← Ελλάδα

ΑΠ 2379/2007 — Παραγραφή, Ε.Σ.Δ.Α., Επανάληψη διαδικασίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2379 / 2007 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Παραγραφή, Ε.Σ.Δ.Α., Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Αίτηση επανάληψης διαδικασίας μετά τη διαπίστωση παράβασης της ΕΣΔΑ από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Γίνεται δεκτή η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, εφόσον κρίνεται ότι η κρίση του δικαστηρίου που καταδίκασε επηρεάσθηκε από την παραβίαση της διάταξης του άρθρου 9 της ΕΣΔΑ. Παραγραφή. Ο Άρειος Πάγος λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την παραγραφή που επήλθε μετά την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αν κριθεί (εκτός από παραδεκτός) και βάσιμος, ένας τουλάχιστον λόγος αναιρέσεως. Η διάταξη του άρθρου 511 ΚΠΔ (50 παρ. 5 Ν.3160/2003) είναι δικονομική και εφαρμόζεται στις εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις. Εφόσον η εισαγγελική πρόταση περιορίζεται μόνο επί της αιτήσεως για επανάληψη της συζήτησης, πρέπει το δικαστήριο αυτό, ως Συμβούλιο, να απόσχει από την έκδοση απόφασης, μέχρι να υποβληθεί εισαγγελική πρόταση επί των λόγων των αιτήσεων αναίρεσης Αριθμός 2379/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Νοεμβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ1 , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Αναγνωστόπουλο, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την με αριθμό 1857/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αιτών ζητά τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Ιανουαρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 109/2007.. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 170/30.4.2007 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Ι) Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Συμβουλίου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρ. 32 § § 1+4, 138 § 2β, 525 § 1 αρ.5, 527 § § 1+3, 528 § 1 Κ.Π.Δ., αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας του Χ1 που εγχειρίστηκε την 16-1-2007 από την εξουσιοδοτημένη προς τούτο δικηγόρο Π. Παπαδοπούλου και εκθέτω τ΄ακόλουθα:Ο αιτών με την υπ΄αρ. 1857/23-7-2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών κατεδικάσθη σε φυλάκιση 8 μηνών (ανασταλείσα επί τριετία) για ψευδορκία μάρτυρα. Κατά της άνω αποφάσεως αυτός (ως και η ετέρα κατηγορουμένη του ....) άσκησε αναίρεση την 30-10-2001, η οποία όμως απερρίφθη με την υπ΄αρ. 757/2002 απόφαση του Υμετέρου Δικαστηρίου, διότι η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως εκ μέρους του έτρεχε από την δημοσίευση της καταδικαστικής αποφάσεως και όχι από την καταχώρησή της ως καθαρογραμμένης εις το ειδικό βιβλίο. Ακολούθως ο αιτών προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, παραπονούμενος για παραβίαση του δικαιώματός του σε δίκαιη δίκη αρ. 6 § 1 ΕΣΔΑ, διότι παρεμποδίστηκε ως προς τα δικαίωμά του να έχει πρόσβαση στον ΄Αρειο Πάγο και για παραβίαση του δικαιώματός του να έχει τον απαραίτητο χρόνο για την προετοιμασία της υπερασπίσεώς του. Με την υπ΄αρ. 39295/2002 απόφαση του άνω Δικαστηρίου έγινε δεκτή η προσφυγή του (δείτε αντίγραφο αποφάσεως). Εις την απόφαση επισημαίνεται ότι η οικεία νομοθεσία, ή η εφαρμογή αυτής, δεν πρέπει πάντως να εμποδίζει τον ενδιαφερόμενο να ασκεί το προβλεπόμενο ένδικο μέσο. Στην υπό κρίση περίπτωση από το πρίσμα της νομολογίας του ΕΔΔΑ καθώς επίσης και από την θέση που φαίνεται να υιοθετεί πλέον πρόσφατα ο΄Αρειος Πάγος στο θέμα (απόφασή του 2229/2002) το Δικαστήριο έκρινε ότι στον προσφεύγοντα ετέθη στην συγκεκριμένη περίπτωση ένα δυσανάλογο εμπόδιο στο δικαίωμά του για πρόσβαση σε δικαστήριο και συνεπώς, υπάρχει παραβίαση του αρ. 6 § 1 της Συμβάσεως. Η δημοσίευση της αποφάσεως αυτής έλαβε χώρα την 13-4-2006 και κατέστη τελεσίδικη με την πάροδο της τρίμηνης προθεσμίας του αρ. 44 § 2β της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι δεν προκύπτει ότι εζητήθη η παραπομπή της υποθέσεως ενώπιον του Τμήματος Ευρείας Συνθέσεως. ΙΙ) Κατά την διάταξη του αρ. 525 παρ. 1 στοιχ. 5 Κ.Π.Δ. (που προσετέθη με αρ. 11 Ν. 2865/2000), η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου, για πλημμέλημα ή κακούργημα, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται περιοριστικά) και: " αν με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, διαπιστώνεται παράβαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε". Aπό την διάταξη αυτή προκύπτει ότι η επανάληψη της διαδικασίας στην περίπτωση αυτή, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι η παραβίαση του δικαιώματος του καταδικασμένου που διαπιστώθηκε από το ΕΔΔΑ, είχε επηρεάσει αρνητικά την κρίση του ποινικού δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, της οποίας η διαδικασία ζητείται να επαναληφθεί και η επανόρθωση της βλάβης που μπορεί να επιτευχθεί, με την επανάληψη της διαδικασίας (ΑΠ 1452/2005 Ποιν.Χρ. ΝΣΤ/2006). Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας σύμφωνα με την άνω διάταξη θα πρέπει να γίνει δεκτή, να ακυρωθεί η υπ΄αρ. 757/2002 απόφαση του Υμετέρου Δικαστηρίου, να κριθεί ως εμπρόθεσμη (αρ. 473 § 2,3 Κ.Π.Δ.) η αναίρεση (από 31-10-01) και οι από 22-2-2002 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, και επειδή είναι νομότυπη (αρ. 474 § 2 Κ.Π.Δ.) διότι αναφέρουν συγκεκριμένους και σαφείς λόγους κατά κεφαλαίων της αποφάσεως (1857/01 του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Αθηνών), πλην όμως επειδή η πράξη της ψευδορκίας για την οποία κατεδικάσθη είναι πλημ/μα και ετελέσθη την 2-11-1994 έχει υποπέσει την οκταετή παραγραφή (άρ. 111 § 3- 113 § 3 Π.Κ.) εξαλείφθηκε το αξιόποινό της και θα πρέπει το Υμέτερο Δικαστήριο να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη. Για τους λόγους αυτούς. Προτείνω. Να γίνει δεκτή η από 16-1-2007 αίτηση του Χ1, να επαναληφθεί η διαδικασία εφ΄ής εξεδόθη η υπ΄αρ. 757/2002 απόφαση του Υμετέρου Δικαστηρίου να ακυρωθεί αυτή να κριθεί ως εμπρόθεσμη η από 31-10-01 αίτηση αναιρέσεως μετά των (από 22-2-2002) προσθέτων λόγων κατά της υπ΄αρ. 1857/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών να κριθεί νομότυπη (474 § 2 Κ.Π.Δ.) και επειδή η πράξη της ψευδορκίας για την οποία κατεδικάσθη είναι πλημμέλημα φέρεται ότι ετελέσθη την 2-11-94 υπέπεσε στην 8ετή παραγραφή εξαλείφθηκε το αξιόποινό της, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη. Αθήνα 28 Μαρτίου

  1. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω έγγραφη εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 5 του ΚΠΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 11 του ν. 2865/2000, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός των άλλων περιοριστικώς αναφερόμενων περιπτώσεων και αν με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 1 και 3 και 528 παρ. 1 εδ. α` του ίδιου Κώδικα η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται, πλην άλλων, και από τον ίδιο τον καταδικασμένο, προς το αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επαναλήψεως συμβούλιο εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο ή το συμβούλιο του Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση, που αποφαίνεται αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτησή του, ο αιτών Χ1 ζητεί την προς το συμφέρον του επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της 1857/23-7-2001 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε φυλάκιση 8 μηνών, που ανεστάλη επί τριετία, για ψευδορκία μάρτυρα, για το λόγο ότι, με την 39295/2002 απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, διαπιστώθηκε, ότι με την παραπάνω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων παραβιάσθηκε το άρθρο 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Η αίτηση είναι νόμιμη, παραδεκτώς εισαγόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου σε Συμβούλιο (άρθρα 527 παρ. 3, 528 παρ. 1 του ΚΠΔ.) και πρέπει να ερευνηθεί κατ` ουσίαν. ΙΙ. Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αιτών, με τη 7/23-7-2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, καταδικάστηκε σε φυλάκιση 8 μηνών, ποινή που ανεστάλη επί τριετία, για ψευδορκία μάρτυρα. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε στις 30-10-2001 αναίρεση, η οποία όμως απορρίφθηκε με την 757/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, διότι κρίθηκε ότι η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως εκ μέρους του έτρεχε από την δημοσίευση της καταδικαστικής αποφάσεως και όχι από την καταχώρισή της ως καθαρογραμμένης εις το ειδικό βιβλίο. Έτσι η απόφαση του Τριμελούς Εφετείου, κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη της από 30-10-2001 αίτησης αναιρέσεως κατ' αυτής. Ακολούθως, ο αιτών προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕυρΔΔΑ), παραπονούμενος για παραβίαση του δικαιώματός του σε δίκαιη δίκη (αρ. 6 § 1 ΕΣΔΑ), διότι παρεμποδίστηκε, ως προς τα δικαίωμά του να έχει πρόσβαση στον Άρειο Πάγο και να έχει τον απαραίτητο χρόνο για την προετοιμασία της υπερασπίσεώς του. Με την 39295/2002 απόφαση του ΕυρΔΔΑ, έγινε δεκτή η προσφυγή του αιτούντος, αφού διαπιστώθηκε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕυρΣΔΑ, το οποίο καθιερώνει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, λόγω του δυσαναλόγου εμποδίου που τέθηκε στο δικαίωμα του αιτούντος για πρόσβαση σε δικαστήριο, ήτοι στον Άρειο Πάγο, αφού, σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση του Αρείου Πάγου, αυτός όφειλε να ασκήσει αναίρεση κατ' αποφάσεως, το σκεπτικό της οποίας αγνοούσε. Η δημοσίευση της αποφάσεως αυτής έλαβε χώρα την 13-4-2006 και κατέστη οριστική με την πάροδο της τρίμηνης προθεσμίας του αρ. 44 § 2β της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε η παραπομπή της υποθέσεως ενώπιον του Τμήματος Ευρείας Συνθέσεως. Η πιο πάνω παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος να έχει πρόσβαση στο δικαστήριο είχε ως αποτέλεσμα να απορριφθεί ως εκπρόθεσμη η αναίρεσή του, αντί αυτή να κριθεί ως προς την βασιμότητά της. Η επανόρθωση δε της βλάβης που αυτός υπέστη εξαιτίας της εν λόγω παραβίασης, μπορεί να επιτευχθεί με την επανάληψη της αναιρετικής διαδικασίας. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, θα πρέπει να γίνει δεκτή, να ακυρωθεί η 757/2002 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, να κριθεί ως εμπρόθεσμη (αρ. 473 § 2,3 Κ.Π.Δ.) η από 31-10-01 αναίρεση και οι από 22-2-2002 πρόσθετοι αυτής λόγοι αναιρέσεως, και να εκδικαστεί η υπόθεση ενώπιον του Αρείου Πάγου, όπως θα είχε συμβεί, εάν η αναίρεση είχε κριθεί εξαρχής ως εμπρόθεσμη. ΙΙΙ. Από τη δημοσίευση του ν. 3160/2003 την 30-6-2993, αφότου άρχισε και η ισχύς του, με το άρθρο 50 παρ. 5 του οποίου αντικαταστάθηκε η διάταξη του άρθρου 511 του ΚΠΔ και ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο ΄Αρειος Πάγος λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την παραγραφή που επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης αν κριθεί (εκτός από παραδεκτός) και βάσιμος ένας τουλάχιστον λόγος αναιρέσεως, και ενόψει της φύσεως της διατάξεως αυτής ως δικονομικής και της εντεύθεν εφαρμογής της από τη δημοσίευση του νόμου (30-6-2003) και στις εκκρεμείς κατά το χρόνο της ισχύος της ποινές υποθέσεις, καθώς και της συζητήσεως της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως μετά την ισχύ του εν λόγω νόμου, η λήψη υπόψη της παραγραφής της πράξεως προϋποθέτει και βασιμότητα ενός τουλάχιστον λόγου αναιρέσεως. Στην προκειμένη υπόθεση, η πράξη της ψευδορκίας, για την οποία καταδικάσθηκε ο αιτών- αναιρεσείων, είναι πλημμέλημα και φέρεται ότι τελέσθηκε στις 2-11-1994 και, από την ημερομηνία αυτή μέχρι τη δημοσίευση της παρούσας, παρήλθε μεν χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την οκταετία, πλην όμως, για να ληφθεί υπόψη η εν λόγω παραγραφή (άρθρα 111 παρ. 1 και 3, 112 και 113 παρ. 1, 2 και 3 του ΠΚ), πρέπει προηγουμένως, να ερευνηθεί, εκτός από το παραδεκτό, και η βασιμότητα των λόγων αναιρέσεως. Συνεπώς, για να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του αιτούντος για το προαναφερόμενο αδίκημα, πρέπει να κριθεί ότι ένας τουλάχιστον λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Ενόψει δε του ότι η εισαγγελική πρόταση περιορίζεται μόνο επί του παραδεκτού και της βασιμότητας της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας και του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως, κρίνοντας ότι, μετά ταύτα, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, πρέπει το Συμβούλιο αυτό να απόσχει, κατ` εφαρμογή του άρθρου 32 ΚΠΔ, από την έκδοση απόφασης μέχρι να υποβληθεί εισαγγελική πρόταση επί της βασιμότητας των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 3/1/2007 αίτηση του Χ1, για επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας επί της οποίας εκδόθηκε 757/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ακυρώνει την 757/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου και κρίνει εμπρόθεσμη και νομότυπη την από 31-10-01 αίτηση αναιρέσεως του αιτούντος μετά των από 22-2-2002 προσθέτων αυτής λόγων, κατά της 1857/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Απέχει από την έκδοση απόφασης επί της από 30-10-2001 αιτήσεως (δήλωσης) αναιρέσεως (με αρ.πρωτ. 9131/31-10-2001) και των από 22-2-2002 προσθέτων αυτής λόγων, κατά της 1857/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, μέχρι να υποβληθεί εισαγγελική πρόταση επί της ουσιαστικής βασιμότητας των λόγων των αιτήσεων αυτών. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου
  2. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Δεκεμβρίου 2007 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.