύτηκε ο απόπλους του πλοίου από τις 22-12-1999, οπότε και κατέπλευσε στον ... προερχόμενο από τη ..., μέχρι την 29-5-2000, οπότε και ανακλήθηκε η απόφαση της συντηρητικής κατάσχεσης με την 2499/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και η εταιρία ζημιώθηκε κατά το ποσό των 45.000 δολλαρίων ΗΠΑ ή 15.750.000 δραχμών, μέχρι του οποίου διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση του πλοίου, αλλά και κατά το ποσό τουλάχιστον των 30.000.000 δραχμών, που υποχρεώθηκε να δαπανήσει εξαιτίας της απαγόρευσης του απόπλου του πλοίου. Ενώ, από τον τρόπο, τα μέσα, τις περιστάσεις και την επινοητικότητα με την οποία τελέστηκε η ως άνω πράξη προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος την διέπραξε με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος και ότι έχει ροπή για την τέλεσή της. Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδομένης σ' αυτόν πράξεως, απορριπτόμενων των ισχυρισμών του περί νομικής και πραγματικής πλάνης και περί συνδρομής ασυνείδητης αμέλειας, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, ουδόλως αποδείχθηκε ότι συντρέχουν στο πρόσωπό του οι ουσιαστικές προϋποθέσεις των διατάξεων των άρθρων 30 και 31 του ΠΚ. Πρέπει όμως να του αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παράγραφος 2 του ΠΚ, καθόσον αποδείχθηκε ότι αυτός έζησε ως το χρόνο που έγινε το παραπάνω έγκλημα (απάτη επί Δικαστηρίω) έντιμη καθ' όλα οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Στην συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κήρυξε ένοχο της αξιόποινης πράξεως της απάτης στο Δικαστήριο, από την οποία η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει τα 15.000 ευρώ, κατ' επάγγελμα, αναγνωρίζοντας σε αυτόν το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου και ειδικότερα, του ότι: "στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών και την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον άλλον, ενώ από τις πράξεις του αυτές που διενήργησε με τρόπο που φανερώνει ότι διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα η ζημία που προξένησε υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 15.000 ευρώ. Συγκεκριμένα: στις 21-7-1999, ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρείας Σ ΕΠΕ κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς τη με αριθμό κατάθεσης ... αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητούσε την συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας της Ναυτικής εταιρείας Θαλασσίων Μεταφορών με την επωνυμία Ω προκειμένου να εξασφαλίσει απαίτηση της ύψους 31.295 δολλαρίων ΗΠΑ ή του ισόποσου σε δραχμές, δηλαδή 10.953.250 δραχμών πλέον τόκων και εξόδων, ισχυριζόμενη ότι το ποσό αυτό είχε καταβληθεί από την ίδια για λογαριασμό της καθής στα πλαίσια της εκτέλεσης συμβάσεως εντολής. Συγκεκριμένα, με την ως άνω αίτηση ισχυρίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου ψευδώς εν γνώσει της αναληθείας, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος παριστάνοντας ψευδή και αποσιωπώντας αληθινά γεγονότα: ότι σε εκτέλεση σχετικής εντολής και με δική του μεσολάβηση ασφαλίσθηκε το υπό ελληνική σημαία πλοίο της Δ/Ξ Γ... ν.π. 10094, πλοιοκτησίας της καθής δυνάμει του με αριθμό 03608/17-5-1999 ασφαλιστηρίου συμβολαίου για το χρονικό διάστημα από 17-5-1999 μέχρι 17-5-2000 στην εδρεύουσα στη ... εταιρεία Τ και ότι είχε καταβάλει η εταιρεία του για λογαριασμό της καθής το ασφάλιστρο ύψους 31.295 δολλαρίων ΗΠΑ, καθώς επίσης ότι τα ως άνω τα είχε γνωστοποιήσει στην καθής, η οποία αρνήθηκε να του καταβάλει το ποσό των 31.295 δολλαρίων ΗΠΑ. Τους ισχυρισμούς αυτούς τους ανέπτυξε και σης 3-8-1999 προφορικά και γραπτά, προσκομίζοντας προς τούτο έγγραφα κατά την συζήτηση της αίτησης της ερήμην της καθής ενώπιον του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ο οποίος πείσθηκε από αυτούς και εξέδωσε τη με αριθμό 4376/1999 απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση και διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση του δεξαμενόπλοιου μέχρι το ποσό των 45.000 δολλαρίων ΗΠΑ προς εξασφάλιση της επίδικης απαίτησης. Πλην όμως, οι ως άνω ισχυρισμοί ήταν ψευδείς και ο κατηγορούμενος τους προέβαλε εν γνώσει της αναληθείας τους, με τον σκοπό αρχικά μεν να εκδοθεί απόφαση για την συντηρητική κατάσχεση του πλοίου και στη συνέχεια να εισπραχθεί παράνομα το αιτούμενο ποσό. Ειδικότερα ισχυρίσθηκε, προφορικά και έγγραφα εν γνώσει του ψευδώς, ότι είχε καταβάλει το συνολικό συμφωνηθέν ασφάλιστρο ύψους 31.250 δολλαρίων ΗΠΑ στην Ρωσική ασφαλιστική εταιρεία και, ενώ γνώριζε ότι κατά τον χρόνο κατάθεσης και συζήτησης της αίτησης δεν υπήρχε σε ισχύ ασφαλιστήριο συμβόλαιο του σκάφους, αποσιώπησε το γεγονός, δεν προσκόμισε ουσιώδη έγγραφα, που κατείχε, και ισχυρίσθηκε ψευδώς ότι υπήρχε σε ισχύ ασφαλιστήριο συμβόλαιο, επιδιώκοντας παράνομο περιουσιακό όφελος και την επιζήμια στον εγκαλούντα κρίση του δικαστηρίου. Τον σκοπό του αυτό μάλιστα τον επέτυχε, καθώς 1) το πλοίο κατασχέθηκε συντηρητικά την 16-11-1999, 2) απαγορεύθηκε ο απόπλους (του πλοίου Γ...) από την 22-12-1999, οπότε και κατέπλευσε στον...προερχόμενο από ... μέχρι την 29-5-2000, οπότε και ανακλήθηκε η με αριθμό 4376/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με τη με αριθμό 2499/2000 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, 3) ο νόμιμος εκπρόσωπός της Ω ζημιώθηκε το ποσό των 45.000 δολλαρίων ΗΠΑ, ήτοι 15.750.000 δραχμών, που αποτελούσε το ποσό για το οποίο διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας της εταιρείας, αλλά και τουλάχιστον 30.000.000 δραχμές που αναγκάσθηκε να δαπανήσει λόγω της απαγόρευσης του απόπλου του πλοίου. Εξάλλου, από τον τρόπο, τα μέσα και τις περιστάσεις και την επινοητικότητα με την οποία τελέσθηκαν οι ως άνω πράξεις, προκύπτει αφενός μεν ότι ο κατηγορούμενος προέβη σ' αυτές με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος και αφετέρου ότι υπάρχει ροπή στην τέλεσή τους. Δέχεται ότι ο παραπάνω κατηγορούμενος έζησε ως τον χρόνο τέλεσης της πράξης του έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. α', 26 παράγραφος 1α, 27 παράγραφος 1, 84 παράγραφος 2α' και 386 παράγραφος 3α-1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 203/2008 του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα -εκπροσωπήθηκε ο κατηγορούμενος-), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμον, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα, έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, .... Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτουμένη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: 1) Το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως περιορίζεται σε πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να υπάρχει καμμία επιπρόσθετη αναφορά σχετικά με τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τις νομικές σκέψεις που αφορούν την υπαγωγή τους, αποτελεί δε απλή επανάληψη του κατηγορητηρίου, καθόσον, κατά τα άνω εκτεθέντα, έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει και στην περίπτωση που η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού εφόσον στο τελευταίο περιέχονται, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά, τόσον αναλυτικά και με τόση πληρότητα, όπως συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού. 2) Ενώ δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου υπέβαλε εγγράφως και αναπτύχθηκαν και προφορικά από τον δικηγόρο του, ισχυρισμούς περί νομικής και πραγματικής πλάνης, το δικάσαν Δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς του αυτούς χωρίς αιτιολογία, ειδική και εμπεριστατωμένη. Από την παραδεκτή επισκόπηση των άνω πρακτικών, προκύπτει ότι δια του εκπροσωπήσαντος στο δικάσαν Δικαστήριο συνηγόρου του, ο αναιρεσείων προέβαλε τους ισχυρισμούς ότι: α) κατά τον χρόνο που φέρεται ότι τέλεσε την αξιόποινη πράξη, ελάμβανε τις νομικές συμβουλές του συνηγόρου του, που συνέταξε το επίδικο δικόγραφο και τον συμβούλευσε για τον χειρισμό της υποθέσεως και ότι οι συμβουλές και οι νομικοί χειρισμοί του συνηγόρου του, τον κατέστησαν σίγουρο και με ασφαλή πεποίθηση ότι η συγκεκριμένη αναφορά στο δικόγραφο προς το Δικαστήριο ήταν η ορθή και β) κατά τον χρόνο που φέρεται ότι τέλεσε τις καταλογιζόμενες σε αυτόν πράξεις, αγνοούσε ότι δεν είχαν υπολογιστεί - πιστωθεί καταβολές του και για τα επίδικα συμβόλαια από την ασφαλιστική εταιρεία και την εκπρόσωπό της. Όμως, αυτά δεν συνιστούν ισχυρισμούς περί συγγνωστής νομικής και πραγματικής πλάνης, αντίστοιχα, όπως αβάσιμα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, αλλά είναι αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί και, έτσι, δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να περιλάβει στην απόφασή του ως προς τους ισχυρισμούς αυτούς ειδική αιτιολογία. 3) Ενώ προσκόμισε στα αναγνωστέα έγγραφα και το με αριθμό ... πιστοποιητικό ασφάλισης, από το οποίο αποδεικνυόταν ότι είχε πραγματοποιήσει την ανατεθείσα εντολή και είχε ασφαλιστεί το συγκεκριμένο πλοίο, παρ' όλα δε αυτά, το δικάσαν Δικαστήριο δεν αναφέρθηκε στο πιστοποιητικό αυτό, το οποίο, αν γινόταν δεκτό, θα απέκλειε την εναντίον του κατηγορία και έτσι επήλθε παραβίαση ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Όμως, στην αιτιολογία της αποφάσεως γίνεται ρητή μνεία ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του το άνω πιστοποιητικό ασφαλίσεως, το γεγονός δε ότι απέδωσε διαφορετική αποδεικτική αξία σε αυτό, δεν σημαίνει ότι το αγνόησε. 4) Με τις αιτιάσεις με στοιχεία Γ' και Δ' του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται απαραδέκτως η ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί την εκτίμηση αποδείξεων. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παράγραφος 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7 Νοεμβρίου 2008 (υπ' αριθ. πρωτ. 9393/08) ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 203/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου
  1. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Νοεμβρίου
  2. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.