← Ελλάδα

ΑΠ 2367/2009 — Αιτιολογίας επάρκεια

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2367 / 2009 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια. Περίληψη: Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις. Αριθμός 2367/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σιδέρη, περί αναιρέσεως της 14-19/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1.4.2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 538/

  1. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για την βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνονται και στα διάφορα αιτήματα και αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για τέλεση της πράξεως της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε βρασμό ψυχικής ορμής ή για ανυπαρξία καταλογισμού ή ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό ή για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 14-19/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη Χ νυμφεύθηκε, σε δεύτερο γάμο, τον Ζ, με τον οποίο απέκτησε ένα τέκνο, τον Π, ηλικίας 7 ετών περίπου σήμερα. Οι άνω σύζυγοι τελούν εν διαστάσει, με συνέπεια να διαμένουν χωριστά, στην ..., ο μεν Ζ σε ιδιόκτητη οικία μαζί με την υπερήλικα, άνω των 90 ετών, κατάκοιτη μητέρα του την οποία γηροκομεί, η δε κατηγορουμένη σε μισθωμένη οικία. Την επιμέλεια του τέκνου, εκ των πραγμάτων, ασκεί ο πατέρας, με τον οποίο διαμένει. Η κατηγορουμένη, έχοντας προβλήματα υγείας από το έτος 1990, όπως θα εκτεθεί παρακάτω, κρίθηκε από την Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή Σερρών ανίκανη προς εργασία κατά 67%, γι' αυτό, λόγω και της πενίας της, ελάμβανε επίδομα από την Πρόνοια. Επίσης ελάμβανε επίδομα τρίτεκνης μητέρας, δεδομένου ότι είχε και δύο τέκνα από τον προηγούμενο γάμο της, τα δε έσοδά της συμπλήρωνε με την περιστασιακή εργασία της ως καθαρίστριας. Ο Ζ δεν προκύπτει ότι ασκούσε κάποιο επάγγελμα. Έτσι συντηρούνταν είτε από την σύνταξη της μητέρας του, που ελάμβανε από τον ΟΓΑ, είτε από την οικονομική ενίσχυση της κατηγορουμένης. Η επικοινωνία μητέρας και τέκνου ήταν προβληματική. 'Ετσι πολλές έριδες και συγκρούσεις μεταξύ των εν διαστάσει συζύγων ανεφύοντο, εξ αιτίας της επικοινωνίας τέκνου - μητέρας, η οποία επεδίωκε ότε μεν δικαιολογημένα, ότε δε αδικαιολόγητα, για λόγους που δεν είναι αντικείμενο της παρούσης, να έχει το τέκνο μαζί της. Μια τέτοια σύγκρουση συνέβη και στις 9-9-2007, ότε η κατηγορουμένη, ευρισκόμενη στην οικία της με τον εν διαστάσει σύζυγό της, με τον οποίο οι σχέσεις τους ήταν άλλοτε ομαλές, άλλοτε τεταμένες, διεφώνησε ως προς το θέμα επικοινωνίας αυτής με το τέκνο της, ο δε Ζ, αφού απεχώρησε από την οικία της μετέβη στην οικία του και μετ' ολίγον σε καφενείο του χωριού. Η κατηγορουμένη, χωλωθείσα από την αποχώρηση του Ζ και την μη επικοινωνία με το τέκνο της, για να εκδικηθεί τον τελευταίο, σε πλήρη ψυχική κατάσταση, συνέλαβε και έθεσε σε εφαρμογή το παρακάτω εγκληματικό σχέδιό της. Αφού προμηθεύτηκε από πρατήριο υγρών καυσίμων ένα δοχείο που περιείχε εύφλεκτο υλικό (βενζίνη), μετέβη στην οικία του εν διαστάσει συζύγου της, όπου κατά τα παραπάνω διέμενε και η κατάκοιτη μητέρα του τελευταίου και το τέκνο της, και αφού εισήλθε ανεμπόδιστα σ' αυτό και διαπίστωσε ότι απουσιάζει ο γιος της και ο εν διαστάσει σύζυγός της, περιέβρεξε το καθιστικό δωμάτιο της οικίας με βενζίνη που κατείχε (χωρίς όμως να περιβρέξει και το υπνοδωμάτιο που βρισκόταν η ηλικιωμένη πεθερά της Ψ) και εν συνεχεία προκάλεσε ανάφλεξη αυτής (βενζίνης) βάζοντας φωτιά. Η πυρκαγιά που εκδηλώθηκε επεκτάθηκε, λόγω του εύφλεκτου υλικού, ταχύτατα, καταστρέφοντας ολοσχερώς την άνω οικία. Η κατηγορουμένη μόλις έβαλε τη φωτιά απεχώρησε από την οικία και εν συνεχεία μετέβη στο Κέντρο Υγείας ..., προκειμένου να της παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες, καθόσον κατά την ανάφλεξη της βενζίνης υπέστη εγκαύματα στο άνω άκρο. Εν τω μεταξύ, η πυρκαγιά έλαβε ανεξέλεγκτες διαστάσεις, εξαπλώθηκε δε στην παρακείμενη οικία, ιδιοκτησίας του ..., η οποία καταστράφηκε και αυτή ολοσχερώς. Από την άνω πράξη της κατηγορουμένης μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος, όχι μόνο σε ξένα πράγματα, αλλά και σε απροσδιόριστο αριθμό ατόμων, όπως στην μητέρα του εν διαστάσει συζύγου της, αλλά και στους διαμένοντες στην παρακείμενη οικία που καταστράφηκε από την πυρκαγιά, η δε άμεση επέμβαση της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας εμπόδισε την περαιτέρω επέκτασή της. Όσον αφορά την αποδιδομένη στην κατηγορουμένη αξιόποινη πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας σε βάρος της Ψ, πρέπει να εκτεθούν τα εξής: Η μητέρα του εν διαστάσει συζύγου της (Ψ), υπέργηρη κατά τα προεκτεθέντα και κατάκοιτη, δεν μπορούσε να κινηθεί αυτοβούλως. Η κατηγορουμένη γνώριζε τούτο, αφού ήταν πεθερά της και επισκεπτόταν αυτήν, πλην όμως η άνω δυσμενής για την Ψ κατάσταση δεν απέτρεψε αυτήν από το να προβεί στην άνω ενέργειά της. Η Ψ διέφυγε εν τέλει τον κίνδυνο να καεί ζωντανή, χάρις στην επέμβαση των περιοίκων, οι οποίοι εισήλθαν στην οικία και επέτυχαν να απομακρύνουν αυτήν εγκαίρως. Τον άνω κίνδυνο, ήτοι να καεί ζωντανή η παθούσα, γνώριζε η κατηγορουμένη, τουλάχιστον ως ενδεχόμενη συνέπεια της άνω πράξεώς της, αφού είχε άμεση αντίληψη της παρουσίας της (Ψ) στο εσωτερικό της οικίας, αλλά και την επικινδυνότητα των εύφλεκτων υλικών που χρησιμοποίησε. Παρά ταύτα, ενήργησε ως άνω, αποδεχόμενη το αποτέλεσμα, ήτοι την ανθρωποκτονία της Ψ, πλην όμως η άνω πράξη της (κατηγορουμένης) δεν ολοκληρώθηκε, όχι από δική της θέληση, αλλά από αίτια εξωτερικά, ήτοι από την συνδρομή των περιοίκων οι οποίοι απομάκρυναν την παθούσα. Η κατηγορουμένη προβάλλει ότι συντρέχει στο πρόσωπο της λόγος άρσεως του καταλογισμού (κατ' άρθρο 34 ΠΚ), ένεκα διατάραξης των πνευματικών λειτουργικών ή διατάραξη της συνειδήσεώς της, άλλως ότι μειώθηκε σημαντικά η ικανότητά της προς καταλογισμό (κατ' άρθρο 36 ΠΚ). Επί των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών της, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Η κατηγορουμένη πάσχει, από το έτος 1990, από συναισθηματική διαταραχή φασημανική και ψυχωτική κατάθλιψη, νοσηλεύθηκε δε κατά διάφορα χρονικά διαστήματα, επί ολιγοήμερον πάντοτε, μέχρι το έτος 2002, στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο ... και στην Ψυχιατρική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου ..., παρακολουθείτο δε από τον Νευρολόγο - Ψυχίατρο Β. Στα πλαίσια της διενεργηθείσης ανάκρισης διατάχθηκε, κατ' άρθρο 183 ΚΠΔ, η διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης της κατηγορουμένης, το αποτέλεσμα της οποίας αποτυπώθηκε στην υπ' αριθ. ... σχετική έκθεση. Στην έκθεση αναφέρεται ότι η κατηγορουμένη πάσχει από διαταραχή των πνευματικών της λειτουργιών συνεπεία χρόνιας ψυχικής νόσου (διαταραχή προσωπικότητας με ψυχωσικές εκδηλώσεις) και ότι δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί τον άδικο χαρακτήρα των πράξεών της. Η άνω πραγματογνωμοσύνη, η οποία εκτιμάται ελευθέρως, δεν είναι πλήρως εμπεριστατωμένη ώστε να υπάρχει σαφής εικόνα για την κατάσταση της υγείας της κατηγορουμένης, ήτοι εάν αυτή είναι πλήρως ανίκανη προς καταλογισμό. Η εξέτασή της έλαβε χώρα στις 14-9-2007, χωρίς να παρακολουθηθεί για ικανό χρονικό διάστημα και αμέσως οι τρεις πραγματογνώμονες απεφάνθησαν ως άνω. Το Δικαστήριο από την εκτίμηση της άνω πραγματογνωμοσύνης, εν συνδυασμώ με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία, άγεται στην κρίση ότι η ψυχική νόσος της κατηγορουμένης κατά το χρόνο τελέσεως των πράξεων δεν είχε επιφέρει πλήρη νοσηρή διατάραξη των πνευματικών της λειτουργιών, ώστε να την αποστερεί πλήρως την ικανότητα διακρίσεως του αδίκου των πράξεων και να μην ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη του αδίκου, αλλά ότι μειώθηκε σημαντικά η ικανότητά της προς καταλογισμό. Η άνω κρίση ενισχύεται και από όλη την συμπεριφορά της κατηγορουμένης, η οποία, αφού προμηθεύτηκε εύφλεκτο υλικό, μετέβη στην οικία του εν διαστάσει συζύγου της και, αφού διαπίστωσε ότι απουσίαζε ο γιος της, ώστε να μην διατρέχει αυτός κανένα κίνδυνο, προκάλεσε την πυρκαγιά, και εν συνεχεία απεχώρησε, επιδεικνύοντας δε ιδιαίτερη προνοητικότητα, μετέβη στο κέντρο υγείας προς παροχή πρώτων βοηθειών. Τούτο δεικνύει άτομο το οποίο, δεν ήταν μεν πλήρως ανίκανο προς καταλογισμό, είχε όμως σημαντικά μειωθεί η ικανότητά του, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε. Το Δικαστήριο σχημάτισε σαφή κρίση περί της υγείας της κατηγορουμένης, γι' αυτό δεν κρίνει αναγκαίο να αναβάλει την υπόθεση για να κληθεί ο θεράπων ιατρός της, Β, ο οποίος άλλωστε έχει εκφέρει την γνώμη του στην αναγνωσθείσα από 14-9-3007 γνωμάτευσή του. Γι' αυτό, πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημα της κατηγορουμένης. Κατόπιν των παραπάνω, το Δικαστήριο κρίνει ομόφωνα ότι η κατηγορουμένη τέλεσε τις αποδιδόμενες σ' αυτήν αξιόποινες πράξεις του εμπρησμού από πρόθεση, που μπορούσε να προκύψει κοινός κίνδυνος σε άνθρωπο, και της απόπειρας ανθρωποκτονίας (με ενδεχόμενο δόλο), πλην όμως, λόγω της ψυχικής της νόσου, μειώθηκε σημαντικά η ικανότητά της προς καταλογισμό. Η άνω κατηγορουμένη ενήργησε με πλήρη ψυχική ηρεμία προ και κατά την τέλεση των πράξεων, ο δε προ των πράξεων διαπληκτισμός της με τον εν διαστάσει σύζυγό της, όσον αφορά την επικοινωνία της με το τέκνο της, που ήταν συχνοί, δεν αποδείχθηκε ότι υπερδιήγειρε και προκάλεσε σ' αυτήν τέτοια ψυχική κατάσταση, ώστε να αποκλείεται η στάθμιση των αιτίων που την ώθησαν στην τέλεση των άνω εγκλημάτων. Συνεπώς, η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη, ως κατηγορείται, αφού γίνει δεκτός ο επικουρικός αυτοτελής ισχυρισμός της περί ηλαττωμένου καταλογισμού. Αντιθέτως, πρέπει να απορριφθούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί της α) περί ανικανότητάς της περί καταλογισμού (34 ΠΚ), β) ότι δεν επήλθε κίνδυνος σε ανθρώπους από τον εμπρησμό και να μετατραπεί η κατηγορία σε διακεκριμένη φθορά ξένης ιδιοκτησίας και της απόπειρας ανθρωποκτονίας εν βρασμώ ψυχικής ορμής. Τέλος, το Δικαστήριο κρίνει ότι η κατηγορουμένη μέχρι τελέσεως της πράξεως διήγε έντιμο ατομικό οικογενειακό, επαγγελματικό και εν γένει κοινωνικό βίο, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε. Αντιθέτως, πρέπει να απορριφθούν τα αιτήματα περί αναγνωρίσεως των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2β και γ, διότι δεν αποδείχθηκε ότι κατηγορουμένη ωθήθηκε στην πράξη της από αίτια μη ταπεινά, αντιθέτως, όπως προέκυψε, ωθήθηκε στην πράξη της από λόγους εκδίκησης, ούτε αποδείχθηκε ότι στην πράξη της ωθήθηκε από την ανάρμοστη συμπεριφορά του εν διαστάσει συζύγου της". Ακολούθως, με τις παραδοχές αυτές, το ανωτέρω δικαστήριο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη και της επέβαλε συνολική ποινή καθείρξεως 11 ετών. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις, α) ως προς την απόρριψη του αιτήματος για αναβολή της δίκης προκειμένου να κληθεί ως μάρτυρας ο θεράπων ιατρός της κατηγορουμένης Β, αφού το δικαστήριο, από τον συνδυασμό των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του, σχημάτισε, όπως αναφέρει, σαφή κρίση περί της υγείας της κατηγορουμένης, και β) ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών 1) της έλλειψης πλήρους καταλογισμού, κατά το άρθρο 34 ΠΚ, 2) της συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. β' και γ' ΠΚ (ταπεινά αίτια και ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος, αντίστοιχα) και 3) της μετατροπής της κατηγορίας, από απόπειρα ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, σε απόπειρα τελεσθείσα σε βρασμό ψυχικής ορμής. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, μετά την επιβληθείσα από το δικαστήριο ως άνω ποινή, ο συνήγορος της κατηγορουμένης υπέβαλε το αίτημα περιορισμού της κατηγορουμένης σε ψυχιατρικό κατάστημα ή παράρτημα των φυλακών, κατ' άρθρο 37 του ΠΚ, άλλως με το άρθρο 38 του ιδίου Κώδικα. Επί του αιτήματος αυτού, η προσβαλλομένη, με την 18/2009 παρεμπίπτουσα απόφασή της, δέχθηκε τα εξής: "Κατ' άρθρο 37 ΠΚ, όταν η κατάσταση των ατόμων που έχουν, κατά το άρθρο 36, ηλαττωμένη ικανότητα για καταλογισμό, επιβάλλει ιδιαίτερη μεταχείριση ή μέριμνα, οι στερητικές της ελευθερίας ποινές, που του επιβάλλονται, εκτελούνται σε ιδιαίτερα ψυχιατρικά καταστήματα ή παραρτήματα των φυλακών. Κατά το άρθρο 38 παρ. 1, αν εκείνος που έχει κατά το άρθρο 36 ηλαττωμένη ικανότητα καταλογισμού λόγω διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών ή ο κατά το άρθρο 33 παρ. 2 κωφάλαλος είναι επικίνδυνος στην δημόσια ασφάλεια και η πράξη που τέλεσε είναι κακούργημα ή πλημμέλημα, για το οποίο ο νόμος απειλεί ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη από έξι μήνες, το δικαστήριο τον καταδικάζει σε περιορισμό στα ψυχιατρικά καταστήματα ή παραρτήματα των φυλακών του άρθρου
  2. Από την γραμματική διατύπωση του πρώτου άρθρου, σαφώς συνάγεται ότι το δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να διατάξει την εκτέλεση της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε ιδιαίτερα ψυχιατρικά καταστήματα ή καταστήματα ή παραρτήματα των φυλακών. Αντιθέτως, από το άρθρο 38 παρ. 1 ΠΚ, συνάγεται ότι το δικαστήριο, υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρονται σ' αυτό (ιδίως όταν είναι επικίνδυνος ο κατηγορούμενος), καταδικάζει τον κατηγορούμενο σε περιορισμό στα ψυχιατρικά καταστήματα ή παραρτήματα των φυλακών, υπό τους όρους των παρ. 2 και 3 του άνω άρθρου. Εν προκειμένω, δεν αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη είναι επικίνδυνη στην δημόσια ασφάλεια. Γι' αυτό, πρέπει να απορριφθούν τα σχετικά αιτήματά της". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο, ορθά ερμήνευσε τις προαναφερόμενες διατάξεις και δέχθηκε ότι μόνον όταν ο κατηγορούμενος είναι επικίνδυνος στην δημόσια ασφάλεια, έχει υποχρέωση να τον καταδικάσει σε περιορισμό σε ψυχιατρικό κατάστημα ή σε κατάλληλο προς τούτο παράρτημα των φυλακών. Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ως εκ τούτου, περαιτέρω, το δικαστήριο δεν υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του, με το να μην καταδικάσει την κατηγορουμένη σε περιορισμό σε ψυχιατρικό κλπ κατάστημα, εφόσον δέχθηκε ότι αυτή δεν ήταν επικίνδυνη στην δημόσια ασφάλεια και ο δεύτερος, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Η' ΚΠΔ, αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 3/2009 αίτηση της Χ, κρατουμένης στο κατάστημα κράτησης ..., για αναίρεση της 14-19/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.