Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2344 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας. Έννοια νέων γεγονότων και νέων αποδείξεων. Απορρίπτεται η αίτηση της επαναλήψεως της διαδικασίας, διότι δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος των εγκλημάτων της κατοχής λαθρεμπορεύματος και της παραβάσεως των διατάξεων του άρθρου 90 παρ. 1 και 3 ΚΟΚ. ΑΡΙΘΜΟΣ 2344/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου, Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1.4.08 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Μαϊου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θωμά, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 1185/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιουλίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1746/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό 455/15.11.07, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περίπτ. 2, 527 παρ. 1,3 και 528 Κ.Π.Δ., την από 24-7-2007 αίτηση του Χ για επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αριθ. 1185/1999 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών
(3)ετών και πέντε
(5)μηνών, καθώς και σε χρηματική 2.000.000 δραχμών για τις πράξεις της κατοχής λαθρεμπορεύματος και της παραβάσεως του άρθρου 90 παρ. 1 και 3 Κ.Ο.Κ., εκθέτω δε τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις, που περιοριστικά αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ'αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία, που διευκρινίζουν αμφίβολα στοιχεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες, που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 1021/2007, ΑΠ 824/2007). Στην κρινόμενη υπόθεση η παραπάνω υπ'αριθ. 1185/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών είναι αμετάκλητη, αφού η εναντίον της ασκηθείσα υπ'αριθ. 554/17-7-2006 - 1059/31-7-2006 έφεση του αιτούντα κατηγορουμένου απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) με το υπ'αριθ. 2809/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο ήδη κατέστη αμετάκλητο, όπως αυτό προκύπτει από την υπ'αριθ. ..... υπηρεσιακή βεβαίωση του γραμματέα του Αρείου Πάγου. Με την απόφαση αυτή ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας Χ καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών ετών και πέντε μηνών, καθώς και σε χρηματική ποινή 2.000.000 δραχμών για τις πράξεις της κατοχής λαθρεμπορεύματος και της παραβάσεως του άρθρου 90 παρ. 1 και 3 ΚΟΚ, που συνίστανται στο ότι: α) Στην ..... και στην ..... κατά το χρονικό διάστημα από μέσα Αυγούστου 1993 έως 17-2-1994, ενεργώντας από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του Χ2 και Χ3 με πρόθεση κατείχαν και χρησιμοποιούσαν το ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο, μάρκας RENAULT, με αριθμό κυκλοφορίας ..... και αριθμό πλαισίου ..... και κινητήρα ....., μολονότι γνώριζαν ότι το είχε υπεξαιρέσει στις 10-8-1993 στη ..... ο ..... από την εταιρία μισθώσεως αυτοκινήτων RUPAUTO AUTOMOVEIS DE ALUGUER SEM CONDUTOR LDA, που εδρεύει στη Λισσαβόνα Πορτογαλίας και εκπροσωπείται νόμιμα και ότι αυτό είχε εισαχθεί εντός των συνόρων του Κράτους χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής και χωρίς να έχουν καταβληθεί οι αναλογούντες σ'αυτό και εισπραττόμενοι στα τελωνεία εισαγωγικοί δασμοί, τέλη, φόροι και δικαιώματα, τους οποίους στερήθηκε το Δημόσιο και ανέρχονται στο σημαντικό ποσό των 4.766.370 δραχμών και 2) Στην ..... κατά το χρονικό διάστημα από 20-1 έως 10-2-1994 και σε μη ειδικότερα διακριβωθείσα ημερομηνία, από κοινού με τους παραπάνω συγκατηγορουμένους του, κατασκεύασαν με πρόθεση παρανόμως τις υπ'αριθμ. ..... πινακίδες κυκλοφορίας, τις οποίες τοποθέτησαν στη συνέχεια στο με αριθμό πλαισίου ..... και κινητήρα ..... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο μάρκας NISSAN, που είχαν αφαιρέσει από την κατοχή άλλου, για να το ιδιοποιηθούν παρανόμως. Το δικαστήριο στην καταδικαστική για τον αιτούντα κρίση του κατέληξε, στηριζόμενο στις καταθέσεις των μαρτύρων ....., ....., ....., ....., ....., ....., ..... και ....., καθώς και στα αναγνωσθέντα έγγραφα, κυρίως δε στα πέντε έγγραφα του Τμήματος Δακτυλοσκοπίας της Διευθύνσεως Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛΑΣ, σύμφωνα με τα οποία βρέθηκαν σε διάφορα αντικείμενα τα δακτυλικά αποτυπώματα του αιτούντα και των συγκατηγορουμένων του. Ως νέο γεγονός προσκομίζει ο αιτών το από 22-12-1993 αποφυλακιστήριο της Αγροτικής Φυλακής ....., σύμφωνα με το οποίο ευρίσκετο κρατούμενος στην ανωτέρω φυλακή από 7-1-1992 έως 22-12-1993, και συνεπώς δεν μπορεί να είναι δράστης των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε. 'Όμως το ανωτέρω επικαλούμενο από τον αιτούντα ως νέο γεγονός-απόδειξη, από μόνο του ή σε συνδυασμό με τα στοιχεία που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω υπ'αριθ. 1185/1999 καταδικαστική απόφαση, της οποίας ζητείται η ακύρωση με την κρινόμενη αίτηση, δεν είναι ικανό να θεμελιώσει λόγο που μπορεί να δικαιολογήσει την αιτούμενη επανάληψη της διαδικασίας. Ειδικότερα η πράξη της κατοχής λαθρεμπορεύματος, η οποία είναι έγκλημα διαρκές, τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από μέσα Αυγούστου 1993 έως 17-2-1994, και συνεπώς κατά το τμήμα του ανωτέρω χρονικού διαστήματος που μεσολαβεί μεταξύ της 22-12-1993, ημερομηνίας απολύσεως του από τις φυλακές και της 17-2-1994, ο αιτών ευρίσκετο εκτός των φυλακών. Επί πλέον εκτός των φυλακών ευρίσκετο και σε όλο το χρονικό διάστημα (20-1-1994 έως 10-2-1994) κατά το οποίο τελέσθηκε η πράξη της παραβάσεως του άρθρου 90 παρ. 1 και 3 Κ.Ο.Κ. Με τα δεδομένα αυτά το ως άνω αποδεικτικό στοιχείο που επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών για τη θεμελίωση της κρινόμενης αιτήσεώς του, τόσο από μόνο του, όσο και συνεκτιμώμενο με τις αποδείξεις που έχουν προσκομισθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που δίκασε την υπόθεση, με βάση τις οποίες αυτό έκρινε ότι εκείνος (αιτών) τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της κατοχής λαθρεμπορεύματος και της παραβάσεως του άρθρου 90 παρ. 1 και 3 ΚΟΚ, για τις οποίες καταδικάσθηκε, δεν καθιστά φανερό, σε σημείο μάλιστα που να εγγίζει τη βεβαιότητα, ότι είναι αθώος των πράξεων αυτών. Κατόπιν των ανωτέρω ο επικαλούμενος ως άνω μοναδικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας είναι αβάσιμος και επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αύτή και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η από 24-7-2007 αίτηση του Χ, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της υπ'αριθμ. 1185/1999 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Και Β) Να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 15 Νοεμβρίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου, ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, ή νεότερες καταθέσεις συμπληρωματικές, ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές, που την εξέδωσαν, εφ' όσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης δικαστικής αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την 1185/1999 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κακουργημάτων), με την οποία ο αιτών καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών
(3)ετών και πέντε
(5)μηνών και χρηματική ποινή δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών για τις πράξεις της κατοχής λαθρεμπορεύματος και παραβάσεως του άρθρου 90 παρ. 1 και 3 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ), στηριζόμενη (η αίτηση) σε νέα γεγονότα και αποδείξεις, που αποκαλύφθηκαν μετά την καταδίκη του αιτούντος, από τα οποία, κατά το περιεχόμενο της αιτήσεως, καθίσταται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος για τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε, είναι νόμιμη σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (σε συμβούλιο), κατά τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και πρέπει να εξεταστεί και κατ' ουσίαν. Επειδή, από τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Ο Χ καταδικάστηκε με την ως άνω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, αφού η εναντίον της ασκηθείσα 554/17/7/2006 - 1059/31.7.2006 έφεση του αιτούντος απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) με το 2809/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο ήδη κατέστη αμετάκλητο, όπως αυτό προκύπτει από την 4831/14.11.2007 υπηρεσιακή βεβαίωση του Γραμματέως του Αρείου Πάγου, σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών
(3)ετών και πέντε
(5)μηνών, καθώς και σε χρηματική ποινή δύο εκατομμυρίων (2.000.000) μηνών, για τα αδικήματα της κατοχής λαθρεμπορεύματος και της παραβάσεως του άρθρου 90 παρ. 1 και 3 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.), που συνίστανται στο ότι: α) στην Αθήνα και στην ....., κατά το χρονικό διάστημα από μέσα Αυγούστου 1993 έως 17.2.1994, ενεργώντας από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του Χ2 και Χ3 με πρόθεση κατείχαν και χρησιμοποιούσαν το ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο, μάρκας RENAULT, με αριθμό κυκλοφορίας ..... και αριθμό πλαισίου ..... και κινητήρα ....., μολονότι γνώριζαν ότι το είχε υπεξαιρέσει στις 10.8.1993 στη ..... ο ..... από την εταιρεία μισθώσεως αυτοκινήτων RUPAUTO AUTOMOVEIS DE ALUGUER SEM CONDUTOR LDA, που εδρεύει στη Λισσαβόνα Πορτογαλίας και εκπροσωπείται νόμιμα και ότι αυτό είχε εισαχθεί εντός των συνόρων του Κράτους, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής και χωρίς να έχουν καταβληθεί τα αναλογούντα σ' αυτό και εισπραττόμενα στα τελωνεία εισαγωγικοί δασμοί, τέλη, φόροι και δικαιώματα, τα οποία στερήθηκε το Δημόσιο και ανέρχονται στο σημαντικό ποσό των 4.766.370 δραχμών και 2) Στην ....., κατά το χρονικό διάστημα από 20.1 έως 10.2.1994 και σε μη ειδικότερα διακριβωθείσα ημερομηνία, από κοινού με τους παραπάνω συγκατηγορουμένους του, κατασκεύασαν με πρόθεση τις υπ' αριθμ. ..... πινακίδες κυκλοφορίας, τις οποίες τοποθέτησαν στη συνέχεια στο με αριθμό πλαισίου ..... και κινητήρα ..... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο μάρκας NISSAN, που είχαν αφαιρέσει από την κατοχή άλλου για να το ιδιοποιηθούν παρανόμως. Το Δικαστήριο κατέληξε στην καταδικαστική για τον αιτούντα κρίση του, στηριζόμενο στις καταθέσεις τών μαρτύρων ....., ....., ....., ....., ....., ....., ..... και ....., καθώς και στα αναγνωσθέντα έγγραφα, κυρίως δε στα πέντε έγγραφα Δακτυλοσκοπίας της Διευθύνσεως Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛΑΣ, σύμφωνα με τα οποία βρέθηκαν σε διάφορα αντικείμενα τα δακτυλικά αποτυπώματα του αιτούντος και των συγκατηγορουμένων του. Ως νέο γεγονός προσκομίζει ο αιτών το από 22.12.1993 αποφυλακιστήριο της Αγροτικής Φυλακής ....., σύμφωνα με το οποίο ευρίσκετο κρατούμενος στην ανωτέρω φυλακή από 7 Ιανουαρίου 1992 έως 22.12.1993 και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να είναι δράστης των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε. Όμως, το ανωτέρω επικαλούμενο από τον αιτούντα ως νέο γεγονός - απόδειξη, από μόνο του ή σε συνδυασμό με τα στοιχεία που είχαν προσκομιστεί στο Δικαστήριο που εξέδωσε την παραπάνω καταδικαστική απόφαση, της οποίας ζητείται η ακύρωση με την κρινόμενη αίτηση, δεν είναι ικανό να θεμελιώσει λόγο, που μπορεί να δικαιολογήσει την αιτούμενη επανάληψη της διαδικασίας. Ειδικότερα, η πράξη της κατοχής λαθρεμπορεύματος, η οποία είναι έγκλημα διαρκές, τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από μέσα Αυγούστου 1993 έως 17 Φεβρουαρίου 1994 και, συνεπώς, κατά το τμήμα του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, που μεσολαβεί μεταξύ της 22ας Δεκεμβρίου 1993, ημερομηνίας απολύσεώς του από της φυλακές και της 17ης Φεβρουαρίου 1994, ο αιτών ευρίσκετο εκτός των φυλακών. Επί πλέον, εκτός των φυλακών ευρίσκετο ο αιτών και σε όλο το χρονικό διάστημα (10.1.1994 έως 20.2.1994), κατά το οποίο τελέστηκε η πράξη της παραβάσεως του άρθρου 90 παρ. 1 και 3 του Κ.Ο.Κ. Με τα δεδομένα αυτά, το ως άνω αποδεικτικό στοιχείο, το οποίο επικαλείται και προσκομίζει ο αιτών για τη θεμελίωση της κρινόμενης αιτήσεώς του, τόσο από μόνο του, όσο και συνεκτιμώμενο με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε την υπόθεση, με βάση τις οποίες αυτό έκρινε ότι εκείνος τέλεσε τις αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξης της κατοχής λαθρεμπορεύματος και της παραβάσεως του άρθρου 90 παρ. 1 και 3 Κ.Ο.Κ., για τις οποίες καταδικάστηκε, δεν καθιστά φανερό, σε σημείο μάλιστα που να εγγίζει τη βεβαιότητα ότι είναι αθώος των πράξεων αυτών. Κατ' ακολουθίαν, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, προσέτι δε να απορριφθεί το αίτημα αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24.7.2007 αίτηση του ..... για επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την 1185/1999 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Απορρίπτει το σχετικό αίτημα αναστολής εκτελέσεως της ποινής του. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου
- Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου
- Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ