Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2378 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αποχή αποφάσεως. Περίληψη: Απέχει μέχρι να υποβληθεί πρόταση από τον εισαγγελέα για δεύτερη αίτηση αναίρεσης. ΑΡΙΘΜΟΣ 2378/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης, Αιμιλία Λίτινα και Ανδρέα Δουλγεράκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων Χ1 και Χ2, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2512/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 7 Δεκεμβρίου 2007 δύο αιτήσεις, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 34/
- Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 167/8-4-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω κατ' αρθρ 485 & 1 ΚΠΔ την με αριθμ. 298/7-12-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του με αριθμ. 2512/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίπτεται κατ ουσία η με αριθμ. 298 /2007 έφεση του κατά του με αριθμ. 846/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για υπεξαίρεση εμπιστευμένου στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του σαν διαχειριστή ξένης περιουσίας και με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατά συναυτουργία με άλλο και εκθέτω τα ακόλουθα: Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον κατηγορούμενο με δήλωση του προς τον Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Αθηνών και στρέφεται κατά βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη και περιέχει συγκεκριμένους λόγους, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας (άρθρ. 484 & 1 εδ ε και δ ΚΠΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι. Οι προβαλλόμενοι λόγοι συνίστανται όπως αναφέρεται στην αίτηση ότι: Το προσβαλλόμενο βούλευμα εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 375 & 1-3 ΠΚ και τον παρέπεμψε για να δικαστεί για την κακουργηματική πράξη της υπεξαίρεσης η οποία δεν στοιχειοθετείται γιατί λείπει το στοιχείο της παράνομης ιδιοποίησης ξένου πράγματος και β ότι δεν περιέχει την επιβαλλόμενη αιτιολογία διότι δεν περιέχει περιστατικά και συλλογισμούς από τους οποίους να προκύπτει η κρισιολογία ως προς το ότι προέκυψαν κατά του αναιρεσείοντα επαρκείς ενδείξεις ούτε προκύπτει ότι έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα αφού κατά την παράθεση των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπ' όψη αναφέρει ότι λήφθηκαν υπ' όψη οι καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν νόμιμα , του πολιτικώς ενάγοντα , η απολογία του κατηγορουμένου και τα λοιπά της δικογραφίας έγγραφα λαμβανόμενα υπ' όψη μεμονωμένα και σε συνδυασμό μεταξύ τους χωρίς να προκύπτει ποια είναι τα έγγραφα αυτά. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 375 & 1 ΠΚ όπως ισχύει "τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή μερικά) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο. 'Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών '' παράνομη ιδιοποίηση ξένου ολικά ή μερικά κινητού πράγματος που έχει περιέλθει στην κατοχή του δράστη καθ' οιονδήποτε τρόπο . Το πράγμα είναι ξένο όταν βρίσκεται σε ξένη σε σχέση με τον δράστη κυριότητα όπως αυτή διαπλάσσεται από τον Αστικό Κώδικα). Τέτοια περίπτωση είναι και τα χρήματα τα οποία περιέρχονται στον δράστη με την εντολή της είσπραξής τους και της απόδοσης τους στον εντολέα αλλά αυτός τα ιδιοποιείται (ΑΠ 277/2007, Α Π 394/2003, ΑΠ 1015/2000). Εξ ετέρου κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε παραπεμπτικό βούλευμα υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου όπως επίσης και οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, όπως και εσφαλμένη εφαρμογή νόμου και εκ πλαγίου παράβαση υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Στην προκειμένη περίπτωση από τα ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από το Συμβούλιο Εφετών πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι κατά των κατηγορουμένων, του αναιρεσείοντα και των συγκατηγορουμένων του οι οποίοι δεν άσκησαν αναιρέσεις , ασκήθηκε ποινική δίωξη για κακουργηματική υπεξαίρεση συνισταμένη στο ότι οι αναιρεσείοντες ανέλαβαν την πώληση ενός αυτοκινήτου Ταξί του εγκαλούντα βάσει πληρεξουσίου σε αγοραστή που βρήκαν και στον οποίο πούλησαν το αυτοκίνητο αυτό αντί 123.000 ευρώ από το οποίο ποσό του απέδωσαν το ποσό των 53.000 περίπου και παρακράτησαν το υπόλοιπο. Από τα ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από το προσβαλλόμενο βούλευμα προέκυψαν τα παρακάτω: Ο εγκαλών στις 7-7-2004 συμφώνησε με την εκ των κατηγορουμένων Χ3, η οποία δεν άσκησε αναίρεση να της πωλήσει το με αριθμ. ..... Δ.Χ. αυτοκίνητο Ταξί αντί τιμήματος 123.257 ευρώ και υπόγραψαν αυθημερόν σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό περί της πώλησης και ότι αυτή θα ολοκληρωνόταν σε επτά ημέρες και για την πώληση αυτή η παραπάνω του κατέβαλλε το ποσό των 3.000 ευρώ . Την επόμενη ημέρα η παραπάνω κάλεσε τον εγκαλούντα στην επιχείρηση της και το ανακοίνωσε ότι βρήκε αγοραστή, με τον οποίο συμφώνησε την πώληση και του κατέβαλλε ποσό 10.000 παρουσιάζοντας του συγχρόνως του δύο άλλους συγκατηγορουμένους της σαν συνεργάτες της οι οποίοι και θα αναλάμβαναν την διαδικασία της μεταβίβασης του αυτοκινήτου και ότι για να έχουν την δυνατότητα αυτή έπρεπε να τους κάνει πληρεξούσιο γεγονός που έγινε και ο εγκαλών τους έκανε το με αριθμ. ..... ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο . Με το πληρεξούσιο αυτό οι κατηγορούμενοι προέβησαν στην μεταβίβαση του παραπάνω αυτοκινήτου στον αγοραστή και εισέπραξαν το τίμημα των 123.000 ευρώ από την πώληση του από το οποίο ποσό στον εγκαλούντα απέδωσαν 53.257 και παρακράτησαν το ποσό των 70.000 ποσό το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε την κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα οποία στηρίζουν την κρίση του για την μη ύπαρξη επαρκών ενδείξεων προς παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε στην απαλλακτική κρίση του για την παράβαση των άρθρων 375 παρ. 1β, 2, 45 και 372 παρ. 1β Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, απορριπτομένων των περί αντιθέτου αιτιάσεων του αναιρεσείοντα γιατί προκύπτει τόσο η αιτία όσο και το ύψος του ποσού που υπεξαιρέθηκε και το οποίο περιήλθε στην κατοχή του από την πώληση του αυτοκινήτου ταξί την οποία του ανέθεσε ο εγκαλών και το οποίο ποσό έπρεπε να το αποδώσει σ' αυτόν αφού ενήργησε σαν διαχειριστής της περιουσίας του βάσει της εντολής που είχε, απορριπτομένων επίσης των αιτιάσεων του αναιρεσείοντα περί του ότι στο προσβαλλόμενο δεν εκτίθενται περιστατικά περί της παράνομης ιδιοποίησης για την οποία κατηγορείται. Επίσης πρέπει ν' απορριφθούν σαν αβάσιμα τα προβαλλόμενα ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν αναφέρονται τα έγγραφα τα οποία το προσβαλλόμενο έλαβε υπ' όψη του και αξιολόγησε γιατί το αναφερόμενο στο προσβαλλόμενο περί του ότι λήφθηκαν υπ' όψη οι καταθέσεις των νόμιμα εξετασθέντων μαρτύρων , και πολιτικώς ενάγοντα , οι απολογίες των κατηγορουμένων και τα λοιπά της δικογραφίας έγγραφα δεν δημιουργεί ασάφεια σχετικά με το ποια έγγραφα λήφθηκαν υπ' όψη και αξιολογήθηκαν γιατί με την αναφορά γενικά στα έγγραφα το προσβαλλόμενο εκθέτει κατ' επίταση ότι λήφθηκαν και αξιολογήθηκαν όλα τα έγγραφα που περιέχονταν στην δικογραφία , και ότι όπου απαιτούνταν από τις ανάγκες της δικογραφίας γινόταν ειδική μνεία και αναφορά εγγράφων όπως σε ιδιωτικά συμφωνητικά και πληρεξούσια βάσει των οποίων δόθηκαν οι εντολές για την πώληση και την μεταβίβαση του επιδίκου αυτοκινήτου. Περαιτέρω προβάλλεται η αιτίαση περί του ότι προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έλαβε υπ' όψη και δεν εκτίμησε το γεγονός ότι από τον αναιρεσείοντα έγινε μερική καταβολή και ότι με τον τρόπο αυτό ο αναιρεσείων καταδεικνύει ότι δεν είχε πρόθεση για την παράνομη ιδιοποίηση του υπολοίπου . Πράγματι στο προσβαλλόμενο γίνεται η παραδοχή της καταβολής του μερικού ποσού των 53.000 αλλά περαιτέρω το προσβαλλόμενο κάνει λόγο και αιτιολογεί την πρόθεση του αναιρεσείοντα και των υπολοίπων για την ιδιοποίηση του υπολοίπου των 70.000 ευρώ η ιδιοποίηση του οποίου είναι δυνατή γιατί η καταβολή μέρους από τα εισπραχθέντα από τον διαχειριστή δεν αναιρεί την ιδιοποίηση του υπολοίπου εφ' όσον όπως στην προκειμένη περίπτωση ο διαχειριστής εκδήλωσε την πρόθεση του να ιδιοποιηθεί το υπόλοιπο μη καταβληθέν ποσό. Διά ταύτα Προτείνω Α. Να απορριφθεί η με με αριθμ. 298/7-12-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του με αριθμ. 2512/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντα. Αθήνα την 5-3-2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Στην παρ. 1 του αρ.32 του ΚΠΔ ορίζεται ότι "καμιά απόφαση του ποινικού Δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση ή σε συμβούλιο και καμιά διάταξη του ανακριτή δεν έχουν κύρος, αν δεν ακουστεί προηγουμένως ο εισαγγελέας". Και στην παρ.4 "ο Εισαγγελέας έχει υποχρέωση να υποβάλει πάντοτε προφορικά ή γραπτά, προτάσεις αιτιολογημένες και αιτήσεις ειδικές και δεν μπορεί να αφεθεί στην κρίση του Δικαστηρίου ή του ανακριτή". Εξάλλου απόλυτη ακυρότητα κατά τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ.1, 138 παρ.2 και 3, 171 παρ.1β, 308 παρ.1, 316 παρ.2 και 485 παρ.1 ΚΠΔ επιφέρει και η έκδοση βουλεύματος χωρίς την προηγούμενη έγγραφη πρόταση του εισαγγελέα επί της ουσίας της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση οι Χ1 και Χ2 άσκησαν τις με αριθμό 298 και 297/7-12-2007, αντίστοιχα, αιτήσεις αναιρέσεως, με τις οποίες ζητούν την αναίρεση του με αριθμό 2512/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο επικυρώθηκε το 846/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κων Αθηνών με το οποίο παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, την οποία τέλεσαν από κοινού με την ιδιότητά τους ως εντολοδόχοι. Ενώπιον του Συμβουλίου τούτου ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, υπέβαλε την 167/8-4-2008 πρότασή του, με την οποία ζήτησε την απόρριψη της με αριθμό 298/7-12-2007 αίτησης αναίρεσης του Χ1 για τους λόγους που σ'αυτήν αναφέρονται, παρέλειψε όμως να υποβάλει έγγραφη πρόταση και ως προς το δεύτερο αναιρεσείοντα Χ2 και συνεπώς δεν υπάρχει πρόταση γι'αυτόν. Συνεπώς το Συμβούλιο δεν μπορεί να υπεισέλθει στην έρευνα της αναίρεσης αυτής και πρέπει να απόσχει μέχρι να υποβληθεί η σχετική πρόταση. Περαιτέρω λόγω της συνάφειας των δύο αναιρέσεων, πρέπει το συμβούλιο να αναβάλει την έκδοση αποφάσεως και ως προς την αίτηση αναίρεσης του Χ1 προκειμένου να συνεκδικαστεί με την παραπάνω. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απέχει να αποφανθεί επί της 297/7-12-2007 αίτησης αναίρεσης, κατά του 2512/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος Χ1 μέχρις ότου υποβληθεί στο παρόν Συμβούλιο έγγραφη πρόταση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, και ως προς αυτήν. Αναβάλλει να αποφανθεί επί της 298/7-12-2007 αίτησης αναίρεσης του Χ1 κατά του ίδιου βουλεύματος, προκειμένου να συνεκδικαστεί με την παραπάνω αίτηση. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2008.Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου
- Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ