← Ελλάδα

ΑΠ 2386/2008 — Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2386 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης. Περίληψη: Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 220 παρ. 1 Π.Κ. (υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως), δηλαδή, πέτυχε με εξαπάτηση να εκδοθεί από το Στρατολογικό Γραφείο Αν. Αττικής μεταβολή της κρίσεως αυτού ως ακαταλλήλου για στράτευση, προσκομίζοντας Γνωμάτευση Σωματικής Ικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών, δυνάμει της οποίας κρίθηκε ακατάλληλος για στράτευση, η οποία όμως ήταν πλαστή και αφορούσε άλλο στρατεύσιμο. Ενώ η πράξη του, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό έπρεπε να χαρακτηρισθεί ως πλημμέλημα της Π.Κ. 204, άλλως ως παράβαση του άρθρου 43 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα. Απορρίπτει. ΑΡΙΘΜΟΣ 2386/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Σταμούλη, περί αναιρέσεως της 1876/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 702/2007. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 220 παρ. 1 ΠΚ, όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τριών

(3)μηνών μέχρι δύο
(2)ετών αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, απαιτείται: α) αναληθής βεβαίωση σε δημόσιο, κατά την έννοια των άρθρ. 438 και 439 ΚΠολΔ, έγγραφο για περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή το έγγραφο, από μόνο του ή σε συσχετισμό προς άλλο να μπορεί να επιφέρει γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσεως δημόσιας ή ιδιωτικής, β) η αναληθής βεβαίωση να προκλήθηκε με οποιοδήποτε απατηλό μέσο, εξαιτίας του οποίου παρασύρθηκε ο υπάλληλος έστω και από αμέλεια ή ευπιστία στην παροχή της βεβαιώσεως και γ) δόλος του δράστη που συνίσταται στη θέλησή του να προκαλέσει την αναληθή βεβαίωση και στη γνώση ότι το βεβαιούμενο στο δημόσιο έγγραφο γεγονός είναι αναληθές και μπορεί να έχει τις συνέπειες αυτές, είτε για τον εαυτό του είτε για άλλον τρίτο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1876/07 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, ο οποίος έχει γεννηθεί το 1974 ήταν γραμμένος στα μητρώα αρρένων του Δήμου Ψυχικού - Αττικής και βρισκόταν νόμιμα εκτός στρατεύματος μέχρι 24-3-2001, καθόσον είχε τύχει αναβολής κατάταξης μέχρι τότε και υποχρεούταν για κατάταξη με την 2001 Δ' ΕΣΣΟ τον Ιούλιο του
  1. Όταν κλήθηκε να παρουσιαστεί στις τάξεις του στρατού και να καταταγεί στις 30-7-2001 στο στρατόπεδο του Κ.Ε.Υ.Π., προσκόμισε και κατέθεσε στο Στρατολογικό Γραφείο Ανατολικής Αττικής την υπ' αριθμ. ..... γνωμάτευση σωματικής ανικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών, με την οποία αυτή αποφαινόταν ότι αυτός κρίθηκε ακατάλληλος για στράτευση (Ι-5), επειδή έπασχε από υποτροπιάζουσα ιριδοκυκλίτιδα αριστερού οφθαλμού και έτσι πέτυχε να εκδοθεί από το παραπάνω Στρατολογικό Γραφείο Ανατολικής Αττικής Μεταβολή της Κρίσεως αυτού από καταλλήλου σε ακαταλλήλου για στράτευση. Ωστόσο όπως αποδείχθηκε η παραπάνω υπ' αριθμ. ..... γνωμάτευση σωματικής ανικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών, την οποία προσκόμισε αυτός στο Στρατολογικό Γραφείο Ανατολικής Αττικής, ήταν πλαστή, καθόσον αυτός ουδέποτε είχε προσέλθει για εξέταση στην Επιτροπή Απαλλαγών Αθηνών το έτος 2001, η γνωμάτευση δε της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών με αριθμό ..... αφορούσε τον Α, ο οποίος παρακολουθείτο από το Στρατολογικό Γραφείο Σύρου. Ετσι ο κατηγορούμενος, με την προσκόμιση και την κατάθεση της παραπάνω πλαστής υπ' αριθμ. ..... γνωμάτευσης σωματικής ανικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών στο Στρατολογικό Γραφείο Ανατολικής Αττικής και την παράσταση στους αρμόδιους υπαλλήλους αυτού ότι αυτή είναι γνήσια, ενώ γνώριζε πολύ καλά ότι ήταν πλαστή, πέτυχε να τους εξαπατήσει και να υφαρπάσει τη Μεταβολή της Κρίσεως του Στρατολογικού Γραφείου από καταλλήλου σε ακαταλλήλου για στράτευση, πράγμα το οποίο μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, συνιστάμενες στην αποφυγή εκπληρώσεως της στρατιωτικής του υποχρεώσεως. Αργότερα διαπιστώθηκε η εξαπάτηση αυτή του Στρατολογικού Γραφείου Ανατολικής Αττικής και η Διεύθυνση Στρατολογικού του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Αμυνας ζήτησε από το Στρατολογικό Γραφείο Ανατολικής Αττικής, να ακυρώσει τη στρατολογική μεταβολή, που αφορούσε την κρίση του κατηγορουμένου ως ακαταλλήλου προς στράτευση, πράγμα το οποίο και έγινε και έτσι ο κατηγορούμενος κλήθηκε και κατετάγη στις τάξεις του στρατεύματος στις 11-11-2005 και εκπλήρωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις στο στρατό ξηράς, απολύθηκε δε στις 27-11-
  2. Ωστόσο αυτό δεν έχει οποιαδήποτε έννομη επιρροή στην αξιολόγηση της παραπάνω συμπεριφοράς του ως άδικης ή καταλογιστής ή στην άρση του καταλογισμού αυτής σ' αυτόν. Από όλα αυτά που αποδείχθηκαν προκύπτει ότι η παραπάνω συμπεριφορά του κατηγορουμένου πληροί την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, το οποίο του αποδίδεται με το κατηγορητήριο και όχι του εγκλήματος της απάτης προς αποφυγή της στρατεύσεως, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται αυτός, η οποία δεν αποκλείεται να συρρέει με την υφαρπαγή της ψευδούς βεβαιώσεως, αλλά ούτε και της προσποιήσεως ανικανότητας σε ειρηνική περίοδο του άρθρου 43 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα, όπως επίσης αβάσιμα ισχυρίζεται αυτός επικουρικά, ζητώντας να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά αυτού για τα εγκλήματα αυτά (της απάτης προς αποφυγής της στρατεύσεως και επικουρικά της παραβάσεως του άρθρου 43 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα), σύμφωνα με το άρθρο 31 παρ. 1 του Ν. 3346/2005, ως τιμωρούμενα με φυλάκιση μέχρι ένα έτος". Ακολούθως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (Πλημ/των), με βάση όσα αναφέρθηκαν, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, Χ για την πιο πάνω πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως (220 παρ. 1 ΠΚ) και κατ'εφαρμογήν των διατάξεων αυτών ποινή φυλακίσεως πέντε
(5)μηνών την οποία ανέστειλε για χρονικό διάστημα τριών
(3)ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α', 27 παρ. 1, 220 παρ. 1 του ΠΚ, και ειδικότερα, στην τελευταία (διάταξη), την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από τη νόμιμη βάση. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από καθένα από αυτά. Ειδικότερα, το Δικαστήριο της ουσίας στις παραδοχές του εκθέτει αναλυτικά τις απαιτούμενες από την ΠΚ 220 παρ. 1 και άνω αναφερόμενες προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, αφού εκθέτει αναλυτικά: α) ότι ο κατηγορούμενος πέτυχε να εκδοθεί αναληθής βεβαίωση από το Στρατολογικό Γραφείο Ανατολικής Αττικής από καταλλήλου προς στράτευση που ήταν, σε ακατάλληλο για στράτευση, αφού στη συνέχεια, μετά την ανακάλυψη της πράξεώς του κλήθηκε και κατετάγη στις τάξεις του στρατεύματος ξηράς στις 11-11-2005 και εκπλήρωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις ότε και απολύθηκε στις 27-11-2006, η βεβαίωση δε αυτή ως ακαταλλήλου προς στράτευση θα επέφερε την αλλοίωση της έννομης σχέσεώς του από την υποχρέωσή του προς στράτευση, β) η αναληθής αυτή βεβαίωση προκλήθηκε από το απατηλό μέσο της προσκομιδής στον αρμόδιο υπάλληλο του στρατολογικού γραφείου της με αριθμό ..... πλαστής Γνωμάτευσης Σωματικής Ικανότητας της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών, δυνάμει της οποίας φερόταν ο κατηγορούμενος ότι κρίθηκε ακατάλληλος προς στράτευση (Ι-5), καθόσον η γνωμάτευση αυτή δεν αφορούσε τον ίδιο, που δεν είχε προσέλθει για εξέταση στην άνω Επιτροπή, αλλά αφορούσε το Α, ο οποίος παρακολουθείτο από το Στρατολογικό Γραφείο Εύρου και γ) ο δόλος του κατηγορουμένου, που συνίστατο στη θέλησή του να προκαλέσει την προαναφερόμενη αναληθή βεβαίωση. Ο κατηγορούμενος στο Δικαστήριο της ουσίας υπέβαλε δια του εκπροσωπούντος αυτόν συνηγόρου του, Ι. Σταμούλη, εγγράφως τον ισχυρισμό ότι η πράξη του φέρει τα στοιχεία της απάτης προς αποφυγή στρατεύσεως (ΠΚ 204), άλλως της προσποιήσεως ανικανότητας σε ειρηνική περίοδο (άρθρ. 43 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα), ζητώντας να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατ' άρθρ. 31 παρ. 1 του Ν. 3346/2005, που απορρίφθηκε ως αβάσιμος με την προσβαλλόμενη απόφαση. Με το μοναδικό λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη ΠΚ 220 παρ. 1, προβάλλει τον αυτό ισχυρισμό κατά την κυρία και επικουρική του βάση. Όμως η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει και ως προς το θέμα αυτό πλήρη αιτιολογία έχοντας προβεί σε ορθή κατά τα άνω ερμηνεία και εφαρμογή της άνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλο παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30 Μαρτίου 2007 (αρ. πρ. 3096/2-4-2007) αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμό 1876/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Νοεμβρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.